Το 499 π.Χ. οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας επαναστατούν εναντίον των Περσών.
Σε βοήθεια των ομοεθνών τους σπεύδουν οι Αθηναίοι, οι οποίοι όμως αποσύρονται γρήγορα.
Η συμμετοχή τους ωστόσο στην Ιωνική Επανάσταση και στην καταστροφή της πόλης των Σάρδεων, προκάλεσε το μένος του Πέρση βασιλιά Δαρείου και ήταν η αφορμή για εισβολή στην Ελλάδα.

Το άδοξο τέλος της Ιωνικής Επανάστασης (493 π.Χ.) και οι πληροφορίες για τις στρατιωτικές προετοιμασίες των Περσών προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στην Αθήνα.
Οι δημοκρατικοί θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την εμπλοκή της πόλης στην Επανάσταση, ενώ η τάση να αναζητηθούν εξιλαστήρια θύματα φανερώνει το πόσο έκρυθμη ήταν η κατάσταση.
Στις αρχές της άνοιξης του 493 π.Χ., ο τραγικός ποιητής Φρύνιχος ανέβασε μια θεατρική παράσταση με τίτλο «Μιλήτου Αλωσις», στην οποία περιέγραφε με ζωντάνια την κατάρρευση της Ιωνικής Επανάστασης.

Λέγεται πως οι θεατές ξέσπασαν σε θρήνους μέσα στο θέατρο. Πολύ ενοχλημένη η ολιγαρχική, και για πολλούς φιλοπερσική μερίδα (το συμπέρασμα αυτό όμως δεν προκύπτει από τα γεγονότα), ανέλαβε δράση και επέτυχε να τιμωρηθεί ο ποιητής με πρόστιμο 1.000 δραχμών, διότι θύμισε στους Αθηναίους «οικεία κακά», και να απαγορευτεί στο εξής η διδασκαλία του δράματος.
Η «Μιλήτου Αλωσις» δεν θύμιζε απλώς «οικεία κακά», αλλά συγχρόνως προέβαλλε ως σωστή και αναγκαία την ενίσχυση των επαναστατημένων Ιώνων.
Την περίοδο εκείνη όμως δεν ήταν πολλοί στην Αθήνα αυτοί που πίστευαν ότι η πόλη τους μπορούσε να υπερβεί τα στενά της όρια και να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο Αιγαίο.
Αντίθετα, διαπίστωναν πως η επιπόλαιη πολιτική τους είχε καταστήσει άμεσο στόχο της Περσίας.
Πολύ γρήγορα όμως, η πάντα ευμετάβλητη αθηναϊκή γνώμη πείσθηκε από τους δημοκρατικούς ότι εφόσον η περσική επίθεση ήταν αναπόφευκτη, θα έπρεπε να προβληθεί αντίσταση.

Οι Αθηναίοι ιδιοκτήτες γης πίεσαν για την αντιμετώπιση των Περσών στη γη της Αττικής.
Οι Αθηναίοι ιδιοκτήτες γης πίεσαν για την αντιμετώπιση των Περσών στη γη της Αττικής.

Γι’ αυτό τον σκοπό χρειαζόταν ένας ισχυρός και δημοφιλής ηγέτης.
Έτσι, το 493 π.Χ. εξελέγη επώνυμος άρχοντας ένας ορμητικός νεαρός από τη Φρεαττύδα, ο οποίος δεν προερχόταν από την τάξη των «επιφανών πολιτών»: ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους.
Ο Θεμιστοκλής είχε προβλέψει πως η αναμέτρηση με την Περσία ήταν αναπόφευκτη.
Φαίνεται μάλιστα πως αρκετά νωρίς είχε συλλάβει το σχέδιο μιας αποφασιστικής σύγκρουσης με τους Πέρσες στη θάλασσα. Επρόκειτο για μια άποψη που αρχικά δεν υποστήριξε δημόσια, δεδομένου ότι οι Αθηναίοι δεν επιθυμούσαν να συγκρουστούν με τον Μεγάλο βασιλιά.
Ο Θεμιστοκλής, υπέρμαχος της ναυπήγησης στόλου για την άμυνα της πόλης, υποστηρίχθηκε με θέρμη κυρίως από την εμποροναυτική τάξη, μια από τις κατεξοχήν δημοκρατικές δυνάμεις της Αθήνας.

Τη δεδομένη στιγμή όμως η θεά Αθηνά είχε επιλέξει άλλον για να προστατέψει την πόλη της.

Ο φιλόδοξος Θεμιστοκλής επρόκειτο να λάβει το χρίσμα του σωτήρα μετά από δέκα χρόνια.

Το καλοκαίρι του 493 π.Χ. «με μια κάθε άλλο παρά θεατρική αίσθηση του σωστού χρόνου» [P. Green: «Οι Ελληνοπερσικοί πόλεμοι»] έφθασε στην Αθήνα ο Μιλτιάδης, φέρνοντας μαζί του όλους τους θησαυρούς του και πέντε τριήρεις.

Ο Μιλτιάδης αποτέλεσε τον σωστό άνθρωπο, στο σωστό χρόνο, για τους Αθηναίους.
Ο Μιλτιάδης αποτέλεσε τον σωστό άνθρωπο, στο σωστό χρόνο για τους Αθηναίους.

Ποιος ήταν όμως αυτός που επρόκειτο να ρίξει βαριά τη σκιά του στον ανερχόμενο αστέρα της πολιτικής, τον Θεμιστοκλή;
Ο Μιλτιάδης διοικούσε μια μικρή ηγεμονία, που είχε δημιουργήσει στη Χερσόνησο της Θράκης ο ομώνυμος θείος του. Ήταν και αυτός υποτελής στους Πέρσες και συμμετείχε στην εκστρατεία στον Δούναβη εναντίον των Σκυθών.
Το 513 π.Χ. ο Δαρείος πέρασε στην Ευρώπη με πολυάριθμο στρατό και κατευθύνθηκε βόρεια, θέλοντας να υποτάξει τους βάρβαρους Σκύθες. Πράγματι, ο περσικός στρατός έφθασε ως τον Δούναβη, κατασκεύασε γέφυρες και πέρασε στη βόρεια όχθη.

Τη φύλαξη των γεφυρών αυτών ο Δαρείος ανέθεσε στους τυράννους των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας.
Στο μεταξύ, οι Σκύθες είχαν παρασύρει τους Πέρσες σε έναν διαρκή πόλεμο φθοράς, με συνεχείς αιφνιδιαστικές επιθέσεις.
Οι αρχηγοί τους τότε πρότειναν στους Έλληνες τυράννους να καταστρέψουν τις γέφυρες και να παγιδεύσουν τους Πέρσες βόρεια του Δούναβη, όπου οι ικανοί πολεμιστές Σκύθες θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν.
Πολλοί από τους τυράννους σκέφτηκαν ότι τους δινόταν μια πολύ καλή ευκαιρία να απαλλαγούν από την περσική κηδεμονία.
Ο Μιλτιάδης  συμβούλευσε τους τυράννους να δεχθούν τις σκυθικές προτάσεις.
Τελικά η πρότασή του δεν εισακούστηκε.
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχε ταχθεί υπέρ των Ιώνων και είχε καταλάβει τη Λήμνο και την Ίμβρο. Παραχώρησε τα νησιά στην Αθήνα, αυξάνοντας το μένος του Δαρείου για τους Αθηναίους.
Έχοντας λοιπόν περιέλθει στη δυσμένεια του μεγάλου βασιλιά δεν του έμενε άλλος δρόμος παρά εκείνος της φυγής.
Ο Θεμιστοκλής και αυτός δεν είχαν τίποτε κοινό, εκτός από την απόφαση να αγωνιστούν. Προς το παρόν όμως αυτό αρκούσε.
Ο Μιλτιάδης γνώριζε άριστα τα περσικά θέματα και οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη θρακική Χερσόνησο τον είχαν ωριμάσει ως πολέμαρχο, κάτι που έλειπε πολύ από την Αθήνα εκείνη την περίοδο.
Ωστόσο, οι αντίπαλοί του (τους οποίους ο Ηρόδοτος αποφεύγει να κατονομάσει) προσήγαγαν τον νεοαφιχθέντα σε δίκη με την κατηγορία ότι στη Χερσόνησο είχε συμπεριφερθεί ως τύραννος.
Η αριστοκρατική του καταγωγή, το γεγονός ότι όφειλε τον διορισμό του στη Χερσόνησο στον τύραννο Πεισίστρατο και τον Ιππία, αλλά και η συνεργασία του με τους Πέρσες ήταν στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Ο Θεμιστοκλής. Ο ορμητικός Αθηναίος πολιτικός υποσκελίστηκε από τον Μιλτιάδη.
Ο Θεμιστοκλής. Ο ορμητικός Αθηναίος πολιτικός υποσκελίστηκε από τον Μιλτιάδη.

Εν τούτοις, το κύρος του, η οικονομική του ευρωστία, η φήμη γύρω από την προσπάθεια καταστροφής της γέφυρας στον Δούναβη κατά την εκστρατεία του Δαρείου στη Σκυθία, όσο και το γεγονός ότι οι αντίπαλοί του χρησιμοποίησαν ασήμαντα πρόσωπα για την υποστήριξη της κατηγορίας, συνετέλεσαν στην πανηγυρική του αθώωση.
Μάλιστα, κατά τις αρχαιρεσίες του 491 π.Χ., εξελέγη ως ένας από τους δέκα στρατηγούς μαζί με τον υποστηρικτή και φίλο του, Αριστείδη.

«Μερικές φορές ο δήμος επέλεγε καλύτερα απ’ όσο το συνειδητοποιούσε» [P. Green: «Οι Ελληνοπερσικοί πόλεμοι»].
Εν τω μεταξύ, οι όλο και περισσότερες αναφορές περί των περσικών στρατιωτικών προετοιμασιών, καθιστούσαν σαφές ότι η άμυνα της πόλης έπρεπε να οργανωθεί χωρίς καθυστέρηση.

Ο νεαρός Θεμιστοκλής, πιστός στο δόγμα μεταφοράς του επερχόμενου πολέμου στη θάλασσα, πρότεινε την οχύρωση του Πειραιά, την εγκατάλειψη της Αθήνας και την εναπόθεση όλων των ελπίδων σε μια αποφασιστική ναυτική σύγκρουση.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρόταση αυτή συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση της αριστοκρατικής, ολιγαρχικής μερίδας.
Οι αριστοκρατικοί κύκλοι της πόλης στηρίζονταν στα έσοδα των γαιοκτησιών τους και μια ενδεχόμενη εγκατάλειψή της, θα σήμαινε την οικονομική καταστροφή τους από τις λεηλασίες των εισβολέων.
Μαζί τους συμπαρατάχθηκαν οι αγρότες και όσοι είχαν ανεπτυγμένη την αίσθηση της τιμής, σχετικά με την υπεράσπιση της πατρίδας, της οικογενειακής εστίας και των προγόνων.
Ο Θεμιστοκλής είχε να αντιμετωπίσει το μεγάλο βάρος της παράδοσης και μοιραία υποχώρησε.
Το 492 π.Χ. (πιθανότατα) το ναυτικό του πρόγραμμα ματαιώθηκε, μολονότι η Εκκλησία του Δήμου είχε ψηφίσει υπέρ της οχύρωσης του Πειραιά.
Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να παραμείνουν και να υπερασπίσουν τη γη των πατέρων τους.
Δεν το ήξερε ακόμη, αλλά το κλέος του, δεν βρισκόταν στον Μαραθώνα αλλά στη Σαλαμίνα.
Προς το παρόν θα συμπαρατασσόταν στην οπλιτική φάλαγγα μαζί με τον Μιλτιάδη και τον Αριστείδη και για τα επόμενα δέκα χρόνια δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί εξαιτίας του «τροπαίου» που θα κέρδιζε ο πρώτος στον Μαραθώνα.
Απέναντι στην περσική απειλή όμως, δεν υπήρχε χρόνος για περαιτέρω διαφωνίες.
Οι δύο παρατάξεις ειρήνευσαν, προετοιμάσθηκαν για την άμυνα και  έσπευσαν ενωμένοι να συναντήσουν το πεπρωμένο τους και να πολεμήσουν υπέρ πίστεως και πατρίδος, στον Μαραθώνα.

Νίκος Γιαννόπουλος
ιστορικός

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here