του Andrew Nagorski

Ο Μπένζαμιν Φέρεντς, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Γερμανίας, ήταν ερευνητής των εγκλημάτων πολέμου των  Ναζί.

Αμερικανός δικηγόρος, ουγγρικής και εβραϊκής καταγωγής, χάρη σε ένα συνδυασμό τύχης και επιμονής βρέθηκε σε ηλικία 27 ετών στη Νυρεμβέργη ως αρχιεισαγγελέας στη «μεγαλύτερη δίκη ανθρωποκτονίας στην Ιστορία».

Φοιτητής στο Χάρβαρντ και οι πρώτες έρευνες 

Ο Φέρεντς γεννήθηκε την Τρανσυλβανία της Ρουμανίας από οικογένεια Ουγγροεβραίων που μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν ήταν βρέφος.
Ζούσε στο Χελς Κίτσεν, στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας στην οποία δούλευε ο πατέρας του ως θυρωρός.
Αρχικά, το δημόσιο σχολείο τον απέρριψε επειδή σε ηλικία έξι ετών έδειχνε πολύ μικρός και επιπλέον μιλούσε μόνο γίντις.
Όμως, αφού φοίτησε σε διάφορα σχολεία σε άλλα μέρη της πόλης, ξεχώρισε ως «προικισμένο παιδί» και έγινε ο πρώτος στην οικογένειά του που πήγε στο κολέγιο.
Στη συνέχεια πήρε πτυχίο Νομικής από το Χάρβαρντ χωρίς ποτέ να χρειαστεί να πληρώσει δίδακτρα.

Στο τέλος του 1944 ο δεκανέας Φέρεντς μετατέθηκε από το Πεζικό στο Τμήμα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης της Τρίτης Στρατιάς του στρατηγού Πάτον, κάτι που τον ενθουσίασε, καθώς μάλιστα του είπαν ότι θα ήταν μέλος της νέας ομάδας εκδίκασης εγκλημάτων πολέμου.

Καθώς οι αμερικανικές δυνάμεις προήλαυναν στη Γερμανία, λάμβαναν πολλές αναφορές για αεροπόρους των Συμμάχων που είχαν πέσει με αλεξίπτωτο σε γερμανικό έδαφος και είχαν δολοφονηθεί εκεί από τους ντόπιους.
Έτσι, ανέθεσαν στον Φέρεντς να διερευνήσει τέτοιες περιπτώσεις και να συλλάβει τους ενόχους.
«Η μόνη εξουσία που είχα πήγαζε από το 45άρι πιστόλι στη μέση μου και από το γεγονός ότι ο αμερικανικός Στρατός είχε πλημμυρίσει την πόλη», είπε αργότερα ο Φέρεντς.

Στο τέλος του 1944 ο δεκανέας Φέρεντς έγινε μέλος της νέας ομάδας εκδίκασης εγκλημάτων πολέμου.Wikipedia

Η «Κόλαση» των στρατοπέδων συγκέντρωσης

Καθώς ερευνούσε όλο και περισσότερες περιπτώσεις πιλότων που είχαν καταρριφθεί, ο Φέρεντς ήταν προσηλωμένος στη δουλειά του, χωρίς όμως να γίνεται εκδικητικός.
Η διάθεσή του άλλαξε άρδην όταν του ανέθεσαν να μπαίνει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που μόλις είχαν ελευθερωθεί και να συγκεντρώνει στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε βάρος των επικεφαλής αυτών των σφαγείων.
Μπαίνοντας στο ένα στρατόπεδο μετά το άλλο και βλέποντας τα πτώματα που ήταν διασκορπισμένα παντού και τους αποσκελετωμένος επιζήσαντες έδειχνε μία κάποια δυσπιστία.
«Το μυαλό μου δεν μπορούσε να δεχτεί αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου», έγραψε αργότερα.
«Κοίταζα την ίδια την Κόλαση».
Στο Μπούχενβαλντ βρήκε δύο συρρικνωμένα κρανία κρατουμένων που οι αξιωματικοί των «SS» είχαν βάλει σε περίοπτη θέση.
Στο Μάουτχαουζεν βρήκε στοίβες ανθρώπινα οστά στον πυθμένα ενός λατομείου, λείψανα εργατών που τους είχαν πετάξει από έναν γκρεμό όταν δεν μπορούσαν να δουλέψουν άλλο.
Η οργή του Φέρεντς όλο και μεγάλωνε και μετατρεπόταν σε μία φλογερή επιθυμία να κάνει κάτι.

Η ανακάλυψη απόρρητων εγγράφων

Μετά από μία σύντομη διαμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Φέρεντς επέστρεψε στη Γερμανία και εντάχθηκε στην ομάδα του στρατηγού Τέιλορ, η οποία ασχολούνταν με τις δίκες των εγκληματιών πολέμου στη Νυρεμβέργη.

Ο Φέρεντς πήρε εντολή να πάει στο Βερολίνο και να δημιουργήσει εκεί έναν κλάδο ερευνητών εγκλημάτων πολέμου.

Μετά από μία σύντομη διαμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Φέρεντς επέστρεψε στη Γερμανία και εντάχθηκε στην ομάδα του στρατηγού Τέιλορ, η οποία ασχολούνταν με τις δίκες των εγκληματιών πολέμου στη Νυρεμβέργη. Wikimedia Commons

Την άνοιξη του 1947 ένας από τους καλύτερους ερευνητές του όρμησε στο γραφείο του και του είπε για μία μεγάλη ανακάλυψη που είχε κάνει.
Ενώ ερευνούσε ένα παράρτημα του Υπουργείου Εξωτερικών κοντά στο αεροδρόμιο Τέμπελχοφ, βρήκε μία απίστευτη σειρά απόρρητων αναφορών που είχαν σταλεί στην Γκεστάπο.
Έδιναν λεπτομέρειες σε καθημερινή βάση για μαζικούς τουφεκισμούς και για τις πρώτες πειραματικές εκτελέσεις με αέρια που είχαν γίνει στο Ανατολικό Μέτωπο και είχαν ως θύματα Εβραίους, Τσιγγάνους και άλλους μη στρατιωτικούς «εχθρούς» του Τρίτου Ράιχ.

Δράστες ήταν τα Άινζατσγκρουπεν, τα ειδικά τάγματα θανάτου στα οποία είχε ανατεθεί αυτό το έργο πριν δημιουργηθούν οι θάλαμοι αερίων στα στρατόπεδα.
Ο Φέρεντς πήρε μία μικρή αριθμομηχανή και άρχισε να προσθέτει τους αριθμούς των θυμάτων που έδιναν αυτές οι λακωνικές αναφορές περί θανατώσεων.

«Όταν πέρασα το ένα εκατομμύριο, σταμάτησα την πρόσθεση», διηγήθηκε. Μου ήταν αρκετό».

Προσπάθειες για ακόμη μία δίκη 

Ο Φέρεντς έσπευσε στη Νυρεμβέργη όπου ενημέρωσε τον Τέιλορ για αυτά τα ευρήματα και τον προέτρεψε να τα χρησιμοποιήσει σε μία νέα δίκη.
Η αντίδραση του Τέιλορ ήταν πιο ψύχραιμη και μετρημένη από όσο περίμενε ο Φέρεντς.
Ο στρατηγός τού εξήγησε ότι ήταν απίθανο να αποφασίσει το Πεντάγωνο να διαθέσει κονδύλια και προσωπικό για άλλες δίκες πέρα από εκείνες που είχαν προγραμματιστεί ήδη.
Άλλωστε, ο κόσμος δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να παρακολουθήσει και άλλες δίκες.
Ο Φέρεντς επέμεινε λέγοντας ότι αν δεν αναλάμβανε κανείς άλλος την υπόθεση θα το έκανε ο ίδιος, παράλληλα με τα άλλα του καθήκοντα.
Ο Τέιλορ συμφώνησε και τον όρισε αρχιεισαγγελέα για τη συγκεκριμένη δίκη. Ήταν μόλις 27 ετών.

Η χρήση της λέξης «γενοκτονία» και επίκαιρη δήλωση του Φέρεντς

Η δίκη διήρκεσε από τους 29 Σεπτεμβρίου 1947 έως τις 12 Φεβρουαρίου 1948.
Στην εναρκτήρια αγόρευσή του, ο Φέρεντς δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν υπεύθυνοι για «την προμελετημένη σφαγή άνω του ενός εκατομμυρίου αθώων και ανυπεράσπιστων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η οποία υπαγορεύτηκε όχι από κάποια στρατιωτική αναγκαιότητα αλλά από εκείνη την ακραία διαστροφή της σκέψης, τη ναζιστική θεωρία περί ανώτερης φυλής».

Μετά ανέλυσε τα στοιχεία για να δείξει πώς προέκυπτε αυτός ο τεράστιος αριθμός.
Τα τεκμήρια έδειχναν τα τέσσερα Άινζατσγκρουπεν, «διέπρατταν κατά μέσο όρο 1.350 φόνους την ημέρα περίπου για ένα διάστημα δύο ετών. Έτσι μία κανονική μέρα σφαγιάζονταν 1.350 άνθρωποι και αυτό γινόταν επί επτά ημέρες την εβδομάδα και για περισσότερες από 100 εβδομάδες».

Ο νεαρός εισαγγελέας έκλεισε την εναρκτήρια αγόρευσή του με μία φράση που θα έβρισκε μεγάλη απήχηση σε εκείνους που τις επόμενες δεκαετίες θα επιδίωκαν την απόδοση δικαιοσύνης για τέτοια μνημειώδη εγκλήματα. Wikimedia Commons

Ο Φέρεντς χρησιμοποίησε ένα νέο όρο για να περιγράψει τα εγκλήματα των κατηγορουμένων: γενοκτονία.
Είχε επινοηθεί από έναν πολωνοεβραίο πρόσφυγα και δικηγόρο, τον Ραφαέλ Λέμκιν, ο οποίος, από το 1933 ήδη, είχε προσπαθήσει να πείσει τον κόσμο ότι η απειλή του Χίτλερ ότι θα εξοντώσει μία ολόκληρη φυλή ήταν εξαιρετικά σοβαρή.
Ο Φέρεντς συναντήθηκε με τον Λέμκιν στους διαδρόμους του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, όπου ο δεύτερος προσπαθούσε πυρετωδώς να επιτύχει την αναγνώριση της γενοκτονίας ως ενός νέου είδους διεθνούς εγκλήματος.
Λόγω των έντονων εκκλήσεων του Λέμκιν, ο Φέρεντς συμπεριέλαβε σκόπιμα τον εαυτό στην εναρκτήρια αγόρευσή του.
Το νόημα που του απέδωσε ήταν αυτό της «εξόντωσης ολόκληρων κατηγοριών ανθρώπινων όντων».
Ο νεαρός εισαγγελέας έκλεισε την εναρκτήρια αγόρευσή του με μία φράση που θα έβρισκε μεγάλη απήχηση σε εκείνους που τις επόμενες δεκαετίες θα επιδίωκαν την απόδοση δικαιοσύνης για τέτοια μνημειώδη εγκλήματα.
«Αν αυτοί οι άνθρωποι μένουν ατιμώρητοι τότε ο νόμος έχει χάσει το νόημα του, και ο άνθρωπος θα πρέπει να ζει με τον φόβο»

Απόσπασμα από: Οι κυνηγοί των Ναζί, η καταδίωξη των εγκληματιών του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, του Andrew Nagorski, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Κρέμασα τους Ναζί στη Νυρεμβέργη και είμαι περήφανος γι’αυτό». Ο άγνωστος δήμιος του αμερικανικού στρατού που κρέμασε τους 10 κορυφαίους συνεργάτες του Χίτλερ στη Νυρεμβέργη 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here