Στους δύο πρώτους αγώνες του Μουντιάλ, ο Ρομελού Λουκάκου, με τη φανέλα του Βελγίου έχει ήδη σκοράρει 4 γκολ, και έχει οδηγήσει την ομάδα του σε δύο ισάριθμες νίκες, θέτοντας γερές βάσεις για εξαιρετική πορεία του Βελγίου στις επόμενες φάσεις το Παγκοσμίου Κυπέλλου. 

Η ζωή του βέλγου επιθετικού, ωστόσο, δεν πάντα τόσο επιτυχημένη. Σε μια συνέντευξη- κατάθεση ψυχής στο «The Players Tribune«, ο Λουκάκου μίλησε για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, την άθλια οικονομική κατάσταση τη οικογένειάς του, το ρατσισμό που βίωσε, αλλά και την υπόσχεση που έδωσε στον παππού του να προσφέρει μια καλύτερη ζωή στην αγαπημένη του μητέρα.

«Δεν θα ξεχάσω τη στιγμή που κατάλαβα ότι είχαμε χρεοκοπήσει. Ακόμα έχω την εικόνα της μητέρας μου στο ψυγείο και την έκφραση του προσώπου της. Ήμουν μόλις έξι χρόνων και γύρισα σπίτι από το σχολείο για το γεύμα. Η μητέρα μου ετοίμαζε κάθε μέρα το ίδιο ακριβώς μενού: ψωμί και γάλα. Όταν είσαι παιδί δεν το σκέφτεσαι. Υποθέτω ότι αυτό μπορούσαμε τότε.
Εκείνη την ημέρα λοιπόν γύρισα σπίτι, προχώρησα στην κουζίνα και είδα την μητέρα μου στο ψυγείο με το γάλα όπως πάντα. Ωστόσο, εκείνη τη φορά ανακάτευε το γάλα με κάτι. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβαινε. Τότε μου το έφερε κοντά και συνέχισε να χαμογελάει, δείχνοντας ότι όλα ήταν ΟΚ. Εγώ όμως κατάλαβα αμέσως τι είχε γίνει. Είχε ανακατέψει το γάλα με νερό. Δεν είχαμε αρκετά χρήματα για να βγάζουμε τη βδομάδα. Ήμασταν απένταροι. Όχι απλά φτωχοί, αλλά κατεστραμμένοι.
Ο πατέρας μου είχε υπάρξει επαγγελματίας, αλλά βρισκόταν στο τέλος της καριέρας του και όλα τα χρήματα είχαν εξαφανιστεί.
Το πρώτο πράγμα που έφυγε από το σπίτι ήταν η καλωδιακή τηλεόραση. Τέλος στο ποδόσφαιρο, στο “Match of the Day”, χωρίς καθόλου σήμα. Έπειτα ήρθε η νύχτα και τα φώτα που παρέμεναν κλειστά. Καθόλου ρεύμα για 2-3 βδομάδες ανά διαστήματα.
Μετά ήθελα να κάνω μπάνιο, μα δεν υπήρχε ζεστό νερό. Η μητέρα μου ζέσταινε στη σόμπα κι εγώ έπαιρνα με μία κούπα και το έριχνα όρθιος στο κεφάλι μου.

Πάρα πολλές φορές, η μητέρα μου χρειάστηκε να δανειστεί ψωμί. Στον φούρνο ήξεραν εμένα και τον αδερφό μου. Έτσι της επέτρεπαν να ψωνίσει κάποια καρβέλια τη Δευτέρα και να τα πληρώσει την Παρασκευή. Ήξερα ότι πνιγόμασταν, αλλά όταν την είδα να ανακατεύει το γάλα με το νερό, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το τέλος. Αυτή ήταν η ζωή μας.
Φυσικά δεν έλεγα κουβέντα. Δεν ήθελα να την στρεσάρω. Απλά έτρωγα ό,τι μου έδινε. Αλλά ορκίζομαι στον Θεό, εκείνη την ημέρα έδωσα την υπόσχεσή μου. Ήταν λες και κάποιος να με ξύπνησε. Ήξερα πλέον απολύτως τι έπρεπε να κάνω. Δεν μπορούσα άλλο να βλέπω έτσι την μητέρα μου. Δεν θα το επέτρεπα».

«Οι άνθρωποι στο ποδόσφαιρο συνηθίζουν να μιλούν για την ψυχική δύναμη. Λοιπόν, εγώ είμαι ο σκληρότερος μάγκας που θα συναντήσετε. Επειδή θυμάμαι πάντα ότι καθόμουν στο σκοτάδι με τον αδερφό μου, τη μητέρα μου και τις προσευχές που λέγαμε, πιστεύοντας ότι θα συνέβαινε το θαύμα. Κι εγώ κράτησα εκείνη την υπόσχεσή μου. Γυρνώντας σπίτι μία μέρα από το σχολείο, είδα την μητέρα μου να κλαίει και τις είπα:
«Μητέρα, θα αλλάξουν όλα. Θα δεις. Θα παίξω ποδόσφαιρο στην Άντερλεχτ και θα συμβεί σύντομα. Δεν θα έχεις πλέον να ανησυχείς για τίποτα».
Ήμουν έξι όταν ρώτησα τον πατέρα μου: «Από ποια ηλικία μπορείς να παίξεις επαγγελματικά μπάλα;» Μου απάντησε: «Από τα 16».

Από εκεί και μετά κάθε παιχνίδι που έπαιξα ήταν σαν τελικός για μένα. Όταν έπαιζα στην πλατεία, στο σχολείο, ήταν τελικός. Έβαζα όλη μου τη δύναμη σε κάθε σουτ. Έπαιζα όλη την ώρα έξω. Και προσπαθούσα να σκοτώσω με το σουτ μου.
Στα 11 μου βρέθηκα να παίζω για τους πιτσιρικάδες της Λιρς και ένας πατέρας προσπάθησε κυριολεκτικά να με σταματήσει από το να μπω στο γήπεδο, φωνάζοντας: «Που είναι η ταυτότητά του; Από που είναι;»

Ήμουν Βέλγος, γεννήθηκα στην Αμβέρσα, αλλά ο δικός μου πατέρας δεν ήταν εκεί. Ήμουν ολομόναχος. Πήγα στην τσάντα μου, έβγαλα ταυτότητα και την έδειξα σε όλους και θυμάμαι ότι σκέφτηκα μέσα μου: «Ναι και τώρα θα σκοτώσω τον γιο σου με ακόμα περισσότερη δύναμη. Θα τον πάρεις από εδώ κλαίγοντας».

Ήθελα να γίνω ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του Βελγίου. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Όχι απλά καλός. Όχι απλά σπουδαίος. Ο καλύτερος. Έπαιζα με τόσο θυμό εξαιτίας πολλών πραγμάτων.
Εξαιτίας των ποντικιών που έτρεχαν στο σπίτι μας, επειδή δεν μπορούσα να δω «Champions League», εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο με κοιτούσαν οι άλλοι γονείς.

Είχα μία αποστολή. Όταν ήμουν 12 ετών, είχα πετύχει 76 γκολ σε 34 ματς. Τα είχα πετύχει όλα, φορώντας τα παπούτσια του πατέρα μου. Όταν τα πόδια μας έφτασαν να έχουν το ίδιο μέγεθος, μου τα δάνειζε. Μία μέρα κάλεσα τον παππού μου (τον πατέρα της μητέρας μου). Ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου.

Ήταν η σύνδεσή μου με το Κονγκό, από όπου κατάγονται οι γονείς μου. Ήμουν, λοιπόν, στο τηλέφωνο μαζί του μία μέρα και του είπα: τα πηγαίνω πολύ καλά. Πέτυχα 76 γκολ και κατακτήσαμε το πρωτάθλημα. Οι μεγάλες ομάδες με παρακολουθούν.

Ως συνήθως, ήθελε πάντα να ακούει για το παιχνίδι μου. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν κάπως παράξενα. Μου είπε: «ναι Ρομ, αυτό είναι σπουδαίο. Μπορείς, όμως, να μου κάνεις μία χάρη;» «Ναι, τι είναι;» τον ρώτησα. Μου απάντησε: «Σε παρακαλώ, μπορείς να προσέχεις την κόρη μου;» Θυμάμαι ότι ήμουν πολύ μπερδεμένος. Τι έλεγε ο παππούς; Είπα: «Τη μαμά; Ναι, εντάξει. Είμαστε εντάξει».

Μου είπε: «Όχι, πρέπει να μου υποσχεθείς. Μπορείς να το κάνεις; Απλά να προσέχεις την κόρη μου για μένα, εντάξει;» «Ναι παππού. Το κατάλαβα. Σου το υπόσχομαι». Πέντε ημέρες αργότερα πέθανε και τότε κατάλαβα τι εννοούσε. Με στενοχωρεί τόσο πολύ, καθώς εύχομαι απλά να είχε ζήσει άλλα τέσσερα χρόνια για να με δει να παίζω με την Άντερλεχτ. Για να δει ότι τήρησα την υπόσχεσή μου. Να δει ότι όλα είναι εντάξει».

Άντερλεχτ

«Υπέγραψα το πρώτο επαγγελματικό μου συμβόλαιο με την Άντερλεχτ στα γενέθλιά του, στις 13 Μαΐου. Πήγα αμέσως και αγόρασα το νέο FIFA μαζί με την κονσόλα. Ήταν ήδη το τέλος της σεζόν και ήμουν αραχτός σπίτι. Η χρονιά, όμως, ήταν τρελή στο πρωτάθλημα, γιατί Άντερλεχτ και Σταντάρ Λιέγης είχαν τελειώσει με τους ίδιους βαθμούς. Έτσι, ένα διπλό μπαράζ θα έβγαζε τον πρωταθλητή.

Είδα τον πρώτο τελικό από το σπίτι ως οπαδός στην τηλεόραση. Τότε, μία ημέρα πριν τον επαναληπτικό, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τον προπονητή της δεύτερης ομάδας. Ετοιμαζόμουν να πάω στο πάρκο να παίξω ποδόσφαιρο. «Όχι, όχι, όχι, όχι, όχι. Μάζεψε αμέσως τα πράγματά σου. Τώρα», φώναξε. «Όχι, όχι, όχι. Πρέπει να έρθεις αμέσως στο στάδιο. Η πρώτη ομάδα σε χρειάζεται άμεσα».

Κυριολεκτικά έτρεξα στο δωμάτιο του πατέρα μου. «Σήκω αμέσως! Πρέπει να φύγουμε!»
«Τι; Και που να πάμε;»
«Στην ΑΝΤΕΡΛΕΧΤ!».

Δεν πρόκειται ποτέ να το ξεχάσω. Πήγα στο στάδιο και έτρεξα μέχρι τα αποδυτήρια. Ο φροντιστής με ρώτησε: ποιο νούμερο θες;” Του είπα: “Δώσε μου το 10”. Χαχαχαχαχαχα. Δεν ξέρω. Μάλλον ήμουν πολύ μικρός για να το φοβάμαι υποθέτω. “Οι παίκτες από τις ακαδημίες παίρνουν από το 30 και πάνω”, μου απάντησε. “Εντάξει, τρία και έξι κάνουν εννιά, οπότε δώσε μου το 36”.

Εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο, οι πιο κλασάτοι παίκτες με έκαναν να τραγουδήσω γι αυτούς στο δείπνο. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι είχα διαλέξει. Το κεφάλι μου γυρνούσε.

Βγήκαμε από το λεωφορείο και κατευθυνθήκαμε στο γήπεδο, κάθε παίκτης φορούσε ένα δροσερό κοστούμι. Εκτός από εμένα. Βγήκα από το λεωφορείο με μια τρομερή φόρμα και όλες οι κάμερες της τηλεόρασης ήταν ακριβώς στο πρόσωπό μου. Η βόλτα για τα αποδυτήρια ήταν περίπου 300 μέτρα. Ίσως τρία λεπτά με τα πόδια. Μόλις άνοιξα το ντουλάπι μου, το τηλέφωνό μου λίγο έλειψε να… ανατιναχθεί. Όλοι με είχαν δει στην τηλεόραση. Είχα 25 μηνύματα σε τρία λεπτά. Οι φίλοι μου είχαν τρελαθεί…

Την επόμενη σεζόν τελείωσα το λύκειο και έπαιζα ταυτόχρονα στο «Europa League». Κάποτε είχα κουβαλήσει μια τεράστια τσάντα στο σχολείο, αφού στη συνέχεια έπρεπε να προλάβω την πτήση! Κερδίσαμε εύκολα το πρωτάθλημα και ήμουν δεύτερος στην προτίμηση για τον Καλύτερο Αφρικανό της χρονιάς. Ήταν απλά… τρελό!».

«Στην πραγματικότητα τα περίμενα όλα αυτά, αλλά όχι τόσο γρήγορα. Ξαφνικά τα μέσα μαζικής Ενημέρωσης μιλούσαν τόσο για μένα και οι προσδοκίες ολοένα και μεγάλωναν. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, διάβαζα άρθρα σε εφημερίδες και με αποκαλούσαν «Ο Ρομέλου Λουκάκου, ο Βέλγος επιθετικός;».

Οταν όμως δεν πήγαιναν καλά έγραφαν «Ο Ρομέλου Λουκάκου, ο Βέλγος επιθετικός με καταγωγή από το Κονγκό;». Αν δεν σας αρέσει ο τρόπος που παίζω, εντάξει. Αλλά γεννήθηκα εδώ, μεγάλωσα στην Αμβέρσα, στη Λιέγη και στις Βρυξέλλες. Ονειρευόμουν να παίξω μπάλα στην Άντερλεχτ. Ονειρεύτηκα πως ήμουν ο Βινσέντ Κομπανί. Θ’ αρχίσω μια φράση στα γαλλικά και θα τελειώσω στα ολλανδικά. Θα βάλω μέσα κάποια ισπανικά ή πορτογαλικά ανάλογα σε ποια γειτονιά βρισκόμαστε.

Δεν ξέρω γιατί μερικοί συμπατριώτες μου θέλουν να με δουν να αποτυγχάνω. Δεν ξέρω γιατί. Οταν πήγα στην Τσέλσι και δεν έπαιζα καλά, άκουσα μερικούς να γελάνε εις βάρος μου. Οταν δόθηκα δανεικός στη Γουέστ Μπρομ πάλι γελούσαν… Αλλά δεν πειράζει… Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ κοντά μου, οπότε ειλικρινά δεν μπορούν να με καταλάβουν.

Χα! Θυμάμαι ότι είχα τρύπες στα παπούτσια μου το 2002. Μεγάλες τρύπες. Δώδεκα χρόνια αργότερα έπαιζα στο παγκόσμιο κύπελλο. Τώρα είμαι σε ακόμα ένα Μουντιάλ. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να αγχώνεσαι και να στεναχωριέσαι. Οι άνθρωποι μπορούν να πουν ό,τι θέλουν για την ομάδα και για μένα.

Πραγματικά επιθυμούσα να ήταν ο παππούς μου εδώ γύρω για να το δει όλο αυτό. Δεν αναφέρομαι στην Premier League.  Ούτε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Δεν εννοώ το Champions League, ούτε τα Παγκόσμια Κύπελλα. Θα ήθελα να ήταν εδώ και να δει τη ζωή που έχουμε τώρα. Θα ήθελα να είχα την ευκαιρία για ένα τελευταίο τηλεφώνημα, για να τον ενημερώσω. «Βλέπεις; Στο είπα. Η κόρη είναι εντάξει. Δεν υπάρχουν αρουραίοι στο διαμέρισμα. Δεν κοιμόμαστε πλέον στο πάτωμα. Δεν υπάρχει πλέον άγχος. Είμαστε καλά τώρα… Δεν χρειάζεται πλέον να τσεκάρουν τις ταυτότητές μας. Ξέρουν τα ονόματά μας…».

Διαβάστε στη «ΜτΧ»:Το καλύτερο εργοστάσιο είναι η καρδιά. Γνωρίζετε ότι σε μια ημέρα διοχετεύει 7.000 λίτρα αίματος στις αρτηρίες; Τίποτα όμως δεν συγκρίνεται με την προσφορά αίματος 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here