Τέλη του 1916 η Ελλάδα βρισκόταν στο αποκορύφωμα του Εθνικού διχασμού. Στην Αθήνα υπήρχε η κυβέρνηση του Σπύρου Λάμπρου, η οποία ελεγχόταν από τον Βασιλιά Kωνσταντίνο και στη Θεσσαλονίκη η «προσωρινή κυβέρνηση» του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η ένταση που κυριαρχούσε στα δύο στρατόπεδα ήταν μεγάλη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιθυμούσε την εμπλοκή στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενώ ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος τασσόταν υπέρ της ουδετερότητας.
Και οι δύο προσπαθούσαν να θέσουν υπό την επιρροή τους περιοχές της Ελλάδας. Τα νησιά του βορειανατολικού Αιγαίου και η Κρήτη είχαν προσχωρήσει ήδη στην πλευρά του Βενιζέλου, ενώ οι Κυκλάδες ήταν πιστές στον Βασιλιά. Σκοπός του Βενιζέλου και των συμμάχων ήταν να επεκτείνουν την επιρροή τους σε ολόκληρο το Αιγαίο. Ωστόσο, η Νάξος, η οποία ήταν φιλοβασιλική, αρνείτο μέχρι τελευταία στιγμή να ταχθεί υπέρ της προσωρινής κυβέρνησης.

Η Απείρανθος

Στις 2 Δεκεμβρίου έφτασε στη Νάξο το ατμόπλοιο «Έλδα» με 80 άντρες, υπό τον ανθυπολοχαγό Νικόλαο Ρουσσάκη και τον πολιτικό αντιπρόσωπο της κυβέρνησης.
Ο ναξιώτης Μιχάλης Πρωτοπαπαδάκης και εγγονός του εκτελεσθέντος πρώην πρωθυπουργού στη δίκη των έξι, περιγράφει τα γεγονότα:
«Όταν έφτασαν στη Νάξο είχαν πληροφορηθεί για κάποια πρόσωπα ότι μπορεί να αντιδράσουν και τα συνέλαβαν και μάλιστα ο ένας δεν το περίμενε. Νύχτα τους πιάσανε και λιποθύμησε. Οπότε τον πιάσανε και τον πετάξανε μέσα σε μια βάρκα και τον πήγανε στη Σύρο, όπου τον ξυλοκοπούν να τον φτύνουν και τον προσβάλλουν, ενώ ο άνθρωπος δεν είχε κάνει τίποτα. Μετά λοιπόν εκάλεσαν όλους τους προέδρους των κοινοτήτων των χωριών της Νάξου για να τους ζητήσουν να υπογράψουν».

Το πλοίο Θέτις

Όλα τα χωριά του νησιού υπέγραψαν την υποταγή εκτός από τη Μονή και την Απείρανθο. Αρχικά οι στρατιώτες κατευθύνθηκαν στη Μονή, όπου με τη βία αφαίρεσαν τον οπλισμό από τους κατοίκους και συνέλαβαν τον πρόεδρο τη κοινότητας και άλλα 19 άτομα, στέλνοντάς τα στη Σύρο, όπου τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Η Μονή υπέγραψε και μόνο η Απείρανθος παρέμενε ακόμη πιστή στον Βασιλιά.
Ένας από τους λόγους που ήταν ανένδοτοι ήταν ότι πολλοί κάτοικοι είχαν πολεμήσει στους Βαλκανικούς στο πλευρό του Βασιλιά Κωνσταντίνου και τον γνώριζαν προσωπικά. Ωστόσο ο κοινοτάρχης που είχαν εκλέξει ήταν βενιζελικός. Η αντίθεση δικαιολογείται από το ιδιαίτερο κλίμα της εποχής και τις προσωπικές σχέσεις που διαμόρφωναν το εκλογικό αποτέλεσμα των κοινοτικών εκλογών.

