Η σφαγή των αμερικανών αποίκων στο οχυρό του Άλαμο. Η οργή κατά του Μεξικανικού στρατού, όπλισε τους Τεξανούς και οδήγησε στην ανεξαρτησία του Τέξας

Πηγή: Τα μεγαλύτερα λάθη της Ιστορίας και οι άνθρωποι που τα διέπραξαν, του Ian Whitelaw, εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ
Η «Μεξικανική Αυτοκρατορία» κέρδισε την ανεξαρτησία της από την Ισπανία το 1821 και σύντομα η νέα κυβέρνηση παρότρυνε τους αποίκους να μετακομίσουν στο βορειοανατολικό τμήμα της μεξικανικής πολιτείας του Τέξας, προσφέροντας γη και φορολογικές ελαφρύνσεις.

Πολλοί Αμερικανοί άρπαξαν την ευκαιρία και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1830 και μετακινήθηκαν. Σε λίγο οι Αμερικανοί άποικοι, τους οποίους αποκαλούσαν «Τεξανούς»,  υπερτερούσαν αριθμητικά των Mεξικανών κατά τέσσερις προς έναν.
Η μεξικανική κυβέρνηση δεν άργησε να πάρει διάφορα μέτρα για να τερματίσει αυτή την ανισορροπία. Απαγόρευσε τη μετανάστευση και σταμάτησε τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
Τα παράπονα των αποίκων κατά της μεξικανικής κυβέρνησης μεγάλωσαν καθώς τους ανάγκαζε να ορκίζονται πίστη και υποταγή και να πληρώνουν φόρο στην Καθολική Εκκλησία.
Επίσης, τους απαγόρευε να χρησιμοποιούν σκλάβους, τους οποίους οι αμερικανοί τους θεωρούσαν απαραίτητους προκειμένου να έχουν κέρδος από την καλλιέργεια του βαμβακιού.

Η κυβέρνηση του Μεξικού είχε γίνει πιο συγκεντρωτική, κατά παράβαση του Συντάγματος του 1824 και σύντομα οι άποικοι άρχισαν να ζητούν την κατάργηση αυτών των νόμων αλλά και περισσότερη αυτονομία στα δικά τους ζητήματα – όχι όμως και ανεξαρτησία από το Μεξικό.

Το εχθρικό κλίμα μεταξύ αποίκων και κυβέρνησης κλιμακώθηκε όταν οι Τεξανοί σχημάτισαν επιτροπές για να οργανώσουν τις δραστηριότητές τους και άρχισαν να δημιουργούν τις δικές τους πολιτοφυλακές.
Στις αρχές Οκτωβρίου του 1835, η πρώτη αψιμαχία της Επανάστασης του Τέξας, ανάμεσα στον τεξανικό και τον μεξικανικό στρατό έλαβε χώρα στο Γκονζάλες.
Τις επόμενες εβδομάδες, οι Τεξανοί σημείωσαν αρκετές στρατιωτικές επιτυχίες που κορυφώθηκαν με την πολιορκία του Σαν Αντόνιο ντε Μπέχαρ. Τα μεξικανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν αρχικά να αποχωρήσουν από την πόλη και να καταφύγουν στην κοντινή ιεραποστολή του Άλαμο και μετά να παραδοθούν υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, να εγκαταλείψουν το Τέξας.

Τότε, οι Τεξανοί εγκατέστησαν φρουρά και ενίσχυσαν την οχύρωση της άναρχα δομημένης ιεραποστολής, αξιοποιώντας τα κανόνια που είχε αφήσει πίσω ο μεξικάνικος στρατός και φτιάχνοντας διόδους εντός των ψηλών τειχών από τις οποίες μπορούσαν να πυροβολούν με τα τουφέκια τους.

Μπορεί οι Τεξανοί  να πίστευαν ότι τα είχαν καταφέρει αλλά ο Μεξικανός πρόεδρος Αντόνιο Λόπεζ ντε Σάντα Άννα είχε στο μεταξύ παραιτηθεί από το αξίωμά του και είχε αναλάβει τη διοίκηση ενός «επιχειρησιακού στρατού» για να καταπνίξει την επανάσταση μία για πάντα.
Είχε, επίσης, εγκρίνει ψήφισμα που όριζε ότι όσοι ξένοι ετοιμάζονταν για πόλεμο εναντίον των μεξικανικών αρχών θα αντιμετωπίζονταν στο εξής ως «πειρατές». Αυτό σήμαινε πως ο μεξικανικός στρατός δεν θα έπαιρνε αιχμαλώτους και θα εκτελούσε όλους τους τεξανούς στρατιώτες.
Μέχρι τα τέλη του 1835, ο συγκεκριμένος στρατός αριθμούσε περισσότερους από 6.000 άνδρες. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, τα μεξικάνικα στρατεύματα κατευθύνθηκαν βόρεια, υπό εξαιρετικά χειμωνιάτικες συνθήκες, με αποτέλεσμα αρκετοί από τους στρατιώτες να υποκύψουν στις ασθένειες και την υποθερμία.
Ενώ ένα τμήμα του στρατού κινήθηκε βόρεια στις ακτές, αντιμετωπίζοντας αποσπάσματα του τεξανικού στρατού και σημειώνοντας μία σειρά από νίκες, περίπου 1.500 στρατιώτες κινήθηκαν απευθείας προς το Σαν Αντόνιο ντε Μπέχαρ, το θέατρο της προγενέστερης δυσάρεστης παράδοσης του μεξικανικού στρατού, φτάνοντας στον ποταμό νότια της πόλης την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου.

