Η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζωρτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν συναντηθεί με τον Μ.Βαφειάδη. Τα βασανιστήρια για να ομολογήσει ένας αθώος (βίντεο)

Το πρωί της 16ης Μαΐου του 1948 ένας ψαράς εντόπισε το πτώμα ενός άντρα να επιπλέει στο λιμάνι της  Θεσσαλονίκης. Ήταν ο αμερικανός δημοσιογράφος του CBS Τζωρτζ Πολκ ο οποίος που είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη μία εβδομάδα πριν.

Ο ψαράς τον βρήκε νεκρό με μία σφαίρα στον αυχένα. Στόχος του δημοσιογράφου ήταν να ανέβει στο βουνό και να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, τον καπετάνιο Μάρκο Βαφειάδη.

Η είδηση του εγκλήματος έκανε τον γύρο του κόσμου. Οι αμερικανικές αρχές πίεζαν ασφυκτικά την Ελλάδα για την αποκάλυψη των ενόχων. Για τις ελληνικές διωκτικές αρχές, η υπόθεση ήταν μείζονος εθνικής σημασίας.

Θεσσαλονίκη, έξω από το αμερικανικό προξενείο κοντά όπου σκοτώθηκε ο ανταποκριτής του CBS Τζορτζ Πολκ, Οκτώβριος 1948, φωτογράφος Mark Kauffman, αρχείο Life Photo Collection.

Θεσσαλονίκη, έξω από το αμερικανικό προξενείο κοντά όπου δολοφονήθηκε ο ανταποκριτής του CBS Τζορτζ Πολκ. Φωτογράφος Mark Kauffman, αρχείο Life Photo Collection.

Η ελληνική κυβέρνηση ήθελε να κλείσει τη σκοτεινή αυτή υπόθεση το συντομότερο δυνατόν. Πέρασαν όμως τέσσερις μήνες χωρίς αποτέλεσμα. Οι Αμερικανοί συνέχιζαν να πιέζουν και πολλοί αξιωματικοί ένιωθαν την καρέκλα τους να τρίζει.

Τότε, απέδωσαν τη δολοφονία του Τζωρτζ Πολκ σε δύο επικηρυγμένα στελέχη της Αριστεράς και συνέλαβαν ως συνεργό τους, τον δημοσιογράφο Γρηγόρη Στακτόπουλο. Ο Στακτόπουλος, όπως είπε αργότερα, βασανίστηκε ανελέητα για να ομολογήσει και να δεχτεί τη συναλλαγή. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ένα έγκλημα που τότε τιμωρούνταν με θανατική ποινή και άμεση εκτέλεση.

Δείτε στο βίντεο της «Μηχανής του Χρόνου» τις λεπτομέρειες της σκοτεινής δίκης και πως εξέτισε την ποινή του ο Έλληνας δημοσιογράφος, ο οποίος σήμερα δεν βρίσκεται στη ζωή. Στην απολογία του δεν ανέφερε λεπτομέρειες για την υπόθεση, αλλά υμνούσε την Ελλάδα. Η στάση του, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα κενά της δίκης, αφήνει αναπάντητα ερωτήματα μέχρι σήμερα.

 Ποιοι και γιατί δολοφόνησαν τον Τζορτζ Πολκ.
Άρθρο του Στάθη Ευσταθιάδη  στο ΒΗΜΑ  03/05/1998

Έρευνες σε αρχεία αμερικανικών κέντρων, ξένων διπλωματικών υπηρεσιών, καταθέσεις αμερικανών και ελλήνων πολιτών που έγιναν πολύ αργότερα ­ όταν ο φόβος διώξεων υποχώρησε ή εξέλιπε  και δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο επί μισό αιώνα συγκλίνουν σε τρεις θεωρίες. Το τραγικό όμως είναι ότι καμία δεν είναι απολύτως πειστική!

