Ένα μικρό φτωχικό σπίτι στη Νέα Σμύρνη έγινε σκηνικό ενός τρομερού εγκλήματος στις 3 Σεπτεμβρίου 1980.
Το θύμα ήταν μια 88χρονη γιαγιά που ζούσε με τον εγγονό της. Ο 17χρονος Παύλος την είχε κατακρεουργήσει.

Συνολικά κάρφωσε 17 φορές ένα τραπεζομάχαιρο στο στήθος της. «Με έβριζε συνέχεια, με έλεγε ομοφυλόφιλο και τραβεστί. Είχα συνηθίσει τις κατηγορίες. Όταν όμως καταράστηκε τον νεκρό πατέρα μου, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι».

Ο 17χρονος ζούσε στη Νέα Σμύρνη μαζί με τη μητέρα του, τον πατριό, τα 4 ετεροθαλή του αδέλφια και τη γιαγιά. Η μητέρα του μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης, μέχρι να την υιοθετήσει μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία αποτέλεσε τη θετή γιαγιά του Παύλου. Στο σπίτι όλοι είχαν παράπονα για τη γιαγιά. «Με μεγάλωσε σαν ζητιάνα, με έστελνε να ζητώ ελεημοσύνη από πόρτα σε πόρτα. Σε τίποτα δεν ήταν μάνα μου έστω και θετή», δήλωνε η μητέρα του Παύλου.

Την έσφαξε με 17 μαχαιριές

Εννιά μήνες πριν σκοτώσει τη γιαγιά του, ο 17χρονος είχε χάσει τον πατέρα του. Έζησαν μόνο τρία χρόνια μαζί, καθώς εγκατέλειψε την υπόλοιπη οικογένεια, κάτι που άφησε βαθιά τραύματα στην παιδική ηλικία του Παύλου. Την ημέρα της στυγερής δολοφονίας ο 17χρονος βρέθηκε στο σπίτι μόνος με τη γιαγιά του. Άκουγε μουσική από το ραδιόφωνο, ενώ παράλληλα άκουσε τη γιαγιά του να βρίζει τον νεκρό πατέρα του. Τον καταράστηκε που τον γέννησε και που στη συνέχεια παράτησε την οικογένεια του. Τότε ο δράστης πήρε ένα τραπεζομάχαιρο και όρμηξε στη γιαγιά του. Την έσφαξε με 17 μαχαιριές.

Γεμάτος αίματα, έτρεξε στους δρόμους της γειτονιάς του, μέχρι να φτάσει στη ντισκοτέκ. Εκεί μαζευόταν με την παρέα του καθημερινά. Όλοι τους ήταν παιδιά από προβληματικές οικογένειες. Αμέσως ομολόγησε στη φίλη του ότι «έκανε το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του».

«Αλήτη που βάφεις τα μαλλιά σου, ανώμαλε δεν σε θέλω σπίτι μου να φύγεις»

Ο δράστης ήταν ένας νεαρός με βαμμένα ξανθά μαλλιά και βγαλμένα φρύδια. Έτσι ακριβώς τον αποτύπωναν και οι εφημερίδες της εποχής, καθώς τότε δεν ήταν συνηθισμένο οι νέοι να αλλάζουν το χρώμα των μαλλιών τους.
Για τον τύπο ήταν «Ο δολοφόνος με τα βαμμένα μαλλιά». Γι αυτό το λόγο η γιαγιά του συνεχώς του έκανε παρατηρήσεις για την εμφάνιση του, τον έβριζε και τον αποκαλούσε κίναιδο. «Αλήτη που βάφεις τα μαλλιά σου, ανώμαλε δε σε θέλω σπίτι μου να φύγεις», άκουγε συνεχώς.

Το σπίτι στη Νέα Σμύρνη βάφτηκε κόκκινο. Το αίμα ήταν νωπό ακόμη και τη μέρα της αναπαράστασης

«Ήταν ελαιοχρωματιστής, έβαφε τα μαλλιά του επειδή μια μέρα είχε πέσει νέφτι, άσπρισαν και δε μπορούσαν να ήταν δίχρωμα. Τα φρύδια του τα έβγαζε γιατί είχαν καεί, άρπαξαν φωτιά από τον αναπτήρα», υποστήριζε μια φίλη του, ενώ ένας άλλος θεωρούσε ότι ήταν «πανκ», γι΄ αυτό και τα έβαφε. «Σίγουρα δεν ήταν ομοφυλόφιλος».
Μία τέτοια εκδοχή δεν μπορούσε να δεχτεί ούτε ο πατριός του. «Δεν δέχομαι να μου λένε το παιδί ανώμαλο και τραβεστί. Δεν είναι. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ότι θέλει το κεφάλι το. Αν είχα καταλάβει ότι είναι κάτι τέτοιο θα τον έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Δεν ανέχομαι τέτοιες ντροπές εγώ».

Ο εισαγγελέας θεώρησε τον 17χρονο επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και άσκησε σε αυτόν ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και οπλοχρησία. Η κατηγορία επέσυρε μέχρι και ποινή θανάτου. Ωστόσο τα ελαφρυντικά της μετεφηβικής ηλικίας του μετέβαλαν την ποινή σε ισόβια κάθειρξη.

Διαβάστε ακόμη στη «Μτχ»: «Άμα ήξερες, καημένη, τι σε περιμένει στον Πειραιά, θα έπεφτες στη θάλασσα». Πρώτα άρπαξε την περιουσία της γυναίκας του και μετά έσφαξε τη μητέρα του στο Χαϊδάρι. Η αστυνομία τον χαρακτήρισε κομμουνιστή

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here