Η οχύρωση του Άλαμο

Στις αρχές του έτους, η τεξανική φρουρά στο Άλαμο, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Τζέιμς Νιλ διέθετε λιγότερους από 100 άνδρες.
Στα μέσα Ιανουαρίου ο Νιλ είχε στείλει αίτημα στον Σαμ Χιούστον, έναν από τους διοικητές του τεξανικού στρατού, ζητώντας ενισχύσεις, πολεμοφόδια και προμήθειες.
Ο Χιούστον, αδυνατώντας να παρέχει τα απαραίτητα και αναγνωρίζοντας πως το Άλαμο δεν θα αργούσε να πέσει στα χέρια των Μεξικανών, αποφάσισε να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο φυλάκιο και έστειλε 30 άνδρες με επικεφαλής τον πιονέρο Τζίμ Μπόουι, για να πάρει τα κανόνια και να καταστρέψει το «οχυρό».
Δυστυχώς, όταν οι άντρες έφτασαν στο Άλαμο, δεν υπήρχαν καθόλου ζώα εκεί για να μεταφέρουν τα κανόνια και ο Μπόουι συνειδητοποιώντας πόσο σημαντικό ήταν να μην καταλάβουν το Σαν Αντόνιο οι Μεξικανοί, αποφάσισε να παραμείνει στο οχυρό με τους άντρες του.
Ζήτησε κι εκείνος στρατιώτες και προμήθειες, αλλά αυτό ήταν αρκετά δύσκολο. Στις αρχές Φεβρουαρίου κατέφτασαν άλλοι 30 άνδρες υπό τον αντισυνταγματάρχη Γουίλιαμ Τράβις, ενώ ο Ντέιβιντ Κρόκετ και μερικοί ακόμα εθελοντές εμφανίστηκαν λίγες μέρες αργότερα, αλλά η φρουρά εξακολουθούσε να έχει λιγότερους από 200 άνδρες.
Οταν ο Νιλ έφυγε από το Άλαμο στις 11 Φεβρουαρίου για να φέρει περισσότερες προμήθειες έθεσε τον Τράβις επικεφαλής, αλλά η φρουρά ανέτρεψε την απόφαση και επανέφερε τον Μπόουι. Τελικά οι δύο άνδρες μοιράστηκαν τη διοίκηση.

Η πολιορκία του οχυρού

Στις 23 Φεβρουαρίου 1836, μεξικανική δύναμη 1.500 ανδρών κατέλαβε το Σαν Αντόνιο ντε Μπέχαρ. Αιφνιδίασε, την τεξανική φρουρά στο Άλαμο, η οποία δεν είχε προετοιμαστεί για πολιορκία. Οι Τεξανοί μετακίνησαν γρήγορα εντός του «οχυρού», όσα ζώα μπορούσαν να βρουν, μαζί με τις οικογένειες των εθελοντών που ζούσαν στο Μπέχαρ.
Ο Μπόουι και ο Τράβις έστειλαν απεσταλμένους στον Σάντα Άννα για να συζητήσουν τους όρους μιας πιθανής παράδοσης, αλλά όταν έμαθαν ότι κάτι τέτοιο έπρεπε να γίνει παράδοση άνευ όρων -αλλιώς θα τους περίμενε όλους ο θάνατος – αντέδρασαν χρησιμοποιώντας το μεγαλύτερο κανόνι τους.
Την πρώτη εβδομάδα της πολιορκίας το Άλαμο δεχόταν συνεχείς βολές από τα μεξικανικά κανόνια. Οι Τεξανοί χρησιμοποιούσαν τις μπάλες που δέχονταν κατά των στρατιωτών του Σάντα Άννα, αλλά δεν είχαν αρκετή πυρίτιδα για να τους χτυπούν συνεχώς. Ο Σάντα Άννα ενισχύθηκε με δύο αποσπάσματα υπερδιπλασιάζοντας τον αριθμό των στρατιωτών του, που έφθασαν να ξεπερνούν τους 3.000. Την ίδια ώρα, μόνο μία χούφτα Τεξανοί κατάφεραν να φτάσουν στο Άλαμο.

