Στα μέσα Ιανουαρίου του 1965 οι εφημερίδες έγραφαν για τη σύλληψη μιας προαγωγού, που είχε μετατρέψει το σπίτι της σε οίκο ανοχής και εκπόρνευε γυναίκες κάθε ηλικίας.
Η περιβόητη «Μαντάμ Βάσω», ήταν γνωστή στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας, καθώς οι πελάτες της ήταν, όπως έγραψε το ρεπορτάζ, κύριοι της «καλής τάξεως».
Φυσικά κανείς δεν μίλαγε για εκείνη, αφού οι επισκέψεις στο πορνείο της γίνονταν κάτω από άκρα μυστικότητα.
«Με ένα τηλεφώνημα στο νούμερο 626378, οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να έχουν ένα «κορίτσι» στα μέτρα τους από 18 έως 25 χρόνων, σε τιμή από 200 μέχρι 1.000 δραχμές», έγραφε η εφημερίδα, που δεν θεωρούσε ότι ήταν πρόβλημα να δημοσιεύσει τον τηλεφωνικό αριθμό.
mantamΗ «Μαντάμ Βάσω» συνελήφθη από άντρες της Υπηρεσίας Ηθών της Γενικής Ασφάλειας, οι οποίοι οργάνωσαν το σχέδιο παρακολούθησης. Και αυτό δεν ήταν τόσο απλό.
Το πρόβλημα ήταν ότι το «σπίτι» της Μαντάμ βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με ένα σπουδαστήριο νέων και ένα οδοντιατρείο και έτσι οι αστυνομικοί δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν που πήγαινε ο κόσμος που μπαινόβγαινε στην πολυκατοικία.
Έτσι έκαναν ότι ήταν πελάτες του οδοντιατρείου, ώστε να καταγράφουν όλες τις κινήσεις που γίνονταν εντός του κτιρίου.
Η έφοδος φυσικά αιφνιδίασε τη 49χρονη γυναίκα, η οποία δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ούτε να κρύψει το «ζευγάρι» που βρισκόταν σε ένα από τα δωμάτια.
Οι αστυνομικοί έπιασαν στα πράσα έναν ηλικιωμένο άντρα με μια 18χρονη.
«Ο κύριος έχασε το χρώμα του, ενώ η νεαρή πήδησε τρομαγμένη από το κρεβάτι «Για τω Θεώ. Μην το μάθουν στο σπίτι μου γιατί θα με σκοτώσουν», παρακαλούσε η κοπέλα, όπως έγραφε το ρεπορτάζ.
Στο μεταξύ, ο ηλικιωμένος τυλιγμένος με ένα σεντόνι, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί λαχανιασμένος. «Έχω γυναίκα και κόρη της παντρειάς. Πρέπει να υπάρξει κατανόηση από μέρους σας. Αν δημοσιευθεί το όνομά μου στις εφημερίδες, θα γίνει κοινωνικό σκάνδαλο», έλεγε ο ηλικιωμένος, όπως ανέφερε το δημοσίευμα.
Στο σπίτι της Μαντάμ βρέθηκαν πολλά καρνέ με νούμερα τηλεφωνικών αριθμών πελατών, αλλά και γυναικών.
Η έρευνα της Ασφάλειας έφερε στο φως επιβαρυντικά στοιχεία για τη 49χρονη.
Όπως αποδείχτηκε έκανε αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια και άλλαζε σπίτια για να μη δίνει στόχο στις αρχές.
«Προσκαλούσε τα υποψήφια θύματα της στο σπίτι της, όπου λέγε- λέγε τα ζάλιζε με τις υποσχέσεις και τα έπειθε να κάνουν συντροφιά σε ηλικιωμένους πλούσιους τύπους, που «λόγω της κοινωνικής θέσεώς των» δεν θα τις εξέθεταν ποτέ.
Τα χρήματα τα εισέπραττε εκείνη και έδινε ύστερα από κάθε ραντεβού, ένα ποσό κατά την κρίση της, σε κάθε κοπέλα.
«Το ποσό ήταν αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία. Οι μικρότερες έπαιρναν περισσότερα. Οι μεγαλύτερες λιγότερα. Φυσικά το μερίδιο του λέοντος έμενε σ’ αυτήν», έγραφε η εφημερίδα.
Το ακόμα πιο δυσάρεστο στοιχείο που δημοσιεύτηκε είναι ότι δύο από τα εργαζόμενα κορίτσια (18 και 19 ετών) είχαν προσβληθεί από αφροδίσιο νόσημα.

Η συλληφθείσα οδηγήθηκε στον Ανακριτή με την κατηγορία της μαστροπείας κατ’ εξακολούθηση.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη και η «Μαντάμ Βάσω» τιμωρήθηκε.
Πολλοί υποστήριξαν ότι το κλείσιμο του πορνείου της δυσαρέστησε του κυρίους της καλής κοινωνίας των Αθηνών. Δημοσιογραφικέ φλυαρίες βέβαια, καθώς για κάθε οίκο που έκλεινε άνοιγαν άλλοι δύο!

Διαβάστε επίσης: Μαντάμ Ντουντού, η «θρυλική τσατσά» στα πορνεία των Βούρλων. Η «Δράκαινα» που έτρεμαν οι ιερόδουλες και οι πελάτες. Από ποια πόρνη βγήκε και η φράση «άντε μωρή Λουμπίνα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here