Οι χωροφύλακες πλησίασαν το χωριό, όπου οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν με φιλική διάθεση, όμως αρνήθηκαν να ταχθούν στο πλευρό του Βενιζέλου.
Ο απειρανθίτης Μανώλης Γλέζος που διετέλεσε και κοινοτάρχης διηγείται τα ιστορικά γεγονότα:
«Οι Απειραθιώτες δεν θέλουν με τίποτα να δηλώσουν υποταγή. Έχουν αυτοπεποίθησή, ενώ στην κατοχή τους πέρα από τα κυνηγετικά τους όπλα, έχουν και άφθονη νόμιμη δυναμίτιδα την οποία χρησιμοποιούσαν για την εξόρυξη της σμυρίδας, ενός ορυκτού που υπάρχει στην περιοχή».

Το τελεσίγραφο

Έως το τέλος Δεκεμβρίου το χωριό είχε περικυκλωθεί από περίπου 300 στρατιώτες, ενώ στο λιμάνι είχε καταπλεύσει το πλοίο «Θέτις» και είχε στρέψει τα κανόνια του προς το χωριό. Ο υπολοχαγός Σαμαρτζής, διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων της Νάξου, έστειλε τελεσίγραφο στους Απειραθίτες.

Ωστόσο, οι κάτοικοι δεν έδωσαν καμία απάντηση. Βγήκαν στους δρόμους του χωριού άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα υπέρ του βασιλιά και να πετούν δυναμίτες στον αέρα. Θεωρούσαν ότι αν προσχωρούσαν στην προσωρινή κυβέρνηση ήταν αλλαξοπιστία.

Εν τω μεταξύ, το πλοίο Θέτις από τα παράλια του νησιού Μουτσούνα είχε στρέψει τα κανόνια στο χωριό. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι μέσα στο πλοίο ήταν ένας Απειραθίτης και όταν ο διοικητής έδωσε εντολή να ρίξουν 102 κανονιοβολισμούς εναντίον του χωριού, έσβησε το 1 και  έριξε μόνο δύο στοχεύοντας εκτός του οικισμού.

Η Σφαγή στην Απείρανθο

Ο πρόεδρος του χωριού διεμήνυσε στον Σαμαρτζή ότι οι κάτοικοι δε θα έκαναν πίσω. Στις 2 Ιανουαρίου 1917 οι στρατιώτες έκαναν έφοδο στο χωριό και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον των κατοίκων. Κατά μια εκδοχή, ένας από τους αξιωματικούς πανικοβλήθηκε από τις δυναμίτιδες που ακούγονταν και έδωσε εντολή να ανοίξουν πυρ. Από τους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν 32 άνθρωποι και τραυματίστηκαν δεκάδες από τους οποίους 15 έμειναν ανάπηροι.

Όπως ανέφερε ο Μανώλης Γλέζος, «ανάμεσα στους νεκρούς ήταν επτά ανήλικα παιδιά, επτά ήταν γέροντες και ήταν και 12 γυναίκες. Από τις οποίες οι τέσσερις ήταν έγκυες.
Αλλά ο Απεραθίτης απαντάει με ποιήματα. Όταν έφαγε την πρώτη σφαίρα μία γυναίκα ξεφώνισε: ήφαα μιά, ζήτω του βασιλιά! Τρώει κι άλλη σφαίρα και απαντάει: Ήφαα κι άλλη, ζήτω του πάλι».
Ενδεικτικό του πείσματος αλλά και του διχασμού.

Μετά την επίθεση με τα όπλα οι στρατιώτες της Εθνικής Άμυνας μπήκαν στο χωριό και άρχισαν το πλιάτσικο. Ο κ. Πρωτοπαπαδάκης διηγήθηκε ότι: «Συνέλαβαν 120 άνδρες και τους υποχρέωσαν να σκάψουν ένα λάκκο έξω από το νεκροταφείο και να ρίξουν μέσα τους νεκρούς χωρίς βέβαια να γίνει κηδεία».

Μετά το αιματηρό γεγονός, επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος και η Απείρανθος μη έχοντας άλλη επιλογή προσχώρησε στην προσωρινή κυβέρνηση. Ήταν μια ακόμη μαύρη σελίδα του Εθνικού Διχασμού.

Διαβάστε επίσης: Πώς ξεκίνησε ο εθνικός διχασμός που χώρισε την Ελλάδα σε βασιλικούς και αντιβασιλικούς. Ο βομβαρδισμός των ανακτόρων από την Αντάντ, το πογκρόμ σε βάρος των βενιζελικών και το κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here