Τη νύχτα της 5ης Μαρτίου, ο μεξικάνικος βομβαρδισμός σταμάτησε και οι εξαντλημένοι Τεξανοί ξεκουράστηκαν, αλλά στις 5.30, με σύμμαχο το σκοτάδι, οι Μεξικανοί εξαπέλυσαν την επίθεση τους. Αρχικά οι Τεξανοί τους απέκρουσαν γενναία αλλά νικήθηκαν επειδή ήταν πολύ λιγότεροι.
Μόλις δημιουργήθηκε ρήγμα στα τείχη, υποχώρησαν στους οχυρωμένους στρατώνες ενώ τα γυναικόπαιδα αναζήτησαν καταφύγιο στο παρεκκλήσι.
Οι Μεξικανοί έστρεψαν το κανόνι των Τεξανών προς τους στρατώνες και ανατίναξαν τις πόρτες, άρχισαν να πυροβολούν με τα μουσκέτα τους και εφόρμησαν εναντίον των παγιδευμένων στρατιωτών.
Οι Μεξικανοί στρατιώτες τήρησαν την υπόσχεση του Σάντα Άννα. Μέσα σε μία ώρα από την αρχική επίθεση είχαν σκοτώσει όλους τους άνδρες του εχθρού εκτός από επτά αιχμαλώτους τους οποίους ο Σάντα Άννα εκτέλεσε αμέσως.
Οι Μεξικανοί πυροβόλησαν επανειλημμένα και μαχαίρωσαν με τις ξιφολόγχες τους τα πτώματα που είχαν γεμίσει τον περίβολο της ιεραποστολής.
Χάρισαν τη ζωή στα γυναικόπαιδα με εξαίρεση ένα αγόρι που θεώρησαν ενήλικα κατά λάθος. Οι απώλειες για τα μεξικάνικα στρατεύματα είναι δύσκολο να εκτιμηθούν αλλά πιστεύεται ότι περίπου 500 στρατιώτες σκοτώθηκαν κατά την έφοδο στην ιεραποστολή του Άλαμο.
Ο Σάντα Άννα  σκόπευε να συντρίψει τον υπόλοιπο τεξανικό στρατό, που είχε ως διοικητή τον Σαμ Χιούστον. Πίστεψε ότι το μέγεθος του δικού του στρατού, σε συνδυασμό με τη φήμη του μετά τη σφαγή στο Άλαμο, θα έπειθαν τον τεξανικό στρατό και τους αποίκους να εγκαταλείψουν την επανάστασή τους, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Εξαγριωμένοι από τη σφαγή των συμπατριωτών τους, εθελοντές συνέρρευσαν από παντού για να βοηθήσουν τον Χιούστον, ο στρατός του οποίου μεγάλωνε συνεχώς καθώς ο Σάντα Άννα τον κυνηγούσε κατά μήκος των ακτών προς τα βορειοανατολικά και τη Λουιζιάνα.
Οι δύο στρατοί βρέθηκαν αντιμέτωποι στις 21 Απριλίου στον ποταμό Σαν Χασίντο, στη σημερινή επαρχία Χάρις του Τέξας. Σίγουρος ότι ο Χιούστον δεν θα τολμούσε να επιτεθεί στην πολύ μεγαλύτερη μεξικανική δύναμη, ο Σάντα Άννα απέσυρε τους στρατιώτες του πριν το μεσημέρι για να ξεκουραστούν πριν την επίθεση. Αυτό αποδείχθηκε λάθος.
Οι Τεξανοί έκαναν έφοδο στο μεξικανικό στρατόπεδο το απόγευμα, φωνάζοντας «δεν ξεχνάμε το Άλαμο». Σε λιγότερο από μισή ώρα είχαν σκοτώσει ή αιχμαλωτίσει ολόκληρο τον μεξικανικό στρατό. Ο Σάντα Άννα αιχμαλωτίστηκε και αναγκάστηκε να υπογράψει δύο έγγραφα που έγιναν αργότερα γνωστά ως «οι συνθήκες του Βελάσκο».
Είχε ανοίξει ο δρόμος για την ανεξαρτησία του Τέξας.

Διαβάστε:Ο στρατιώτης που έσωζε ζωές αντί να σκοτώνει. Πέθανε από πυρά ελεύθερου σκοπευτή σε ηλικία 21 ετών. Βρέθηκε νεκρός με το κουτί πρώτων βοηθειών στο χέρι…
Ένοχοι και Αθώοι
 
 
 

Στην ίδια κατηγορία

 
 
 
 

Δείτε επίσης...

 
 
 
 
Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια