Η προσπάθεια δημιουργίας μιας φυλακής που να προσφέρει στους έγκλειστους κάτι πιο εποικοδομητικό από την κτηνωδία και την αθλιότητα αποτέλεσε θέμα συζήτησης για πολλά χρόνια. Το αποτέλεσμα του ωστόσο ήταν σχεδόν μηδενικό.

Στη Δύση του 18ου αιώνα με τον Διαφωτισμό εμφανίστηκε μια νέα διάθεση αισιοδοξίας, σε συνδυασμό με την αποστροφή για τη βαρβαρότητα του παρελθόντος. Συγγραφείς και φιλόσοφοι, όπως ο Βολταίρος και ο Ρουσσώ καταδίκαζαν μια Ευρώπη που ήταν εγκλωβισμένη στα σκοτάδια της δεισιδαιμονίας, στις απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες και στην αυταρχική διοίκηση.
«Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος», έγραφε ο Ρουσσώ, «κι όπου κι αν κοιτάξουμε, τον βλέπουμε αλυσοδεμένο».
Δεν θα μπορούσε να βρει κανείς καλύτερη απόδειξη για αυτή τη δήλωση, από την κατάσταση που επικρατούσε στις φυλακές της Ευρώπης.

Η «μοναχική ψυχή» και η απόκλιση από την έννοια του σωφρονισμού

Τα προβλήματα της ασυδοσίας των εγκλείστων και της κυνικής αδιαφορίας του προσωπικού ασφαλείας πήραν κάποια στιγμή τέλος. Στη Φιλαδέλφεια, στην πολιτεία των Κουακέρων, Πενσιλβανία, δημιουργήθηκε το 1829 το πρώτο «σωφρονιστήριο».  Στη φυλακή δόθηκε αυτός ο χαρακτηρισμός γιατί σκοπός ήταν να σωφρονίσει τους κρατούμενους.
Με το που έφτασαν εκεί οι κατάδικοι, τους αφαιρούσαν την ταυτότητα, τους έδιναν έναν αριθμό και ένα μοναχικό κελί.
Σε αυτού του είδους την ακραία απομόνωση, έτσι τουλάχιστον έλεγε η θεωρία, οι σκέψεις του άθλιου εγκληματία θα στρέφονταν προς τα ένδον, κι έτσι θα άρχιζε να προβληματίζεται για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το σωφρονιστήριο αποτελούσε ένα πολύ μεγάλο βήμα στον τομέα της υλικής άνεσης.
Ωστόσο, με την απόλυτη απομόνωση και με την έλλειψη κινήτρων, αυτού του τύπου το σωφρονιστήριο έμοιαζε , κατά την εφημερίδα «London Times», περισσότερο με «εκτροφείο παραφρόνων».
Κι ενώ διάφοροι ιθύνοντες από όλον τον κόσμο δήλωναν ενθουσιασμένοι με αυτήν την υλοποιημένη ουτοπία, ο άγγλος συγγραφέας Κάρολος Ντίκενς, που ξεναγήθηκε εκεί το 1842, κάθε άλλο παρά εντυπωσιάστηκε. Το σχόλιο του ήταν:
«Το σύστημα είναι άκαμπτο, αυστηρό και αδιέξοδο κι εγώ προσωπικά το θεωρώ απάνθρωπο και λανθασμένο. Θεωρώ ότι αυτό το αργό και καθημερινό ανασκάλεμα των μυστηρίων του μυαλού είναι απείρως χειρότερο από τον βασανισμό του σώματος». Παρά τις επιφυλάξεις αυτές, η ιδέα του σωφρονιστηρίου βρήκε πολλούς μιμητές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Στο πρώτο «σωφρονιστήριο» που δημιουργήθηκε το 1829, η ιδέα ήταν ότι η ακραία απομόνωση θα βοηθούσε τους εγκληματίες να μετανιώσουν για τις πράξεις τους

 Η φυλακή Πέντονβιλ του Λονδίνου, η οποία εγκαινιάστηκε το 1842, ήταν πιστό αντίγραφο του ιδρύματος της Φιλαδέλφειας και αποτέλεσε με τη σειρά της μοντέλο για άλλες πενήντα περίπου βρετανικές φυλακές, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να λειτουργούν ακόμη και σήμερα.

Το σωφρονιστικό σύστημα τελικά υπονομεύτηκε από την ανθρώπινη φύση, αλλά και από την απροθυμία της κρατικής γραφειοκρατίας να επενδύσει στη «φύλαξη» εγκληματιών.

Το ανούσιο καταναγκαστικό έργο του ποδόμυλου

Ο πρώτος ποδόμυλος, τον οποίο εφηύρε ο Γουίλιαμ Κιούμπιτ, είχε εγκατασταθεί στη φυλακή Μπρίξτον του Λονδίνου το 1817. Μέχρι 40 φυλακισμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλον, κινούσαν με τα πόδια τους κάτι που έμοιαζε με επιμήκη νερόμυλο.
Στο Πέντονβιλ, το οποίο κρατούσε ακόμη τις αρχές του σωφρονιστηρίου, οι κρατούμενοι ήταν απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο, καθώς μοχθούσαν ο καθένας στο δικό του ξύλινο κουβούκλιο. Οι φυλακισμένοι έκαναν δεκαπεντάλεπτες βάρδιες με ενδιάμεσα δεκαπεντάλεπτα ξεκούρασης. Το πρόγραμμα περιλάμβανε 15 τέτοιες βάρδιες κάθε εργάσιμη ημέρα.
Ο ποδόμυλος δεν ήταν μόνο απίστευτα επιβαρυντικός, αλλά ήταν και επικίνδυνος, γιατί η παραμικρή χαλάρωση της προσοχής θα μπορούσε να σακατέψει τον κρατούμενο, αφού ο τροχός συνέχιζε να περιστρέφεται ανελέητα.

Και το προϊόν όλου αυτού του μόχθου; Η περιστροφή ενός ανεμιστήρα σαν ανεμόμυλος στην οροφή. «Αλέθοντας τον άνεμο», το αποκαλούσαν οι κρατούμενοι.

Η φυλακή Πέντονβιλ στη Βρετανία
Το καταναγκαστικό έργο της «μανιβέλας»

Στη ματαιότητα της ύπαρξής του, ο ποδόμυλος ξεπεράστηκε από μια μεταγενέστερη εφεύρεση, τη «μανιβέλα».
Επρόκειτο για ένα χερούλι που προεξείχε από ένα σιδερένιο τύμπανο. Το τύμπανο μέσα είχε ένα μηχανισμό που τον αποτελούσε μια σειρά από τάσια προσαρμοσμένα σ΄έναν περιστρεφόμενο τροχό. Καθώς περιστρέφονταν, τα τάσια γέμιζαν με άμμο από τον πάτο του τύμπανου και την άδειαζαν μόλις έφταναν στην κορυφή.
Οι φυλακισμένοι που είχαν καταδικαστεί σε «καταναγκαστικά έργα» έπρεπε να ολοκληρώσουν δέκα χιλιάδες περιστροφές σε κάθε εργάσιμη ημέρα, ενώ κάθε περιστροφή καταγραφόταν με θρησκευτική ακρίβεια από ένα μετρητή ενσωματωμένο στο μηχάνημα. Η δουλειά ήταν πραγματικά σκληρή, όπως διαπίστωσε και η έκθεση μιας κυβερνητικής επιτροπής.

«Όπως μας διαβεβαίωσαν οι υπεύθυνοι, για να ολοκληρώσει ένα τέτοιο έργο, ένας νέος έπρεπε να ασκήσει δύναμη ίση προς 1/4 της δύναμης ενός ζεμένου αλόγου, ενώ σε φυσιολογικές συνθήκες εκτός φυλακής θα ασκούσε μόλις το 1/10. Και πράγματι, κανένας άνθρωπος, νεαρός ή ενήλικος, δεν θα μπορούσε να εκτελέσει αυτού του τύπου την καταναγκαστική εργασία για πολλές συνεχόμενες μέρες, ιδιαίτερα όταν τρέφεται με το φαΐ της φυλακής, χωρίς να αδυνατίσει επικίνδυνα και να βλάψει σοβαρά την υγεία του».

Παρά τις επιφυλάξεις των αρμοδίων, οι έγκλειστοι που δεν κατάφερναν να ολοκληρώσουν τον απαραίτητο αριθμό των περιστροφών στον χρόνο που τους είχε καθοριστεί, αναγκάζονταν να συνεχίσουν να δουλεύουν νηστικοί, αδιάφορο αν ήταν νέοι, προχωρημένης ηλικίας ή άρρωστοι. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν την κτηνωδία του παρελθόντος, οι μεταρρυθμιστές του σωφρονιστικού συστήματος είχαν τοποθετήσει στη θέση της ένα σωματικό ή πνευματικό μαρτύριο άλλου τύπου.

ΠΗΓΗ: Βασανιστήρια, το έπος της ανθρώπινης κτηνωδίας, Μάικλ Κέριγκαν, εκδόσεις Γνώση…
Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Το βασανιστήριο που μετέτρεπε τους φυλακισμένους σε βασανιστές του εαυτού τους. Δεν άφηνε σημάδι, προκαλούσε μεγάλο πόνο και είχε πολύ μεγάλη διάρκεια.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here