Ο Δόγης Δάνδολος που έστρεψε τη Δ’ Σταυροφορία εναντίον της Κωνσταντινούπολης, την οποία άλωσε το 1204. Οι Βυζαντινοί θησαυροί κοσμούν ακόμη τα μουσεία της Ιταλίας

Το κείμενο έστειλε ο αναγνώστης μας, Αναστάσιος-Σπυρίδων Μαλεσιάδας 

Στις 12 Απριλίου του 1204 οι Σταυροφόροι, στο πλαίσιο της επονομαζόμενης Δ’ Σταυροφορίας, καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη και την λεηλατούν αγρίως, καταλύοντας προσωρινά την Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Όμως, ήταν από την αρχή η Σταυροφορία αυτοσκοπός της Μεσαιωνικής Δύσης; Πού «λοξοδρόμησε» η θρησκευτική φύση της Σταυροφορίας και ποια η ευθύνη των Βυζαντινών για το αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης εκστρατείας και της εμπλοκής των «Λατίνων» στα εσωτερικά δυναστικά ζητήματά τους;
Με την αποτυχία της Γ’ Σταυροφορίας (1198- 1192) οι Δυτικοί άρχισαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων. Το χαμηλό ηθικό των βασιλέων και των φεουδαρχών της Δύσης που αναλάμβαναν τις εκστρατείες, συμπορευόταν με το κοινό αίσθημα πολλών χιλιάδων απλών πιστών που επάνδρωναν τις γραμμές τους για να πολεμήσουν.
Η απογοήτευση ύστερα από τα υπέρογκα έξοδα, τις τόσες απώλειες και τα πενιχρά αποτελέσματα ήταν διάχυτη στις αυλές αλλά ακόμα περισσότερο στην Ρώμη και στο Βατικανό, την έδρα του Πάπα.

Οι πολιτικές και στρατηγικές που είχαν χαραχθεί στις προηγούμενες Σταυροφορίες, με τις φιλονικίες και τις έριδες μεταξύ των χριστιανών καθώς και η χαλύβδινη θέληση των μουσουλμάνων να διεκδικήσουν και να υπερασπίσουν ό,τι θεωρούσαν δική τους κτήση, είχαν εντείνει την ιδέα πως η κατάκτηση της Μέσης Ανατολής αποτελούσε σκοπό μη εφικτό, μία ιδέα μακρινή.
Ώσπου ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’, το 1198, για να ενισχύσει την επιρροή του και να εκτονώσει τις διχόνοιες μεταξύ των βασιλιάδων που αναλώνονταν σε εσωτερικούς πολέμους, ξεκίνησε την προσπάθεια αναζωπύρωσης του θρησκευτικού αισθήματος των χριστιανών επικαλούμενος τον «κοινό» σκοπό: Την Ιερουσαλήμ και τους Αγίους Τόπους.

Στην αρχή ο Ιννοκέντιος δε συνάντησε παρά πόρτες κλειστές. Οι απεσταλμένοι του στις ευρωπαϊκές αυλές, αν δεν λάμβαναν αδιάφορη αντιμετώπιση, συναντούσαν ακόμα και εχθρική.
Σε πολλές αυλές οι παπικοί αγγελιαφόροι εκδιώχθηκαν κακήν κακώς.
Εσωτερικοί πολιτικοί λόγοι ή πόλεμοι για τη διατήρηση ή την επέκταση της ισχύος, ακόμα και μεθοριακά ή αγροτικά ζητήματα είχαν προτεραιότητα στα βασιλικά ή φεουδαρχικά συμβούλια της μεσαιωνικής Δύσης.
Άλλοι απλώς αδιαφόρησαν στις εκκλήσεις.
Κανείς δεν έδειχνε να ασχολείται ή να ενθουσιάζεται με την προοπτική μίας νέας εκστρατείας.

Όμως, παρ’ όλη την ουδέτερη στάση και με την προσδοκία μελλοντικών κερδών (όχι θρησκευτικών όπως «μία θέση στον Παράδεισο») συμφώνησαν «εν ονόματι του Κυρίου».
Ο κόμης Τιμπό (Thibaut) της Καμπανίας, συγκέντρωσε υπό την αρχηγία του (εκλεγμένος από συμβούλιο φεουδαρχών, ομόφωνα) σχεδόν 34.000 άνδρες, σε κάστρο στη βορειοανατολική Γαλλία, κοντά στις γαλλικές Αρδένες, όπου διεξάγονταν αγώνες, το 1199.
Ο στρατός του απαρτιζόταν από σχεδόν 5.000 ιππείς (όχι ιππότες), 9.000 βοηθητικούς και 20.000 πεζούς.
Ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός για μη βασιλικό στρατό σε μία Ευρώπη που παράλληλα είχε εσωτερικούς σπαραγμούς. Ο Τιμπό, όμως, πέθανε το 1201 και αντικαταστάθηκε από τον Ιταλό κόμη Βονιφάτιο τον Μομφερατικό.

Το 1200, ο Βονιφάτιος οδήγησε αυτή την ισχυρή, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δύναμη προς τη βόρεια Ιταλία.
Εκεί, έχοντας στείλει αντιπροσωπείες στις δύο μεγάλες ναυτικές πολιτείες, τη Γένοβα και τη Βενετία, περίμενε τις αποκρίσεις τους ώστε να μεταφερθεί αυτός ο στρατός στην Αίγυπτο.
Οι Γενοβέζοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον να ναυπηγήσουν νέο στόλο, σταυροφορικό, για να μεταφέρουν τους άνδρες του Βονιφάτιου.
Η αντιπροσωπεία που εστάλη γύρισε άπραγη. Η αντιπροσωπεία όμως που πήγε στη Βενετία δε συνάντησε την ίδια αντιμετώπιση.
Τα ώτα εκεί ήταν ευήκοα και έτσι ο Δόγης (κυβερνήτης) Ενρίκο Ντάντολο συμφώνησε στη ναυπήγηση περισσότερων πλοίων, μεταγωγικών και πολεμικών ώστε να συνοδεύσουν τους Σταυροφόρους.
Μαζί με εκείνα μάλιστα, προς επίρρωσιν των ήδη υπαρχουσών δυνάμεων, θα έδινε και 5.000 στρατιώτες. Επίσης, μεσολάβησε και με αντιπροσώπους της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση του μεγέθους της σταυροφορικής δύναμης.

Φυσικά ο Ντάντολο γνώριζε πολύ καλά τα γεγονότα στις περιοχές όπου δραστηριοποιείτο το βενετικό εμπόριο όπως και τις ευκαιρίες που θα του δίνονταν αν η εκστρατεία ήταν επιτυχής. Άλλωστε οι όροι και οι πληρωμές που ζήτησε από τους Σταυροφόρους (καθότι μονοπωλούσε τη μεταφορά ύστερα από την αδιαφορία των Γενοβέζων) ήταν πολύ αυστηροί και προσοδοφόροι για τον λαό των εμπόρων και ναυτικών που κυβερνούσε.
Ο Ντάντολο τους ζήτησε 85.000 αργυρά μάρκα και τα μισά εδάφη της κατάκτησης.
Οι όροι του ήταν να έχει μονοετή προθεσμία για τη διαμονή και την προετοιμασία επί βενετικού εδάφους του σταυροφορικού στρατού. Επίσης, ο σταυροφορικός στρατός θα αναχωρούσε και από τα λιμάνια της Μασσαλίας, της Φλάνδρας και έπειτα από ειδική συμφωνία, της Γένοβας.
Έτσι, τον Μάρτιο του 1201, με την έλευση των τελευταίων ενισχύσεων και την αριθμητική συμπλήρωση του σταυροφορικού σώματος, ξεκίνησαν και τα προβλήματα.
Οι φεουδάρχες μετά βίας είχαν συγκεντρώσει το ποσό των 51.000 αργυρών μάρκων και οι Βενετοί φυλάκισαν συλλήβδην την ηγεσία της Σταυροφορίας απαιτώντας τα χρήματά που τους είχαν υποσχεθεί. Στη νησίδα Λίντο άλλαξε η τροπή της ιστορίας.

Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη (Ευγένιος Ντελακρουά, 1840)

Ο Δόγης Ντάντολο αποφάσισε να «εξαργυρώσει» τη διαφορά των χρημάτων και να εξαλείψει το χρέος χρησιμοποιώντας το εκστρατευτικό σώμα των Σταυροφόρων προς όφελος της Βενετίας.
 Η πολιορκία της Ζάρα
Κάθε θρησκευτικότητα είχε ήδη εξανεμιστεί. Ο στρατός που προοριζόταν για τους Αγίους Τόπους, θα κατευθυνόταν εναντίον της πόλης Ζάρα στη Δαλματία, η οποία ήταν μεταξύ εκείνων που προμήθευαν ξυλεία στη Βενετία και είχε πρόσφατα αποσκιρτήσει από την Ενετική «αγκάλη». Εκείνη τη στιγμή, έχαιρε της προστασίας του καθολικού βασιλείου των Ούγγρων.
Ο Πάπας αντιτάχθηκε στην ιδέα πως η Σταυροφορία θα στρεφόταν εναντίον χριστιανών και μάλιστα καθολικών. Σε επιστολή του ανέφερε πως θα αφόριζε όποιον Σταυροφόρο έκανε κακό σε χριστιανό. Οι ηγέτες της Σταυροφορίας κράτησαν κρυφή από τους στρατιώτες την επιστολή και το περιεχόμενό της, γνωρίζοντας πως θα το φόβητρο του αφορισμού θα έπληττε το ηθικό τους.
Ο παπικός αντιπρόσωπος, όμως, καρδινάλιος Καπουάνο απρόθυμα και όντας ανήμπορος μπροστά στην οικονομική και ουσιαστικά στρατιωτική ισχύ του Ντάντολο, συμφώνησε. Έτσι, η εκστρατευτική δύναμη ξεκίνησε προς την πρώτη της πολεμική αποστολή: την υποταγή της Ζάρα.
Η πόλη της Ζάρα δεν αποτέλεσε δύσκολο αντίπαλο για τις σταυροφορικές δυνάμεις. Μάλιστα οι κάτοικοί της βλέποντας τις μεγάλες σημαίες και τα λάβαρα με τους Σταυρούς, θεώρησαν πως οι ομόδοξοί τους βαδίζουν για τη νέα Σταυροφορία. Κανείς τους δε γνώριζε την πραγματική αιτία της έλευσης αυτού του στρατού. Η πολιορκία της Ζάρα κράτησε ελάχιστες μέρες.
Το αποτέλεσμα της πολιορκίας ήταν η εκτενής λεηλασία της πόλης και ο οικονομικός στραγγαλισμός της περιοχής για το συμφέρον των Ενετών. Οι οχυρώσεις της Ζάρα διαλύθηκαν και έτσι η Βενετία ικανοποιήθηκε.
Την ίδια στιγμή που οι Σταυροφόροι κατέστρεφαν τη Ζάρα, ο Βονιφάτιος φοβούμενος τις απειλές του Πάπα, δεν συμμετείχε στην εκστρατεία και είχε ταξιδέψει στην αυλή του ξαδέρφου του όπου η γνωριμία του με τον πρίγκιπα του Βυζαντίου Αλέξιο Άγγελο άλλαξε για άλλη μία φορά την τροπή της Σταυροφορίας.

Αλέξιος Δ’ Άγγελος

Ο γιος του ανατραπέντος Ισαάκιου Β’ Αγγέλου, Αλέξιος Δ’ Άγγελος ενημερωμένος για την έναρξη της νέας Σταυροφορίας ζήτησε από το Βονιφάτιο τη συνδρομή της δύναμής του ώστε να εκθρονίσει τον θείο του, Αλέξιο Γ’ Άγγελο και να επαναφέρει στο θρόνο τον πατέρα του (εξασφαλίζοντας φυσικά τον εαυτό του στη διαδοχή).
Αυτή την κίνηση τη συνόδευσε με την ανάλογη προσφορά: Αποπληρωμή όλων των χρεών της σταυροφορικής δύναμης στους Ενετούς, χορήγηση 10.000 επαγγελματιών στρατιωτών προς αρωγή της Σταυροφορίας, βάσεις ανεφοδιασμού σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας, συντήρηση 500 ιππέων στις κατακτηθείσες περιοχές των Αγίων Τόπων, συνδρομή του βυζαντινού ναυτικού στη μεταφορά της δύναμης στην Αίγυπτο και παροχή συνοδείας για ασφαλή διέλευση και ανεφοδιασμού μελλοντικά.
Μα το σημαντικότερο και το μόνο θρησκευτικό χαρακτηριστικό, κάτι το οποίο «έπεσε στο τραπέζι» για να μην μπορεί να αρνηθεί ο Βονιφάτιος την προσφορά, ήταν η υποταγή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Καθολική και η υποταγή της στον Πάπα.
Ο σταυροφορικός στρατός διαχείμασε στη Ζάρα και ο στόλος συγκεντρώθηκε στην Κέρκυρα. Η εκστρατευτική δύναμη εναντίον της Πόλης ανεφοδιάστηκε με 300 πολιορκητικές μηχανές που τοποθετήθηκαν επί των πλοίων, όπως σκάλες, γάντζοι, πύργοι.
Ο Πάπας, στην αναγγελία της απόφασης αυτής από τους Σταυροφόρους τους παρότρυνε να μη συνεχίσουν περαιτέρω επιθέσεις εναντίον χριστιανών και να εκστρατεύσουν εναντίον μουσουλμάνων, χωρίς όμως φυσικά να ασκήσει άλλη πίεση (απειλή αφορισμού ή αφορισμό και καταδίκη της εκστρατείας). Το σώμα έφτασε στην Πόλη στις 23 Ιουνίου του 1203.
Το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσε σχεδόν 25.000 άνδρες με 200 πλοία έναντι 15.000 Βυζαντινών με μόλις 20 πλοία. Η φρουρά της Πόλης ήταν καταφανώς μειωμένη αριθμητικά εξαιτίας των αναγκών των συνόρων, αλλά όλες οι μονάδες που στάθμευαν μέσα στην πόλη, υπαγόμενες στην αυτοκρατορική εφεδρεία, θεωρούνταν επίλεκτες. Οι 5.000 άνδρες ανήκαν στην Αυτοκρατορική Φρουρά, την επονομαζόμενη «Βαράγγειο Φρουρά».
Στους επόμενους μήνες οι Σταυροφόροι συναντούσαν τη σθεναρή αντίσταση των Βυζαντινών και η κατάσταση είχε τελματώσει. Όμως το ηθικό των υποστηρικτών του Αλεξίου Γ’ κλονίστηκε όταν εκείνος διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη με μεγάλο χρηματικό ποσό.
Έτσι, ο Αλέξιος ο Δ’ ως συνεχιστής της γραμμής διαδοχής, αποκατέστησε τον πατέρα του και αφού από σχετική πίεση των Δυτικών που αναγνώριζαν μοναχά την εξουσία του πατέρα του Ισαάκιου Β’, ονομάστηκε συν-αυτοκράτωρ.
Ο Αλέξιος Δ’ τότε, αντίκρισε τη σκληρή αλήθεια. Τα ταμεία ήταν άδεια, πιο άδεια απ’ όσο θα σκεφτόταν στον χειρότερο εφιάλτη του.
Οι Σταυροφόροι όμως είχαν στο νου τους όλα εκείνα που τους είχε υποσχεθεί και τους είχαν οδηγήσει εξαρχής στην Κωνσταντινούπολη.
Η πίεση που δεχόταν για την εκπλήρωση των υποσχέσεών του ήταν τόση που κατέφυγε σε ένα μέτρο που του κόστισε την ίδια του τη ζωή: Διέταξε την καταστροφή των εικόνων και όλων των λατρευτικών κειμηλίων καθώς και χρυσών ή επάργυρων αντικειμένων με σκοπό την αποπληρωμή των Δυτικών.

Ο Αλέξιος Ε΄ Δούκας, ο επονομαζόμενος Μούρτζουφλος

Ο λαός ξεσηκώθηκε και επικράτησε αναταραχή. Ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός και ως Μούρτζουφλος στραγγάλισε τον αυτοκράτορα και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ως Αλέξιος Ε’. Λίγο αργότερα απεβίωσε από φυσικά αίτια και ο Ισαάκιος Β’.
Ο Ιννοκέντιος απέστειλε ξανά επιστολή που διέταζε τη μη περαιτέρω συνέχιση της πολιορκίας και τη θανάτωση άλλων χριστιανών από χριστιανούς. Οι αντιπρόσωποι την έκρυψαν.
Οι καθολικοί ιερείς άσκησαν πίεση στους Σταυροφόρους ώστε να σκοτώσουν τους «αιρετικούς» Βυζαντινούς. Μόλις ο καιρός ήταν πιο ευνοϊκός, οι δυνάμεις των Σταυροφόρων νίκησαν τους εναπομείναντες Βυζαντινούς στα τείχη και τις οχυρώσεις και εισήλθαν στην Πόλη. Ο Αλέξιος Ε’ είχε ήδη εγκαταλείψει την πόλη με την οικογενειακή του περιουσία.
Η λεηλασία που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Έργα τέχνης, εικόνες, άμβωνες, ιερά, εκκλησίες, σπίτια, καταστράφηκαν ή μεταφέρθηκαν όπως ακριβώς ήταν, στη Βενετία.
Παλάτια, δρόμοι, πόρτες, ακόμα και άνθρωποι έγιναν για τις επόμενες τρεις μέρες πεδίο αχαλιναγώγητης τέρψης και αρρωστημένης επικυριαρχίας από τους Σταυροφόρους.
Μοναστήρια ολόκληρα σφαγιάστηκαν, μοναχές βιάστηκαν και εκπορνεύτηκαν και οι θησαυροί μεταφέρονταν με καράβια, ακόμα και με τα πόδια πίσω στις ιδιαίτερες πατρίδες των ανδρών.
Η αξία της λεηλασίας είναι δύσκολο να οριοθετηθεί. Λέγεται πως κυμαίνεται ανάμεσα στα 800.000 με 1.000.000 αργυρά μάρκα.
Τα 150.000 τα έλαβαν οι Ενετοί, 100.000 μοιράστηκαν ανάμεσα στους Σταυροφόρους και τα υπόλοιπα έγιναν βορά κόμητων, ευγενών και φεουδαρχών.
Η πολιτιστική αξία της λεηλασίας είναι ακαθόριστη. Ακόμα και σήμερα Βυζαντινοί θησαυροί κοσμούν τα μουσεία και τις πόλεις της Ιταλίας.
Η, μόνο κατ’ όνομα, Δ’ Σταυροφορία κατέλυσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και απέδειξε πως η θρησκεία απετέλεσε αφορμή για τις επιχειρήσεις και την επιβολή θέσεων και εξουσίας.
Το χρήμα και η υλική δύναμη είναι ο μοχλός που κινεί το ρου της ιστορίας με τροχό τη βία. Εγκαινίασε την Λατινοκρατία στην Ελλάδα και ανετράπη 59 έτη αργότερα με την ανασύσταση της Αυτοκρατορίας από τους Παλαιολόγους. Η άλωση της «απόρθητης» Πόλης, έδωσε ένα ακόμη χτύπημα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η παρακμή της οποίας προετοίμαζε το έδαφος για την επικείμενη κατάλυσή της.

Όσοι αναγνώστες επιθυμούν να στέλνουν κείμενα μπορούν να μας τα στέλνουν στη διεύθυνση: [email protected] Εφόσον τηρούνται κάποιες προϋποθέσεις, που έχουν να κάνουν με το ύφος της ιστοσελίδας, θα δημοσιεύονται. Η ΜτΧ δεν ευθύνεται για τυχόν ανακρίβειες στα κείμενα των αναγνωστών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Υγρό πυρ. Το μυστικό όπλο των Βυζαντινών που χρησιμοποίησε ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος και κατατρόπωσε τους Άραβες που πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη
Ένοχοι και Αθώοι
 
 
 

Στην ίδια κατηγορία

 
 
 
 

Δείτε επίσης...

 
 
 
 
Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια