«Με έχουν βεβαιώσει ότι ένα υγιές παιδί, περίπου στον πρώτο χρόνο της ζωής του, είναι το πιο νόστιμο, θρεπτικό και υγιεινό φαγητό, είτε ψητό, είτε στον φούρνο, είτε βραστό. Και χωρίς αμφιβολία θα ήταν ιδανικό σαν φρικασέ ή ραγού». 

Η φράση αποτελεί απόσπασμα από το δοκίμιο του Τζόναθαν Σουίφτ: «Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν’ αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία».
Ο συγγραφέας του βιβλίου «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ«, προσπάθησε έτσι να αφυπνίσει τη Βουλή της Ιρλανδίας το 1729, όταν η χώρα υπέφερε από λιμό, πέρα από την μακροχρόνια βρετανική επικυριαρχία.

Η «Σεμνή πρόταση», μέχρι σήμερα, αποτελεί ένα από το πιο χαρακτηριστικά σατιρικά κείμενα της Αγγλικής Λογοτεχνίας.
Ο Σουίφτ, αναφερόμενος σε κανιβαλισμούς βρεφών και ανήθικες προτάσεις, άσκησε σκληρή κριτική τόσο στην ανικανότητα των ιρλανδών πολιτικών να αντιμετωπίσουν μια σοβαρή απειλή για την χώρα όσο και στην έλλειψη βούλησης του ιρλανδικού πληθυσμού, που στην πλειοψηφία του δεν είχε να φάει.

Ο Τζόναθαν Σουίφτ. Wikimedia Commons

Η Ιρλανδία τον 18ο αιώνα

Για σχεδόν πέντε αιώνες, η Ιρλανδία υπήρξε υπό Αγγλική κυριαρχία. Οι λόγοι που οδήγησαν σε κάτι τέτοιο ήταν κυρίως θρησκευτικοί, αλλά και πολιτικοί. Αν και η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Ρωμαιοκαθολικοί, ένα μικρό ποσοστό Προτεσταντών της Ιρλανδίας συμμάχισε με τους Άγγλους.
Ως αποτέλεσμα, οι αριθμητικά λιγότεροι Προτεστάντες κυριάρχησαν στην Ιρλανδία και επέβαλλαν νόμους και εμπορικούς περιορισμούς, οι οποίοι οδήγησαν στην αποδυνάμωση της γεωργίας και της βιομηχανίας των Ιρλανδών.
Παράλληλα, με τον νόμο «Poyning’s Law», από την εποχή της βασιλείας του Ερρίκου Στ’, η ιρλανδική βουλή δεν είχε καμία αυτονομία και κάθε απόφαση έπρεπε αρχικά να πάρει έγκριση από τον Βασιλιά της Αγγλίας και το Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Μαζί με τις προσωπικές φιλοδοξίες επιφανών ιρλανδών πολιτικών στα μέσα του 18ου αιώνα η εσωτερική κατάσταση της χώρας ήταν εκρηκτική. Η γεωργία, και η βιομηχανία ξυλείας, τα «βαριά όπλα» της ιρλανδικής οικονομίας, ανήκαν σε λίγους και σε Βρετανούς, ώστε να μην υπάρχει ανταγωνισμός από αυτή τη χώρα.

Η Ιρλανδία, ανεπίσημα, είχε μετατραπεί σε μια μικρή βρετανική αποικία

Το 1718, ο Αρχιεπίσκοπος του Δουβλίνου, Γουίλιαμ Κινγκ σημείωνε: «Η δυστυχία των ανθρώπων εδώ είναι τεράστια. Οι ζητιάνοι είναι αναρίθμητοι και αυξάνονται με τη μέρα. Ο μισός πληθυσμός της Ιρλανδίας εδώ κι έναν χρόνο δεν τρέφεται ούτε με ψωμί ούτε με κρέας, ούτε φοράει παπούτσια».
Το έντονο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο και ο λιμός που ξέσπασε στα μέσα του 1720 στην Ιρλανδία, καθώς για τρεις συνεχείς χρονιές, οι σοδειές είχαν καταστραφεί ή ήταν ποσοτικά πολύ μικρότερες από τις αναμενόμενες.
Η πείνα μάστιζε τον λαό, ο οποίος αυξανόταν δημογραφικά, καθώς κατά μέσο όρο, κάθε ιρλανδική εργατική οικογένεια είχε πέντε παιδιά.

Η πείνα μάστιζε τον λαό, που παρουσίαζε σημαντική αύξηση, καθώς κατά μέσο όρο, κάθε ιρλανδική εργατική οικογένεια είχε πέντε παιδιά.Wikimedia Commons 

Η «Σεμνή Πρόταση»

Το 1729, ο Τζόναθαν Σούιφτ, αν και μέλος της Αγγλικανικής Εκκλησίας δημοσίευσε έναν «λίβελο» κατά της Ιρλανδικής Βουλής και την Αγγλικής επικυριαρχίας.
Παρόλο που ανήκε στην αστική τάξη, από το 1700 είχε αναμειχθεί με τα πολιτικά της Ιρλανδίας. Παρά τις αμέτρητες εκκλήσεις του στη Βουλή για αλλαγή στάσης προς την άδικη μεταχείριση της χώρας από τους Βρετανούς, κανείς δεν του έδωσε σημασία. Αποφάσισε να στραφεί στο γράψιμο.

Με το δοκίμιο του: «Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν’ αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία», ο Σουίφτ έδειξε την αντίθεσή του προς τους πολιτικούς της Ιρλανδίας, την υποκρισία των πλουσίων και την τυραννία των Άγγλων που οδήγησαν στη υποβάθμιση του βιοτικού [επιπέδου των περισσότερων Ιρλανδών.
Χωρίς να μείνει εκεί, φανέρωσε και την απέχθεια στην ανικακανότητα του ίδιου του ιρλανδικού λαού να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Αντί αυτού, παρέμενε άβουλος μπροστά στη Βρετανική και Ιρλανδική εκμετάλλευση.

Σαν λύση στα αυξανόμενα προβλήματα της ιρλανδικής, κυρίως, υπαίθρου, ο Σουίφτ πρότεινε μία «σεμνή» λύση.
Τα παιδιά των φτωχών να τραφούν και όταν αποκτήσουν το κατάλληλο βάρος να καταναλωθούν από τους πλούσιους.
Με αυτόν τον τρόπο, θα μειωνόταν ο υπερπληθυσμός και η ανεργία, αλλά και το πρόβλημα της πείνας, καθώς τα παιδιά των μη προνομιούχων θα φανούν «χρήσιμα για κοινό καλό».

Περιγράφοντας την άσχημη οικονομική και κοινωνική κατάσταση του μεγαλύτερου μέρους της Ιρλανδίας συνέχιζε με την σοκαριστική του πρόταση. Το «τάισμα» των υποσιτισμένων φτωχών παιδιών που στη συνέχεια, στο πρώτο έτος της ηλικίας τους, θα πωληθούν στην κρεαταγορά, προς κατανάλωση των πλούσιων γαιοκτημόνων.
Οι οικονομικά αδύναμες οικογένειες, θα είχαν ένα λιγότερο στόμα για να θρέψουν.

Ο συγγραφέας, με στατιστικά στοιχεία, έδινε ακριβή αριθμό των παιδιών που θα μπορούσαν να πουληθούν, το βάρος τους και την τιμή τους. Πρότεινε ακόμη και ορισμένες συνταγές για την προετοιμασία του «πεντανόστιμου νέου κρέατος», ενώ διηύρυνε τον συλλογισμό σε μια ηθική πλευρά.

Η πρώτη έκδοση της «Σεμνής Πρότασης» του Σουίφτ. Wikimedia Commons 

Οι γονείς που θα πουλούσαν τα παιδιά τους, θα εκτιμούσαν περισσότερο τα υπόλοιπα ανήλικα μέλη, ενώ οι άνδρες θα αντιμετώπιζαν με περισσότερο σεβασμό τις συζύγους τους.
Στη συνέχεια, έστρεψε στην προσοχή του στον θρησκευτικό φανατισμό ανάμεσα σε Καθολικούς και Προτεστάντες:

«Η εποχικότητα του βρεφικού κρέατος δεν σταματά ποτέ, αλλά υπάρχει σε αφθονία τον Μάρτιο, και τους μήνες πριν και μετά. Διότι γνωρίζουμε από έναν σημαντικό συγγραφέα, ένα γάλλο ιατρό, ότι τα ψάρια αποτελούν μια «γόνιμη» διατροφή. Έτσι, στις ρωμαιοκαθολικές χώρες τα περισσότερα παιδιά θα γεννηθούν 9 μήνες μετά τη Σαρακοστή, οι αγορές θα είναι περισσότερο γεμάτες από το συνηθισμένο. Και αυτό γιατί ο αριθμός των «παπικών» μωρών είναι τουλάχιστον 3 προς 1 σε αυτό το βασίλειο και, ες εκ τούτου θα υπάρχει ακόμη ένα ‘παράπλευρο’ πλεονέκτημα. Η μείωση των βρεφών των Καθολικών».

Στο τέλος του δοκιμίου, ο Σούιφτ δεν ξέχασε να αναφερθεί και να προκαλέσει τους πολιτικούς να σκεφτούν την πρότασή του, η οποία φαίνεται πολύ περισσότερο υλοποιήσιμη σε σχέση με ότι είχαν προτείνει εκείνοι μέχρι τότε.

Η αποδοχή του έργου του 

Ο Σουίφτ δεν περίμενε ότι θα τον έπαιρνε κανείς στα «σοβαρά». Περισσότερο, επιθυμούσε να ταρακουνήσει τον φτωχό λαό της Ιρλανδίας, όσοι τουλάχιστον γνώριζαν ανάγνωση, αλλά και να θορυβήσει τους ανίκανους ή καιροσκόπους πολιτικούς.
Μάλιστα, οι κριτικοί τον αγνόησαν παντελώς, αναγνωρίζοντας την υπερβολή, την ειρωνεία και την αλληγορική γραφή του, χωρίς όμως να επεκταθούν περισσότερο.

Ο Σούιφτ, μπορεί να μη μετέβαλε την τραγική οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ιρλανδίας, ωστόσο, μέσα από την «Σεμνή Πρόταση», κατάφερε σήμερα να θεωρείται ο «Πατέρας της Σάτιρας» του Δυτικού Κόσμου.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Flickr

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Νεκροί, τραυματίες και χάος ανάμεσα στους οπαδούς της Σέλτικ και των Ρέιντζερς. Τα ντέρμπι του θρησκευτικού φανατισμού και του θανάτου 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here