George_Polk_CBSΗ πρώτη είναι αυτή στην οποία κατέληξε το δικαστήριο της Θεσσαλονίκης.
Ότι δηλαδή τον Πολκ δολοφόνησαν οι κομμουνιστές ­ο Βαγγέλης Βασβανάς και ο Αδάμ Μουζενίδης με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου.
Κίνητρό τους, κατά την κατηγορούσα αρχή, ήταν να δείξουν στην αμερικανική κοινή γνώμη ότι το καθεστώς που υποστηρίζουν στην Ελλάδα είναι εγκληματικό.
Μέσα στην ατμόσφαιρα της εποχής, με τον Τύπο να υπερθεματίζει σε καθετί που προήρχετο άνωθεν, δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί αυτό το εύρημα.
Αλλά στα χρόνια που πέρασαν από τότε ήρθαν στην επιφάνεια πολλά πράγματα.
Πρώτον, ότι ο «δολοφόνος» Μουζενίδης έφθασε στη Θεσσαλονίκη δύο ημέρες μετά το έγκλημα και ο Βασβανάς βρισκόταν «κάπου στο Παραπέτασμα».
Επίσης, αποδεικνύεται πλαστή η επιστολή που, υποτίθεται, έγραψε ο Πολκ στον συνάδελφό του Εντ Μάροου και η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στη δίκη ως πειστήριο ότι όντως ο Πολκ είχε κλείσει ραντεβού με τον Μάρκο και θα πήγαινε να τον συναντήσει.
Σημειώνω ότι η υπεράσπιση όπως και δύο Αμερικανοί που είχαν στενές σχέσεις με τον Πολκ από την πρώτη στιγμή υποστήριξαν ότι δεν είχαν ακούσει ποτέ τον Πολκ να λέει ότι θα έπαιρνε συνέντευξη από τον Μάρκο, μολονότι πολύ θα τον ενδιέφερε.
Πολλά χρόνια αργότερα η επιστολή επιδείχθηκε στον μεγαλύτερο γραφολόγο του FBI, στον Τσαρλς Απελ. Ήταν κατηγορηματικός. Ο Βλάντον στο βιβλίο του αναφέρει ότι το συμπέρασμα του Απελ ήταν ότι «η υπογραφή ήταν πλαστή. Μάλιστα η επιστολή δεν είχε γραφεί σε γραφομηχανή Hermes, αυτήν που είχε ο Πολκ, αλλά πιθανότατα σε φορητή γερμανική γραφομηχανή Continental».

Κ. Χατζηαργύρης και Ιντέλιτζενς Σέρβις

polk mtxΗ δεύτερη θεωρία για τους δολοφόνους του Πολκ είναι μάλλον επιπόλαιη. Θέλει το έγκλημα να έχει διαπραχθεί από τους Άγγλους. Είναι μια «εξήγηση» όχι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, που όμως απασχόλησε πολύ περισσότερο απ΄ ό,τι θα περίμενε κανείς την Ουάσιγκτον.
Και τούτο επειδή τη διατύπωσαν πρόσωπα που είχαν επαγγελματικές και άλλες σχέσεις με τους Άγγλους. Μεταξύ αυτών και ο δημοσιογράφος Κώστας Χατζηαργύρης, ανταποκριτής του «Christian Science Monitor» στη Μέση Ανατολή, φίλος του Πολκ και της συζύγου του και στενός συγγενής του τότε πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη.
Η αλήθεια είναι ότι οι Άγγλοι είχαν κάθε δυνατότητα να σκοτώσουν τον Πολκ, καθώς εξακολουθούσαν να είναι πολύ καλά δικτυωμένοι στην Ελλάδα, παρ’ όλο που είχαν παραδώσει την «προστασία» της στους Αμερικανούς. Αλλά γιατί να τον σκοτώσουν;
Διότι, λέει αυτή η θεωρία, δεν ανέχονταν που εκτοπίστηκαν από την περιοχή. Κάποιοι βρετανοί αξιωματούχοι με «παλιά μυαλά» που δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την πραγματικότητα, χωρίς φυσικά την έγκριση του Λονδίνου ούτε καν την ενημέρωσή του­, ήθελαν να εκδικηθούν τους Αμερικανούς, να δείξουν στον κόσμο ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν σε θέση να προστατεύσουν ούτε τους υπηκόους τους.

Αφελές ένα τέτοιο κίνητρο. Αλλά επειδή ο Χατζηαργύρης κατονόμασε και τον πιθανό δράστη ή συνεργό στο έγκλημα με επιστολή του σε αρμόδια αμερικανικά πρόσωπα, η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα δεν μπορούσε να αγνοήσει την εκδοχή. Ο «ύποπτος» ήταν κάποιος Ράντολ Κόεϊτ, πράκτορας της Ιντέλιτζενς Σέρβις στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας, ο οποίος δέκα ημέρες μετά τη δολοφονία του Πολκ μετατέθηκε στη Νορβηγία. Ανακρίσεις που ενήργησε το νομικό τμήμα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν κατέληξαν σε τίποτε, αυτό όμως δεν εμπόδισε την Κέιτι Μάρτον στο βιβλίο της «The Polk Conspiracy», που έγραψε 40 χρόνια αργότερα, να επιμένει ότι ο Κόεϊτ ενέχεται στη δολοφονία του Πολκ.

Τα συμπεράσματα και οι «αποκαλύψεις» της Μάρτον δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη, διότι μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι τον Πολκ έβαλε να δολοφονήσουν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ντίνος Τσαλδάρης επειδή φοβήθηκε ότι ο Πολκ θα απεκάλυπτε πως δήθεν είχε στείλει 25.000 δολάρια στην Chase National Bank της Νέας Υόρκης. Επισταμένη έρευνα προ ετών στα αρχεία της αμερικανικής τράπεζας δεν έδειξε κανέναν Τσαλδάρη να είχε ποτέ λογαριασμό εκεί.

Οι παρακρατικοί και η Αριστερά

Πολύ πιο σοβαρή φαίνεται η τρίτη εκδοχή: τον Πολκ δολοφόνησαν παρακρατικοί κατόπιν εντολής «άνωθεν» με σκοπό να επιρρίψουν τις ευθύνες στους κομμουνιστές και να επιτύχουν έτσι την κατακραυγή της αμερικανικής κοινής γνώμης εναντίον των ανταρτών και εκείνων που τους συμπαθούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δυτική Ευρώπη.
Είναι η θεωρία – εξήγηση που επικράτησε στα ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινής γνώμης εκείνη την εποχή, ακόμη και σήμερα. Την ασπάζεται πλήρως η Μάρτον στο βιβλίο της και υποστηρίχθηκε από την ελληνική και τη διεθνή Αριστερά, χωρίς όμως κανένα σοβαρό τεκμήριο.
Ότι η ελληνική άκρα Δεξιά θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να δυσφημιστούν οι κομμουνιστές και ο Δημοκρατικός Στρατός είναι πέραν κάθε αμφιβολίας.
Ήταν όμως αδύνατον να τολμήσουν να δολοφονήσουν έναν αμερικανό δημοσιογράφο. Ο φόβος ότι θα ακολουθούσε έρευνα από τους ειδικούς της αμερικανικής κυβέρνησης, οι οποίοι δεν θα αργούσαν να βρουν τον ένοχο, θα είχε αποτρέψει κάθε προσφυγή σε ακραίες λύσεις, αφού άλλωστε θα μπορούσαν θαυμάσια να τον βγάλουν από τη μέση ζητώντας μέσω κυβερνητικών οργάνων την ανάκλησή του.
Πέραν τούτου οι ελληνικές αρχές γνώριζαν ότι ο Πολκ επρόκειτο να φύγει σε λίγες ημέρες και είχε ήδη αγοράσει εισιτήρια για τον ίδιο και τη σύζυγό του.george_polk

Στην ίδια θεωρία της ενοχής των παρακρατικών βρίσκεται και η «αποκάλυψη» του Φοίβου Οικονομίδη, πριν από λίγα χρόνια, ότι δολοφόνος του Πολκ είναι Αμερικανός, ο τότε στρατιωτικός ακόλουθος των ΗΠΑ στην Ελλάδα συνταγματάρχης Χάρβεϊ Σμιθ.
Το «ενοχοποιητικό» στοιχείο του είναι ότι συνταξίδευσε με τον Πολκ στη Θεσσαλονίκη, ότι έμεινε στο ίδιο ξενοδοχείο, στο «Αστόρια», με τη γυναίκα του και ότι το δωμάτιό του συγκοινωνούσε με του Πολκ.
Ποιος όμως μπορεί να αποκλείσει ότι όλα αυτά ήταν απλές συμπτώσεις; Τι φυσικότερο από δύο Αμερικανούς να μένουν στο ίδιο ξενοδοχείο από τα ελάχιστα τότε στη Θεσσαλονίκη ­και ο ξενοδόχος να τους βάλει σε διπλανά δωμάτια…

Ο συνταγματάρχης και ο υπολοχαγός Σμιθ

Έχει όμως ενδιαφέρον το κίνητρο που δίνει ο Οικονομίδης στον Σμιθ για να σκοτώσει τον Πολκ. Είναι λογικό να δεχθούμε ότι ο Σμιθ γνώριζε πως ο Πολκ ενδιαφερόταν να πάρει «ζωντανή συνέντευξη» από τον Μάρκο.
Και είχε κάθε λόγο να υποπτεύεται ότι ο Μάρκος θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να κάνει νέες προτάσεις «ειρήνης και συμφιλίωσης» ­κάτι που επανειλημμένα εκείνο τον καιρό διατύπωναν οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού.
Αυτό όμως θα χαλούσε ασφαλώς τα απώτερα σχέδια του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου, διότι προτάσεις ειρήνης θα γίνονταν ευμενώς δεκτές στο Κογκρέσο ­που δεν ήταν ακόμη ενθουσιώδες για την πολιτική Τρούμαν και ακόμη περισσότερο από την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ.
Κάτι τέτοιο όμως θα ανέτρεπε τους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον και επομένως θα έπρεπε να εμποδιστεί ο ανταποκριτής του ραδιοφωνικού δικτύου CBS ­ που παρακολουθούσαν περί τα 25 εκατ. Αμερικανοί εκείνη την εποχή ­ να μεταδώσει συνέντευξη με τον Μάρκο.

Το «στόρι» είναι καλό, μόνο που πάσχει σε κάτι ουσιώδες: ο στρατιωτικός ακόλουθος Σμιθ «δεν θυμάται να ήταν μαζί με τον Πολκ στη Θεσσαλονίκη» ούτε και είχε ιδιαίτερες φιλίες μαζί του, διαπίστωσαν ανακριτές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που έκαναν σχετικές έρευνες πριν από 20 χρόνια.

Η αλήθεια είναι ότι το 1948 υπηρετούσε στην Ελλάδα κάποιος Σμιθ. Ο υπολοχαγός Τζέιμς Σμιθ, που υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη, δεν αποκλείεται να έμενε συχνά στο ξενοδοχείο «Αστόρια», ίσως μάλιστα να είχε συναντήσει τον Πολκ,·αλλά για ποιο λόγο να τον σκοτώσει;
Η μονάδα όπου υπηρετούσε, όπως και ο ίδιος, δεν είχε καμία σχέση με τις μυστικές υπηρεσίες.

Καταρρέει λοιπόν και η θεωρία ότι δολοφονήθηκε ο Πολκ από τους Άγγλους ή από τους Αμερικανούς.
Ποιος όμως τον δολοφόνησε; Διότι βεβαίως ο Πολκ δολοφονήθηκε και το μυστήριο παραμένει.

Ένοχοι και Αθώοι
 
 
 

Στην ίδια κατηγορία

 
 
 
 

Δείτε επίσης...

 
 
 
 
Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια