Στις αρχές του 19ου αιώνα βασίλευε στην Κίνα ο αυτοκράτορας Κιακούνγκ, με καταγωγή από τη μαντζουριανή δυναστεία των Μινγκ. Οι Κιακούνγκ είχαν ιδρύσει το κράτος της Μαντζουρίας. Κατά την περίοδο της βασιλείας τους, μόνο στους Ολλανδούς και τους Πορτογάλους επιτρεπόταν το εμπόριο στην Κίνα.
Οι τελευταίοι είχαν ιδρύσει και μια αποικία στο Μακάο.

Το 1820, μετά τον θάνατο του Κιακούνγκ, όταν στον θρόνο του «Ουρανίου Κράτους» ανέβηκε ο γιος του Τάο Κουάνκ, τα πράγματα άλλαξαν. Καλοκάγαθος, ευκολόπιστος και φίλος της προόδου, ο Κουάνκ, άνοιξε τις πύλες του τεράστιου κράτους του στο ξένο εμπόριο. Οι Βρετανοί των Ινδιών βρήκαν ευκαιρία. Αγόραζαν από την Κίνα τσάι και πουλούσαν όπιο.

Η πρώτη συμφωνία για τη διακίνηση του ναρκωτικού

Ο βρετανός πλοίαρχος Φόρστερ ήταν ο πρώτος που έκλεισε συμφωνία ανταλλαγής προϊόντων με την «Αυτού Εξοχότητα».
Για πρώτη φορά ένας ουράνιος τεχνητός παράδεισος άνοιγε τις πύλες του για ένα εκατομμύριο Κινέζους.
Κατά τη διάρκεια των χρόνων, ο αυτοκράτορας δεν ανέχθηκε την παρουσία των Βρετανών, παρά μόνο για να τους αποσπάσει τα δολάρια τους, τα βιβλία τους ή να τους πουλήσει εμπορεύματα.
Δώδεκα μόνο έμποροι Χονγκ είχαν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν με τους ξένους.
Το σύστημα αυτό δεν ήταν αρκετό για τους Βρετανούς. Καθώς το ισοζύγιο των πληρωμών τους ήταν ελλειμματικό.
Δηλαδή η Κίνα είχε τεράστια κέρδη και η Βρετανία ήθελε να αυξήσει τις πωλήσεις δικών της προιόντων στην τεράστια έκταση των κινέζων.
Όμως ο αυτοκράτορας αρνούνταν να ανοίξει τις πύλες της στα ευρωπαϊκά προϊόντα.
Οι Βρετανοί βρήκαν μια πρόχειρη λύση. Τα εισήγαγαν λαθραία.
Και ένα από αυτά ήταν ένα ελαφρύ, πολύτιμο και εύκολο εμπόρευμα: τα ναρκωτικά. Εισαγόμενο για θεραπευτικούς λόγους από την Ινδία, έμπαινε μαζικά από το λιμάνι του Μακάο στην Κίνα.
Το 1800, τέσσερις χιλιάδες κιβώτια έφτασαν και πουλήθηκαν στο «Ουράνιο Κράτος».
Η φθορά που προκαλούσαν τα ναρκωτικά στον ανθρώπινο οργανισμό ήταν τεράστια.
Χιλιάδες κινέζοι υπό την επήρεια του οπίου είχαν μετατραπεί σε άχρηστους πολίτες που μόνο προβλήματα δημιουργούσαν στις τοπικές κοινωνίες. Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου.
Οι κινεζικές αρχές κινητοποιήθηκαν αποφασισμένες να μην πληρώσουν με το χρήμα και τους ανθρώπους τους την «ακαθαρσία των ξένων».
Επίσημα, η εμπορία ναρκωτικών απαγορεύτηκε και κάθε συναλλαγή τιμωρούνταν με θάνατο.
Έπρεπε όμως να σταματήσει και το κύμα των «Βαρβάρων με τη μεγάλη μύτη και μακριά δόντια». Τις νύχτες τα μικρά ευέλικτα ιστιοφόρα τους γλιστρούσαν λαθραία στους στενούς όρμους.
Το λαθρεμπόριο ήταν καλά και επισήμως οργανωμένο.
Καθένας είχε το κέρδος του: ο Άγγλος έμπορος εκτελούσε τις υποχρεώσεις τους ως πολίτης και συνέβαλε στην ανάπτυξη της χώρας του.
Ο μανδαρίνος φρόντιζε για τις ανάγκες του σε όπιο και για τις ανάγκες της αυλής. Οι κυβερνητικοί έκλειναν τα μάτια. Το 1820, 20.000 κιβώτια πέρασαν λαθραία στην Κίνα.

Ο πόλεμος του οπίου ξεκίνησε για το εμπόριο και τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Κίνας
Ο Λόρδος Νάπιερ και η πρώτη συμπλοκή

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που η αγγλική κυβέρνηση, η οποία αδρανούσε, αποφάσισε να καταργήσει το μονοπώλιο της «Εμπορικής Εταιρίας των Ινδιών» για τις συναλλαγές με την Άπω Ανατολή και διόρισε τον Λόρδο Νάπιερ επίσημο εκπρόσωπο του Στέμματος, ώστε να «κατασκοπεύσει» την Κίνα.
Το 1834 έφτασε στο λιμάνι της Καντώνας ο Νάπιερ.
Σκοπός του ήταν η προώθηση του εμπορίου του οπίου.
Οι αρχές της Καντόνας δήλωσαν στον εκπρόσωπο της Αγγλία ότι δεν μπορούσαν να τον αφήσουν να συνεχίσει το έργο του και η επιτροπή των μανδαρίνων τον διέταξε να φύγει.
Καθώς ο Λόρδος δεν έδειχνε να συμμορφώνεται, ο αντιβασιλέας Λου διέταξε σαν μέτρο εκφοβισμού την κατάργηση κάθε εμπορικής συναλλαγής με τους Άγγλους.
Ο Νάπιερ ήταν αιχμάλωτος στην κατοικία του, ενώ αγγλικά πλοία έφτασαν στην Καντόνα και άρχισαν να κανονιοβολούν το λιμάνι.
Ο Νάπιερ αρνήθηκε να υποταχθεί και έδωσε διαταγή στις δύο φρεγάτες του να συνεχίσουν να χτυπούν.
Μια τελευταία προσπάθεια προσέγγισης απέτυχε.
Στις 22 Αυγούστου 1834, έμποροι Χονγκ βρέθηκαν μπροστά στα βρετανικά εμπορικά πρακτορεία της πόλης. Οι συζητήσεις απέτυχαν και ο Νάπιερ ζήτησε εκ νέου κανονιοβολισμό του λιμανιού.
Μια ξαφνική νηνεμία, όμως, ακινητοποίησε τις φρεγάτες που έγιναν εύκολος στόχος των Κινέζων.
Από την αναμέτρηση νικητές βγήκαν οι Κινέζοι, ενώ ο Νάπιερ επέστρεψε στο Μακάο, όπου και πέθανε λίγο αργότερα.

Η «εκδίκηση» των Βρετανών

Το 1839, Αυτοκράτορας της Κίνας ήταν ο Λιν Τσε Τσου και στις  18 Μαρτίου 1839 ζήτησε από τους Άγγλους να του παραδώσουν όλο το αποθηκευμένο όπιο. Ο Κινέζος τους αιφνιδίασε, πολιορκώντας με στρατιώτες τα εμπορικά καταστήματα των ξένων. Οι Ευρωπαίοι εγκλωβισμένοι στα καταστήματά τους, σκέφτονταν πόσο ανασφαλές ήταν το καταφύγιο τους.
Ο πλοίαρχος Έλιοτ, διάδοχος του Λόρδου Νάπιερ, αποφάσισε να παραδώσει όλο το όπιο, συνολικής αξίας είκοσι εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων.
Στις 10 Απριλίου, ο Λιν έριξε και τα 20.283 κιβώτια στη θάλασσα .
Τον Οκτώβριο του 1839 ένα επεισόδιο αποτέλεσε το έναυσμα του πολέμου.
Ναύτες από αγγλικά πλοία πυροβόλησαν και σκότωσαν έναν Κινέζο.
Ο Έλιοτ αρνήθηκε να παραδώσει τον ένοχο στις κινεζικές αρχές και τον πέρασε από στρατοδικείο.
Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και οι Άγγλοι κατέφυγαν στον όρμο του Χονγκ Κονγκ.
Τρεις μέρες μετά τη συζήτηση που είχε γίνει στο αγγλικό κοινοβούλιο, ο Πάλμερστον υπερίσχυσε και ο «δίκαιος πόλεμος» αποφασίστηκε.
Ο αγγλικός στόλος βομβάρδισε την είσοδο του «ποταμού των Μαργαριταριών» και βάφτηκε με αίμα.
Οι Βρετανοί νίκησαν, κατέλαβαν τις ακτές, κατέστρεψαν τα λιμάνια και έφτασαν ως τις πύλες του Πεκίνου. Ο Λιν οδηγήθηκε στη φυλακή.
Η Καντόνα, το Αμού και η Σαγγάη έπεφταν η μία μετά την άλλη στα χέρια των Άγγλων.

Ο Έλιοτ επέστρεψε στην Αγγλία και στη θέση του τον διαδέχτηκε ο Πάρκερ.
Ο Πάρκερ είχε την εντολή να καταστρέψει τα πάντα μέχρι οι Κινέζοι να δεχθούν όλους τους όρους της Βρετανίας.
Χτύπησε νησιά, πόλεις και παραλίες.
Η δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους, Νανκίν απειλήθηκε άμεσα από τις βρετανικές δυνάμεις.
Τελικά, η Κίνα υπέκυψε και υπέγραψε συνθήκη τον Αύγουστο 1942, αποζημίωσης 21 εκατομμυρίων δολαρίων.
Στη συνθήκη αναφερόταν επίσης ότι πέντε λιμάνια της χώρας ήταν στη διάθεση των Βρετανών και των άλλων ξένων.
Στη Βρετανία παραχωρήθηκε επίσης και το Χονγκ Κονγκ.

Η Κίνα παραδομένη στο όπιο

Οι πύλες της Κίνας άνοιξαν. Απ΄ όλα τα λιμάνια της το όπιο εισερχόταν πλέον κατά τόνους.
Το 1845 «καπνίστηκαν» 40.000 κιβώτια και το 1850, 50.000. Οκτώ εκατομμύρια καπνιστές το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το ένα δέκατο δηλαδή του πληθυσμού της Κίνας, παρουσίασε συμπτώματα τρέλας.
Η Σαγκάη είχε γίνει πρωτεύουσα των ναρκωτικών.
Για λόγους σεμνότητας, οι αποθήκες του οπίου παρέμειναν κρυφές. Ήταν όμως άπειρες.
Το εμπόριο συνεχίστηκε ως το 1908. Το ναρκωτικό είχε εισχωρήσει σε κάθε πόλη, σε κάθε σπίτι, σε κάθε γωνιά.
Ακόμη και ο αυτοκράτορας κλεινόταν μέσα στο καπνιστήριο του για μέρες. Ο μεγάλος του γιος, πέθανε σε νεαρή ηλικία από τη χρήση ναρκωτικών.
Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί, ούτε τα παιδιά των 10 ετών αρνήθηκαν να μεταφερθούν στους «παραδείσους» του οπίου.
Η ύπαιθρος της Κίνας είχε βαλθεί με μια πρωτοφανή μανία, να φυτεύει παπαρούνα και να την καλλιεργεί.
Η διαφθορά έσφιγγε τη χώρα. Ήταν μια κατάκτηση χειρότερη από αυτή του αλκοόλ με καταστροφικά αποτελέσματα.
Το κέρδος ήταν μόνο για τους Ευρωπαίους που είχαν φτάσει στην Κίνα… για να την εκπολιτίσουν.

Πληροφορίες αντλήθηκαν από : Ιστορία εικονογραφημένη, Ιούλιος 1971, τεύχος 37

Διαβάστε  στη «ΜτΧ»: Ο Χίτλερ νάρκωνε τον στρατό, αλλά και τη γερμανική κοινωνία. Κυκλοφορούσαν ελεύθερα ναρκωτικά σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Σημαντικές αποφάσεις ελήφθησαν υπό την επήρεια ουσιών, υποστηρίζει ιστορικός ερευνητής… 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here