Έλληνες ναυτικοί που έγιναν θρύλοι στη Ρωσία. Από τον ένδοξο ναύαρχο Μπότση που έσωσε την Αγ. Πετρούπολη στην οικογένεια Αρκά από το Λιτόχωρο που έγραψε ναυτική ιστορία στη Μαύρη Θάλασσα

Γράφει ο Ευάγγελος  Γρυπιώτης, ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας

Aπ’ τα πρώτα, κιόλας, στάδια της δημιουργίας και θεμελίωσης του ρωσικού στόλου από τον γεννήτορα του και «πατέρα» του ρωσικού έθνους Μεγάλο Πέτρο μέχρι τους  αγώνες της εθνεγερσίας του 1821,  η συμμετοχή Ελλήνων καπεταναίων αξιωματικών και κάθε ειδικότητας ναυτικών στις τάξεις του είναι τέτοια που αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία των δυο λαών.

Οι εξαιρετικές δεξιότητες και η αδιαμφισβήτητη ναυτοσύνη των Ελλήνων τους καθιστούν απαραίτητους στην στελέχωση του στόλου με έμπειρα κι ετοιμοπόλεμα πληρώματα – καπεταναίους κι αξιωματικούς. Η κοινή ιστορία και το κοινό δόγμα καθιστούν τα δύο έθνη κρίκους μιας άρρηκτης σχέσης στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν.

Ο Μεγάλος Πέτρος αποκαλεί τον εαυτόν του «Πέτρος Αυτοκράτωρ Ρωσογραικών»

Ο Μεγάλος Πέτρος διακατέχεται από φιλελληνικά αισθήματα, τα οποία δεν παραλείπει ποτέ να εκφράζει στις επίσημες συγκεντρώσεις και ομιλίες του. Τιμά και προβάλλει τον ελληνικό πολιτισμό, τα ελληνικά γράμματα και την προσφορά τους σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Υπερηφανεύεται για τις σχέσεις φιλίας και συνύπαρξης των δύο ομόδοξων λαών από την εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, της οποίας οι τσάροι της Ρωσίας θεωρούνται κληρονόμοι και συνεχιστές. Αποκαλεί τον εαυτόν του «Πέτρος Αυτοκράτωρ Ρωσογραικών», τίτλος που αναγράφεται σε χαλκογραφία του που φιλοτεχνήθηκε το 1710 στο Άμστερνταμ.

Πίνακας ενός από τα  πρώτα ιστιοφόρα πλοία του ρωσικού στόλου από το ναυτικό μουσείο της Αγίας Πετρούπολης

Το 1711 εκδίδει προκήρυξη με την οποία καλεί όλους τους ορθόδοξους λαούς που στενάζουν κάτω απ’ την μπότα του Τούρκου κατακτητή ν’ αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό.
Μεγάλος αριθμός Ελλήνων, που έχουν απογοητευθεί από τις δυτικές δυνάμεις και τις κούφιες υποσχέσεις τους, καταφεύγουν στη Ρωσία και συμμετέχουν δυναμικά στη ζωή της αυτοκρατορίας,  εναποθέτοντας παράλληλα τις ελπίδες τους για την απελευθέρωση του Γένους στην βοήθεια των ομόδοξων Ρώσων.
Είναι η εποχή που γράφεται το προφητικό βιβλίο «Αγαθάγγελος» από τον μοναχό Θεόκλητο Πολυείδη που αναφέρεται στην ανάσταση των Ελλήνων με την βοήθεια του ξανθού Γένους υπονοώντας τους Ρώσους. Η ελπίδα της λευτεριάς από το «σεφέρι» (στρατό) του «Μόσχοβου» (των Ρώσων) που θα κατέβει από τον Βορά, γίνεται δημοτικό τραγούδι:

«Ακόμα τούτ’ η άνοιξη, ραγιάδες-ραγιάδες, τούτο το καλοκαίρι, καημένη Ρούμελη, όσο να’ρθει ο Μόσχοβος, ραγιάδες-ραγιάδες, να φέρει το σεφέρι, Μοριά  και Ρούμελη»

«ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΝΙΕΦΣΚΙ».
Ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο, σκαρί του 17ου αιώνα.

Τα ίδια φιλελληνικά αισθήματα διακατέχουν και τους διαδόχους και συνεχιστές του, που με τις ενέργειες και την πολιτική τους τονώνουν και αναζωπυρώνουν  τα  αισθήματα και τις  ελπίδες για ανεξαρτησία, ενός λαού υπόδουλου μα υπερήφανου.
Αισθήματα που φθάνουν στο σημείο θρησκευτικής ευλάβειας και  λατρείας, την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης, όπου οι μυριάδες των ραγιάδων σ’ ολόκληρη την σκλαβωμένη Ελλάδα προσκυνούν την εικόνα  της και της ανάβουν καντήλι βάζοντας την δίπλα στα εικονίσματα του Χριστού και της Παρθένου Μαρίας.

Η  προστατευτική ασπίδα που υψώνει η κραταιά αυτοκρατορία επάνω από το Ελληνικό ναυτεμπόριο, με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), βοηθά τον αγώνα του πολύπαθου Γένους για ελευθερία και ανεξαρτησία, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στη νικηφόρα έκβαση της επανάστασης του 1821.
Σηματοδοτεί την δημιουργία και την ύπαρξη του τεράστιου ελληνικού εμπορικού στόλου που κυριαρχεί στο ναυτεμπόριο, θεμελιώνοντας την οριστική επικράτηση του ελληνικού εφοπλισμού στους αιώνες που ακολουθούν.

Οι Έλληνες μεταναστεύουν πλέον κατά χιλιάδες στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Δημιουργούν παροικίες, στήνουν εμπορικούς σταθμούς , δίκτυα και εμπορεύονται  ελεύθερα στα ρωσικά λιμάνια της Μαύρης θάλασσας, μεταφέροντας από τις αγορές της νότιας Ρωσίας σιτηρά κι άλλα εμπορεύματα στα λιμάνια της Ευρώπης.

Στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μία Ελλάδα ανασταίνεται, ακμάζει οικονομικά και πνευματικά, γίνεται χώρος ίδρυσης της  Φιλικής Εταιρείας, απ’ όπου θα ξεπηδήσει η σπίθα της επανάστασης, η οποία θα οδηγήσει στην απελευθέρωση της κυρίως Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό.

« Η Οδησσός των Ελλήνων»

Η Μεγάλη Αικατερίνη υπογράφει το διάταγμα ίδρυσης της πόλης και την ευνοεί με την αναπτυξιακή της πολιτική. Καταλυτικό  το ελληνικό στοιχείο στην Οδησσό.
Άνθηση πνευματική με Βικέλα, Οικονόμου, Ψυχάρη αλλά και εμπορική – επιχειρηματική με περιώνυμους Έλληνες και προεξέχοντα τον Θόδωρο Ροδοκανάκη αλλά και τους Ράλλη, Παππούδωθ,  Ζαρίφη, Μαύρο κ.ά. Μα και δαιμόνιους εφοπλιστές που δεν υστερούν έναντι των άλλων στην ανάπτυξη της πόλης, όπως οι Μαρασλής, Ροσολύμος, Μαυροκορδάτος, Σκυλίτσης, Αργέντης – όλοι νησιώτες από το Αιγαίο και το Ιόνιο.

Ένα από τα πρώτα πλοία του Ρωσικού ναυτικού.
Εμπνευσμένο από πίνακα του ναυτικού Μουσείου της Αγίας Πετρούπολις. Στον καθρέφτη της πρύμνης του δεσπόζει ξυλόγλυπτος ο θυρεός της Αυτοκρατορίας.
Την πλώρη του κοσμεί έφιππος πολεμιστής.

Ξεχωριστή προσωπικότητα, ο εθνικός μας ευεργέτης Γρηγόριος Μαρασλής. Παράλληλη δραστηριότητα με αυτήν της Οδησσού αναπτύσσουν οι ελληνικές παροικίες στην Χερσώνα και στο Νικολάγιεβ.

Ο ένδοξος ναύαρχος Ιβάν Φιοντόσεβιτς ήταν ο Ιωάννης Θεοδοσίου Μπότσης και έσωσε την Αγ. Πετρούπολη

Πρωτοπόρος, από τους Έλληνες που υπηρέτησαν ή συνήψαν εμπορικές ή άλλες σχέσεις με τον ρωσικό στόλο,  είναι  ο Ιωάννης Θεοδοσίου Μπότσης. Γνωστός στη Ρωσία ως Ιβάν Φιοντόσεβιτς που αναρριχήθηκε στα ανώτατα αξιώματα του νεοσύστατου ρωσικού ναυτικού υπηρετώντας το με τον βαθμό του υποναυάρχου (δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον αντιναύαρχο Κορνήλιο Κρούις) από το 1703 έως το 1714.
Γεννήθηκε λίγο μετά τα μέσα του 17 ου αιώνα, στη Δαλματία, περιοχή που ανήκε στην γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας και αποτελούσε καταφύγιο για τους χριστιανούς των Βαλκανίων που ήθελαν ν’ αποφύγουν τον Οθωμανικό ζυγό. Υπηρέτησε επί 17 ολόκληρα χρόνια στον βενετσιάνικο στόλο, αποκτώντας  τεράστια πείρα στις γαλέρες, μέχρι το 1702 που στρατολογήθηκε από τον Πιοτρ Τολστόι για το ρωσικό ναυτικό.

Μετά την στρατολόγηση του εγκαταστάθηκε στην Κροστάνδη, όπου ανέλαβε τη ναυπήγηση γαλεών (γαλερών), τύπο πλοίου που γνώριζε άριστα από την υπηρεσία του στους Ενετούς. Κάτω από την στιβαρή κι έμπειρη επίβλεψή του, ο στόλος ετοιμάστηκε γρήγορα επιδεικνύοντας υπό την έμπειρη διοίκηση του, λαμπρά κατορθώματα.

Το 1704-1705 συμβάλλει αποφασιστικά στην άμυνα της Αγίας Πετρούπολης ενάντια σε επίθεση των Σουηδών. Το 1708 καταλαμβάνει την πόλη Μπόργκο πυρπολώντας και καταστρέφοντας ολοσχερώς 15 σουηδικά εμπορικά πλοία. Το 1710 βοηθά στην κατάληψη του Βίμποργκ οδηγώντας στόλο 270 πλοίων μέσα στην παγωμένη θάλασσα, ανεφοδιάζοντας τις ρωσικές δυνάμεις που το πολιορκούν .
Τον Αύγουστο του 1712, με 24 πλοία σπάει τον θαλάσσιο αποκλεισμό των Σουηδών που πολιορκούσαν την Αγία Πετρούπολη, καταλαμβάνοντας 6 εχθρικά πλοία.
Το 1713 συμμετέχει με την μοίρα του ως διοικητής της οπισθοφυλακής στον βομβαρδισμό του Ελσίνκι. Ο Μπότσης ήταν από τους λίγους ξένους αξιωματικούς που, χάρη στις μοναδικές ικανότητες του και τον χαρακτήρα του, εντάχθηκε στο ρωσικό στόλο για «ισόβια» υπηρεσία.

Ήταν προσωπικός φίλος του Μεγάλου Πέτρου, έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τον Αυτοκράτορα και ήταν ένας από τους δύο που, στις 9 Φεβρουαρίου του 1712, συνόδευσε τον αυτοκράτορα στον γάμο του με την Αικατερίνη, αναλαμβάνοντας μαζί με τον Κρούις να «παραδώσει» τον γαμπρό στη νύφη, μιας και οι γονείς του Μεγάλου Πέτρου  δεν ζούσαν.
Όταν, τον Μάη του 1714, ο ένδοξος ναύαρχος απεβίωσε ο Μέγας Πέτρος κράτησε ως πολύτιμο κειμήλιο το σπαθί του φίλου του και συνταξιοδότησε την οικογένεια του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί Έλληνες καπετάνιοι, ναυτικοί, αλλά και αξιωματικοί του ρωσικού ναυτικού, με την μαχητικότητα και τα κατορθώματα, το επιχειρηματικό  δαιμόνιο ,τις ναυτιλιακές δραστηριότητες, τις αγαθοεργίες  και ευεργεσίες τους, σε Ρωσία και Ελλάδα, άφησαν ανεξίτηλο το όνομα τους στην κοινή ιστορία των δύο λαών.
Κάποιοι πολύ γνωστοί, όπως ο θρυλικός Έλληνας ναυμάχος Λάμπρος Κατσώνης και ο δαιμόνιος πειρατής που εξελίχθηκε στη συνέχεια σε μια από τις σημαντικότερες μορφές του Ελληνικού εφοπλισμού στην Μαύρη θάλασσα και εθνικός μας ευεργέτης Ιωάννης Βαρβάκης, για τους οποίους έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες και κάποιοι λιγότερο, στις γενιές που ακολούθησαν και στους σημερινούς πολίτες της πατρίδας μας.

