Ένα από τα ποιο συγκλονιστικά εκθέματα στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, είναι τα πειστήρια από το ναυάγιο του «ΤΑΝΑΪΣ» που πήρε στον βυθό 600 ψυχές. Ανάμεσά τους και τους τελευταίους Εβραίους της Κρήτης.

Στις 7 Ιουνίου 1944, το φορτηγό ατμόπλοιο «ΤΑΝΑΪΣ», με γερμανική σημαία, βυθίζεται μεταξύ Μήλου και Σαντορίνης κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Είναι η περίοδος που οι Εβραίοι διώκονταν με μανία από τους Ναζί. Οι περισσότεροι κατέληγαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σε ορισμένα νησιά είχαν απομείνει μικρές εβραϊκές κοινότητες επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα πλοία για τη μεταφορά τους στα κολαστήρια. Στην Κρήτη όσους δεν σκότωσαν, έκαψαν τα σπίτια τους και τους οδήγησαν στο λιμάνι.

Οι Εβραίοι της Κρήτης που χάθηκαν στο «ΤΑΝΑΪΣ» – Στην πρώτη φωτογραφία από αριστερά: Μαργαρίτα σύζυγος Συμεών Μινέρβου. Δεξιά: Ιουντίτα και Σάρα Κούνιο. Κάτω: Σαμουήλ Α. Μινέρβος
Ποιος βύθισε τελικά το «ΤΑΝΑΪΣ»

Στο πλοίο επιβιβάστηκαν βίαια περίπου 350 Εβραίοι και 250 Έλληνες. Μέχρι σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί ούτε το ποιος το βύθισε, άλλα ούτε και κάτω από ποιες συνθήκες χάθηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Για πολλά χρόνια επικράτησε η άποψη ότι οι Γερμανοί τοποθέτησαν βόμβες και το βύθισαν στην ανοιχτή θάλασσα.

Την θεωρία αυτή ενισχύει με την μαρτυρία του στο βιβλίο του «Η μάχη της Κρήτης», ο συγγραφέας Ι.Δ. Μουρέλος, αναφέροντας χαρακτηριστικά:

«Κατά τις αρχές του Ιουνίου 1944 οι Ηρακλειώτες παρακολούθησαν ένα φριχτό δράμα εις βάρος των δυστυχισμένων Εβραίων της Κρήτης που τους είχαν συγκεντρώσει οι Γερμανοί πάνω στα τείχη της πολιτείας. Εκεί είχαν συγκεντρώσει και διακόσια πενήντα παλικάρια της Κρήτης που περίμεναν να τα διώξουν με το βαπόρι που θα έπαιρνε τους Εβραίους».

Το βρετανικό υποβρύχιο 

Μια άλλη εκδοχή θέλει το «TANAΪΣ» να τορπιλίστηκε από αγγλικό υποβρύχιο. Η εκτίμηση αρχικά θεωρήθηκε αβάσιμη, αλλά στη συνέχεια την υποστήριξαν οι ερευνητές. Ανάμεσά τους και ο Χρήστος Ντούνης που υπήρξε Αντιναύαρχος, Επίτιμος Αρχηγός Λιμενικού Σώματος και συγγραφέας με μεγάλη προσφορά στην εμπορική ναυτιλία. Στην μελέτη του «Τα ναυάγια στις Ελληνικές θάλασσες 1900 – 1950» αναφέρει:

«Την 7η Ιουνίου 1944 συμμετέχοντας σε γερμανική νηοπομπή από το Ηράκλειο προς Πειραιά τορπιλίστηκε περί ώρα 03.00 και βυθίστηκε από το βρετανικό υποβρύχιο VIVID σε στίγμα 35ο – 40΄ Βόρειο και 25ο – 11΄ Ανατολικό. Από μαρτυρική κατάθεση που έδωσε στο κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς, την 2α Φεβρουαρίου 1946, ο ναύτης Μενέλαος Αναστασίου Αναστασίου, ετών 30, προκύπτει ότι το ΤΑΝΑΪΣ βυθίστηκε και ότι μόνο αυτός κατάφερε να διασωθεί. Παράλληλα για το περιστατικό αυτό υπάρχει και μια βεβαίωση της αρμόδιας Γερμανικής Υπηρεσίας του Πειραιά (MITTELMEER REEDEREI HEYEBURO PIRAEUS) η οποία έχει εκδοθεί την 24ην Ιουνίου 1944 και βεβαιώνει ότι ο Γεώργιος Παυλογιάννης, υπηρετών ως θερμαστής στο ατμόπλοιο ΤΑΝΑΪΣ, εφονεύθη την 7ην Ιουνίου 1944 λόγω ναυαγίου από πολεμική ενέργεια».

Η ιστορία του πλοίου 

Το φορτηγό ατμόπλοιο, πρώην «HOLLYWOOD», ήταν πλοιοκτησίας του Στέφανου Συνοδινού. Αγοράστηκε το 1935 έναντι του ποσού των 3.800 λιρών Αγγλίας. Με πλοίαρχο τον Μιλτιάδη Νικ. Παπαγγελή, στις 17 Μαΐου 1941 είχε καταπλεύσει στη Σούδα με φορτίο ξυλείας από τον Πειραιά.

Στις 26 του ίδιου μήνα εξακολουθούσε να είναι αγκυροβολημένο στο ίδιο σημείο, όταν τις πρώτες πρωινές ώρες βομβαρδίστηκε από γερμανικά αεροπλάνα και βυθίστηκε. Άμεσα ανελκύστηκε και επισκευάστηκε από τους Γερμανούς. Από τότε ξεκίνησαν να το χρησιμοποιούν για δικές τους μεταφορές με το όνομα «ΤΑΝΑΪΣ».

Θύματα του «ΤΑΝΑΪΣ» – Αριστερά: Σίμχα Σ. Μινέρβο. Στο κέντρο: Κων/νος Γ. Χαιρέτης (Σουβλόκωστας). Δεξιά: Τζούλια και Τζένη Σ. Μινέρβο
Τα «μπουλούκια της φρίκης και του τρόμου»

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία της Ελεονώρας Κατεχάκη που βρέθηκε στο πλοίο. Την είχαν στείλει οι οικογένειες την ημέρα που μαθεύτηκε ότι Εβραίοι και Κρητικοί θα επιβιβαστούν στο πλοίο, για να μάθουν την τύχη τους. Είπε ψέμματα ότι ήταν απεσταλμένη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Της είχαν ετοιμάσει μέχρι και ψεύτικα χαρτιά που επιβεβαίωναν την ιδιότητά της. Τη μαρτυρία κατέγραψε ο συγγραφέας Ι.Δ Μουρέλος στο βιβλίο του:

«Και το μπουλούκι αυτό που προκαλούσε τη φρίκη και τον πόνο, κάθε στιγμή μεγάλωνε και πλήθαινε. Ερχόνταν κι άλλοι κι άλλοι. Όλοι οι Εβραίοι της Κρήτης! Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά, μωρά άρρωστα από τα νοσοκομεία, παράλυτοι επάνω στα φορεία! Διέσχισαν την Κρήτη σχεδόν με τα πόδια. Τραβούσαν μαζί των ότι από όλη των την περιουσία μπορούσε να μεταφερθεί σε ένα σακούλι στην πλάτη των. Φορτωμένοι σαν ζώα, νηστικοί και διψασμένοι, περπάτησαν ώρες. Στον δρόμο άφηναν τα παπούτσια των, στις πέτρες των δρόμων μάτωσαν τα πόδια των και σαν έφταναν εδώ και μας αντίκρισαν, σαν είδαν πως μπορεί να υπάρξει γι’αυτούς ακόμα μια ματιά στοργική σ’αυτή τη γη, άφηναν τις ψυχές των στα χέρια μας και κυλίστηκαν, άδεια σακιά τα σώματά των, κάτω στην σκληρή γη.

Σαν συνήλθαν λίγο ξελυποθύμησαν, σαν είδαν τα ματάκια των παιδιών των ν’ανοίγουν παρηγορημένα από την πείνα, και σαν δέσαμε τις πληγές των και περιποιηθήκαμε την κάθε λογής αρρώστια των, τότε άρχισε πάλι να λειτουργεί η σκέψις των και η έννοια του τι θα απογίνουν τους απασχολούσε και πάλι. Μας ρωτούσαν με αγωνία τι ξέρουμε, τι μάθαμε, μας γέμισαν φιλιά και χάδια και ευχές. Η ελάχιστη περιποίησή μας τους γέμιζε ευγνωμοσύνη. Άρχισαν να ελπίζουν τονωμένοι από τις περιποιήσεις μας και τη στοργή μας. Και μεις είχαμε στην ψυχή μας την κρυάδα του θανάτου, γιατί ξέραμε καλά πως ένα βαπόρι στο λιμάνι τους περίμενε και πως το βαπόρι αυτό δεν επρόκειτο ποτέ να φτάσει σ’άλλο λιμάνι».

«Τρέχαμε για τα τρόφιμα, τα χρήματα και τ’ άλλα πράγματα που τους έστελναν οι διάφοροι φίλοι κάτω από την πόλη και που ποτέ δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν. Και τρέχαμε, τρέχαμε… Είναι αλήθεια πως παντού συναντούσαμε προθυμία να τους ετοιμάσομε για τον θάνατο, να εκτελέσομε τις τελευταίες επιθυμίες των μελλοθανάτων! Τους κουβαλούσαμε ως την ώρα που θα ’φευγαν ».

Η μαρτυρία της Ελεονώρας Κατεχάκη καταλήγει :

Κάποτε (πόσο βάσταξε αυτό; μια στιγμή; ένα αιώνα;) μια βροντερή φωνή των φρουρών! Μερικοί πυροβολισμοί! Λίγο ξύλο με τα υποκόπανα των όπλων, τους ανάγκασαν να σωπάσουν, να βιαστούν και να τελειώσουν την δουλειά των και η εικόνα αυτή, που ξεπερνούσε με την φρίκη της εκείνες της Δαντικής κόλασης, πήρε τέλος, κι αυτοί μπήκαν στη γραμμή και με τουφέκια και πολυβόλα και με τανκς οδηγήθηκαν εκεί απ ’όπου δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ»!

Σαν τους περνούσαν απ’ την πόλη μέσα οδηγώντας τους προς το λιμάνι, μπρος από κάθε όμιλο έτρεχαν αγριεμένοι Γερμανοί της Γκεστάπο και με χτυπήματα και βρισιές κλειούσαν τα μαγαζιά κι έδιωχναν τον κόσμο, για να μην αντικρίσει το φριχτό δράμα των μελλοθανάτων, που σερνόντανε προς το χαμό ανακατωμένοι γέροι, γυναίκες, άντρες, Εβραίοι και Κρητικοί σ’ ένα τραγικό ανακάτωμα.

-Έχετε γεια ! φώναζαν μερικοί Πάρτε τα παιδιά μας, φώναζαν με βραχνές φωνές. Βαφτίστε τα, κάντε τα δικά σας ! Μα μην τ’αφήνετε να χαθούν μαζί μας !

Κι αυτές οι απεγνωσμένες κραυγές των Εβραίων μητέρων έσκιζαν την καρδιά όλων εκείνων που τους ακούαμε, γιατί ποτέ μας δεν τους χωρίσαμε ανάμεσά μας και γιατί πάντα τους αγαπήσαμε.

Όλες οι φωτογραφίες του άρθρου είναι εκθέματα από το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης. Πληροφορίες και αποσπάσματα μαρτυριών αντλήθηκαν από το βιβλίο «Η μάχη της Κρήτης» του Ι.Δ. Μουρέλου

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: «Ακόμη και σήμερα, όταν ακούω ένα χτύπο στο τζάμι, γυρίζω και περιμένω να δω τον Γιάννη». Το ναυάγιο του πολεμικού Μέρλιν που εμβολίστηκε από δεξαμενόπλοιο έξω από τον Πειραιά και βύθισε στο πένθος 44 οικογένειες … 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here