Μοίρα του Ρωσικού στόλου προσεγγίζει την Αγία Πετρούπολη. Πίνακας του Έλληνα ζωγράφου Ελευθέριου Κλουβάτου (Λάδι σε μουσαμά)

Όλοι τους όμως υπήρξαν το ίδιο  σπουδαίοι και αξιοθαύμαστοι. Χάρη στην προσωπική έρευνα και το αρχειακό υλικό του Νίκου Βλαχόπουλου, επίτιμου πλέον προέδρου του ναυτικού μουσείου Λιτοχώρου, αναδεικνύεται μια, άγνωστη στους περισσότερους, πτυχή της Ιστορίας εκείνης της περιόδου. Είναι η πορεία ενός πνευματικού Έλληνα, του Ανδρέα Αρκά και της οικογένειας του στην δημόσια ζωή και την κοινωνία ενός από τα τρία σημαντικότερα λιμάνια και κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου της Μαύρης θάλασσας. Αυτό της πόλης του Νικολάγιεβ.

Οικογένεια  Ανδρέα  Αρκά: Από το Λιτόχωρο στο Νικολάγιεβ

Στις ανατολικές απολήξεις του Ολύμπου, ένα ένδοξο κεφαλοχώρι, το Λιτόχωρο, διατηρεί την περίοδο της Τουρκοκρατίας ένα σπάνιο για την εποχή, προνόμιο. Δεν διοικείται από τούρκο άρχοντα αλλά από εκλεγμένη από τους κατοίκους του, Δημογεροντία. Παρέχει στους νέους του 9ετή δωρεάν ελεύθερη φοίτηση, χάρη στην χρηματοδότηση εμπόρων, ναυτικών και γαιοκτημόνων κατοίκων του. Εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου σε σπουδαίο πνευματικό, εμπορικό και ναυτιλιακό, για την ευρύτερη περιοχή, κέντρο.

 

Η μονή του Αγίου Διονυσίου, σημαντικό πνευματικό εργαστήρι, αποτελεί για τους Έλληνες λόγιους και αγωνιστές, που διώκονται από τον κατακτητή, ασφαλές καταφύγιο και δρόμο διαφυγής για την ελεύθερη Ευρώπη και την ομόδοξη ρωσική αυτοκρατορία.
Στο Λιτόχωρο βρέθηκε τα χρόνια εκείνα, μία οικογένεια με πιθανή καταγωγή από την Αρκαδία της Πελοποννήσου, που καταγράφηκε στην κοινότητα με το επώνυμο Αρκά.
Ο Ανδρέας Αρκάς παντρεύεται την Λιτοχωρίτισσα Ασημίνα Χασκάρα και το 1793 φεύγουν, με την μεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τον πρωτότοκο γιο τους Ζαχαρία Αρκά (1793-1856) για το Νικολάγιεβ, στις ακτές της Μαύρης θάλασσας, όπου γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος της οικογένειας Νικόλαος Αρκάς (1816-1881).


Ο Ανδρέας Αρκάς ήταν ακέραιος χαρακτήρας με τεράστια μόρφωση. Ρωσικές πηγές αναφέρουν ότι μιλούσε 12 γλώσσες και  είχε εκδώσει ανάλογο λεξικό. Σκοπός της μετάβασης του στο Νικολάγιεβ ήταν να διδάξει ως καθηγητής κλασικών γλωσσών και Ιστορίας στη Ναυτική σχολή Πηδαλιούχων (κάτι αντίστοιχο με την Ελληνική σχολή Ναυτικών Δοκίμων) του Νικολάγιεβ.
Η ευρεία μόρφωση, η εργατικότητα και η τεράστια προσφορά μέσα από την διδασκαλία του στο ρωσικό ναυτικό, εκτιμάται ιδιαίτερα από την Διοίκηση της Σχολής και τις τοπικές αρχές που του προσφέρουν μόνιμη θέση, με συμβόλαιο διάρκειας. Έτσι η οικογένεια Αρκάδων ενσωματώνεται στην ρωσική κοινωνία.

Η προσφορά όμως της οικογένειας Αρκά στην Ρωσική αυτοκρατορία δεν σταματά εκεί. Ο μεγάλος γιος Ζαχαρίας Ανδ. Αρκάς υπηρετεί στο ρωσικό στρατό, φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του στρατηγού. Το έργο όμως με το οποίο περνά στην Ιστορία του τόπου είναι η ίδρυση της  Ναυτικής Βιβλιοθήκης Αξιωματικών που σώζεται μέχρι σήμερα, καθώς και η αρχαιολογική έρευνα και μελέτη των αρχαίων πόλεων της Μαύρης θάλασσας.

Φωτογραφικό αρχείο Νικολάου Βλαχόπουλου

Ο μικρότερος γιος της οικογένειας, Νικόλαος Ανδ. Αρκάς, αποφοίτησε από την Σχολή Πηδαλιούχων ως αξιωματικός του ρωσικού ναυτικού. Σε μικρή ηλικία λαμβάνει τον βαθμό του ναυάρχου και γίνεται γενικός διοικητής του ρωσικού στόλου της Μαύρης θάλασσας και ιδρυτής του στόλου της Κασπίας θάλασσας.
Υπηρετεί ως διοικητής του λιμανιού και στρατιωτικός διοικητής της πόλης του Νικολάγιεβ (1871-1881). Προσφέρει  πλήθος υπηρεσίες στη ρωσική αυτοκρατορία, λαμβάνοντας  τίτλους και τιμητικές διακρίσεις. Η προσφορά της οικογένειας Αρκά στην τοπική κοινωνία θα συνεχιστεί και από τους γόνους της οικογένειας στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν.

Αυτά είναι κάποια λίγα, αλλά σημαντικά, παραδείγματα ελλήνων ναυτικών, καπεταναίων, εμπόρων, εφοπλιστών και ανθρώπων του Πνεύματος που τίμησαν και τιμήθηκαν από την ρωσική αυτοκρατορία την περίοδο της Τουρκοκρατίας,  του αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821 και τα πρώτα χρόνια της ανασύστασης του ελληνικού κράτους.
Άνθρωποι που τους δόθηκαν οι ευκαιρίες και τα μέσα να διαπρέψουν στο ρωσικό ναυτικό, το ναυτεμπόριο και τον εφοπλισμό, στα μεγάλα λιμάνια, εμπορικά κέντρα της Μαύρης θάλασσας Οδησσό, Χερσώνα, Νικολάγιεβ, ώστε να συνδράμουν με την σειρά τους στη συνέχεια την πολύπαθη πατρίδα.
Λαμπρά παραδείγματα της αδελφοσύνης δυο λαών, της συνύπαρξης και της κοινής πορείας τους, τα ζοφερά για τον Ελληνισμό χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Ποιοι ήταν διάσημοι καραβομαραγκοί που ναυπήγησαν σπουδαία πλοία και έχτισαν τα «ξύλινα τείχη» της Ελλάδος. Σε ποιες περιοχές βρίσκονταν οι φημισμένοι ταρσανάδες και τα καρνάγια που προκάλεσαν τον θαυμασμό των Ευρωπαίων

 

Ένοχοι και Αθώοι
 
 
 

Στην ίδια κατηγορία

 
 
 
 

Δείτε επίσης...

 
 
 
 
Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια