O Δεκέμβριος του 1944 ξεκινούσε με την καταιγίδα του εμφυλίου πολέμου έτοιμη να ξεσπάσει στην Αθήνα.

Στις 2 Δεκεμβρίου, το ΕΑΜ αποφάσισε τη διοργάνωση συλλαλητηρίου στην πλατεία Συντάγματος για την επόμενη ημέρα, καθώς και την κήρυξη γενικής απεργίας στις 4 Δεκεμβρίου.

«Ήμουν εργάτρια σε εργοστάσιο, δεκατεσσάρων χρονών. Στις 2 του μήνα (Δεκεμβρίου) ήρθαν ΕΠΟΝίτες και μας είπαν πως την άλλη μέρα το εργοστάσιο θα ήταν κλειστό για να πάμε στην πορεία. Θα κάναμε και αρχαιρεσίες στο Εργατικό Κέντρο (Ευδοκία Καπετανάκη).

Όσον αφορά στο συλλαλητήριο, ζητήθηκε την ίδια ημέρα (2 Δεκεμβρίου) η άδεια της κυβέρνησης, η οποία και δόθηκε αρχικώς.

Οι πρώτες ομάδες διαδηλωτών οδεύουν προς το Σύνταγμα.
Οι πρώτες ομάδες διαδηλωτών οδεύουν προς το Σύνταγμα

Όταν όμως έγιναν γνωστές, η κήρυξη γενικής απεργίας και η κινητοποίηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ προς την πρωτεύουσα, η άδεια ανακλήθηκε.

Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ αψήφησαν την απαγόρευση της κυβέρνησης και προχώρησαν κανονικά στα σχέδιά τους, ενώ σε άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» στις 3 Δεκεμβρίου 1944, ο Ι. Ζεύγος διακήρυττε τα εξής: «…Τώρα το λόγο τον έχει ο ελληνικός λαός. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ, που τους ζητούν να παραδώσουν τα τιμημένα και κερδισμένα σε μάχες όπλα τους. Οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας, που αντιμετώπισαν νικηφόρα τις ορδές των Γερμανών και των προδοτών… Ο ελληνικός λαός θα σαρώσει την κυβέρνηση του εμφυλίου πολέμου και θα δημιουργήσει μια κυβέρνηση πραγματικής εθνικής ενότητας». Ήταν το προανάκρουσμα μιας φρικτής σύγκρουσης.

Το συλλαλητήριο πραγματοποιήθηκε, το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου, με τον κύριο όγκο των διαδηλωτών (60.000 περίπου) που κινούνταν επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας, να προσεγγίζει γύρω στις δεκά το πρωί την πλατεία Συντάγματος.
Η αστυνομική δύναμη που είχε αναπτυχθεί στην περιοχή είχε εντολές να προστατεύσει τόσο το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», στο οποίο διέμεναν μέλη της κυβέρνησης καθώς και διάφορες ξένες αποστολές, όσο και τη Διεύθυνση της Αστυνομίας, το Υπουργείο Στρατιωτικών και άλλα δημόσια κτίρια που βρίσκονταν κοντά στην πλατεία.
Σύμφωνα με αριστερές πηγές, οι διαδηλωτές δεν είχαν όπλα. Αντίθετα, σύμφωνα με την κυβερνητική πλευρά αρκετοί είχαν κρυμμένα κάτω από τα ενδύματά τους, ελαφρά όπλα. Στην πραγματικότητα,α;6  το ΕΑΜ συνήθιζε να περιφρουρεί τις διαδηλώσεις του με οπλισμένα μέλη.
H βυζαντινολόγος ιστορικός Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ συμμετείχε στη διαδήλωση. Στη μαρτυρία της κάνει λόγο για οπλισμένα μέλη του ΕΑΜ: «Τις πρώτες πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, στις 3, νομίζω, κατεβαίνουμε στη μεγάλη διαδήλωση…. Βρίσκομαι μπροστά στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», στη γωνία. Απέναντι είναι τα παλιά ανάκτορα, όπως τα λέγαμε τότε. H σημερινή Βουλή. Στη στέγη βλέπω Έλληνες αστυνομικούς να πυροβολούν….
Από το Σύνταγμα προχωράμε, όλη η διαδήλωση, προς την Ομόνοια. Εκεί έγινε ο μεγάλος σκοτωμός. Πυροβολισμοί ακούγονταν από παντού, έβγαιναν από τα ξενοδοχεία… H διαδήλωση είχε φρουρούς του ΕΛΑΣ, οι οποίοι και άρχισαν να πυροβολούν προς τα πάνω, προς τα ξενοδοχεία. Έγινε σαματάς. Όλοι χτυπούσαν μεταξύ τους…»

Η πρώτη επαφή αστυνομικών και διαδηλωτών έγινε επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας.
Παρά τις συστάσεις των επικεφαλής αστυνομικών προς τους διαδηλωτές, αυτοί συνέχισαν να κινούνται προς την πλατεία Συντάγματος, υποχρεώνοντας τον αστυνομικό κλοιό να οπισθοχωρεί.
Γύρω στις 10.30 οι διαδηλωτές είχαν πλέον φθάσει στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας, Βασιλίσσης Αμαλίας και Πανεπιστημίου.
Με την αστυνομική δύναμη να μην είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει άλλο, σημειώθηκαν εκτεταμένες συμπλοκές, σώμα με σώμα, με τους διαδηλωτές.
Οι τελευταίοι τραυμάτισαν αρκετούς αστυνομικούς και από κάποιους τους πήραν και τα όπλα.
Σύμφωνα με την εκδοχή του ΕΑΜ, πολλοί αστυνομικοί πέταξαν τα όπλα τους και ενώθηκαν με τους διαδηλωτές.
Από χειροβομβίδα που εκτοξεύθηκε από κάποιο διαδηλωτή, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων σκοτώθηκε ένας υπαρχιφύλακας της Τροχαίας.

Το πρωτοσέλιδο του "Ριζοσπάστη" της 3ης Δεκεμβρίου 1944.
Το πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» της 3ης Δεκεμβρίου 1944.

Σχεδόν ταυτόχρονα οι διαδηλωτές άρχισαν να κινούνται απειλητικά προς το κτίριο της Διεύθυνσης της Αστυνομίας, με σκοπό να το καταλάβουν (συμβολή λεωφόρων Βασιλίσσης Σοφίας και Αμαλίας.

Όταν οι τελευταίοι βρέθηκαν σε απόσταση 30 μέτρων από το κτίριο, οι περίπου 20 αστυνομικοί της φρουράς του πυροβόλησαν εναντίον τους, αναχαιτίζοντας τελικά το πλήθος.
Η διαταγή για την εκτέλεση των πυρών δόθηκε από τον αρχηγό της Αστυνομίας Άγγελο Έβερτ.

Ο τελευταίος σε συνέντευξη του το 1958 στην εφημερίδα «Ακρόπολις» παραδέχθηκε ότι εκείνος έδωσε την εντολή να πυροβολήσουν οι αστυνομικοί επικαλούμενος σχετική κυβερνητική εντολή, για τη διάλυση της συγκέντρωσης «με κάθε μέσο» αλλά και για λόγους αυτοάμυνας: «…Όταν το πρώτον απειλητικόν κύμα των διαδηλωτών έφθασε προ των γραφείων της Αστυνομικής Διευθύνσεως, η κατάστασις έφθασε εις επικίνδυνον, εις κρίσιμον σημείον. Ουδεμία εγγύησις περί των φιλειρηνικών διαθέσεων των διαδηλωτών ήτο δυνατόν να υπάρξει. Αλλως τε είχα σαφείς αποδείξεις ότι το ΚΚΕ ήτο αποφασισμένον πλέον να εξωθήσει την κατάστασιν μέχρι ενόπλου συρράξεως…

…Δεν υπήρχε λοιπόν σκιά αμφιβολίας ότι εάν εσυνεχίζετο η ανεκτική στάσις των οργάνων της τάξεως, θα υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταλήψεως των νευραλγικών σημείων της πρωτευούσης, τα οποία ευρίσκοντο εις απόστασιν ολίγων μέτρων το εν από το άλλο. Αυτό ήτο το σχέδιον του ΚΚΕ. Η κατάληψις δηλαδή των σημείων τούτων από ανευθύνους, αόπλους και ειρηνικούς διαδηλωτάς. Υπάρχει αμφιβολία ότι το κράτος θα κατελύετο οριστικώς εκείνας τας στιγμάς, αν κατελαμβάνοντο τα σημεία αυτά; Εκείνην δε την στιγμήν ακριβώς και βάσει των διαταγών, τας οποίας είχον, διέταξα υπευθύνως και εγώ την βιαίαν διάλυσιν των επιτεθέντων διαδηλωτών, οι οποίοι όπως απεδείχθη και από τον φόνον του αρχιφύλακος, δεν ήσαν καθόλου άοπλοι».

Διαδηλωτές ουρλιάζουν και καταριούνται τους αστυνομικούς μπροστά από τα σώματα των πρώτων νεκρών.
Διαδηλωτές ουρλιάζουν και καταριούνται τους αστυνομικούς μπροστά από τα σώματα των πρώτων νεκρών (φωτ. Dmitri Kessel).

Η διαδηλώτρια Ευδοκία Καπετανάκη προσέγγισε το Σύνταγμα από την οδό Σταδίου: «Στις 3 Δεκέμβρη συγκεντρωθήκαμε για να φτάσουμε στο Σύνταγμα. Κόσμος πολύς φώναζε συνθήματα κατά της κυβέρνησης. Εμείς φτάσαμε ως τον Ζαχαράτο (κατάστημα στην οδό Σταδίου), παραπάνω δεν πήγαινε. Από εκεί μπορούσες να δεις άνδρες με όπλα στην ταράτσα της Βουλής. Μετά ακούστηκαν πυροβολισμοί και ο κόσμος διαλύθηκε στα γύρω στενά».
Την ώρα που αυτά συνέβαιναν στο Σύνταγμα, έξω από την πρωθυπουργική κατοικία (στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 14), συγκεντρώνονταν περί τους 3.000 διαδηλωτές από συνοικίες των βορείων προαστίων.
Η φρουρά του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και των μελών του υπουργικού συμβουλίου, αποτελείτο από 22 αστυνομικούς.
Καθώς το πλήθος πλησίαζε προς την κατοικία του πρωθυπουργού, ένας ταγματάρχης του ΕΛΑΣ πλησίασε με απειλητικές διαθέσεις τον επικεφαλής της αστυνομικής φρουράς .
Όταν ο τελευταίος ώθησε τον ταγματάρχη μέσα στο κτίριο και τον αφόπλισε, οι διαδηλωτές προσέβαλαν τη φρουρά, βάλλοντας με ελαφρά όπλα και εκτοξεύοντας δύο χειροβομβίδες.
Οι αστυνομικοί απάντησαν στα πυρά, αναγκάζοντας τους διαδηλωτές να απομακρυνθούν.
Στο κέντρο της πόλης τα επεισόδια συνεχίστηκαν μέχρι τις 13.30, οπότε απομακρύνθηκε το πλήθος με την παρέμβαση και δύο λόχων Βρετανών αλεξιπτωτιστών οι οποίοι δεν χρησιμοποίησαν πυρά.
Από τα επεισόδια σκοτώθηκε ένας αστυνομικός και τραυματίστηκαν 3-4.

Σύμφωνα με το ΕΑΜ οι νεκροί διαδηλωτές ήταν 21 και οι τραυματίες 140.
Το εντυπωσιακό είναι ότι το συλλαλητήριο δεν διαλύθηκε.
Οι νεκροί καλύφθηκαν με λουλούδια από τα παρακείμενα ανθοπωλεία, ενώ οι προγραμματισμένοι λόγοι εκφωνήθηκαν κανονικά.
Σύμφωνα μάλιστα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, ένα ένοπλο τμήμα του ΕΛΑΣ ντυμένο με στολές που είχαν πάρει από τους Γερμανούς, εμφανίστηκε από το πουθενά και εκτέλεσε χρέη τιμητικού αγήματος για τους νεκρούς.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου απηύθυνε στον ελληνικό λαό διάγγελμα καταγγέλλοντας το ΚΚΕ και το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ως στασιαστές.

Μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής: «Και σήμερον έχομεν την συνείδηση ήρεμον ότι δεν επταίσαμεν. Ολόκληρος η ευθύνη, ενώπιον της Ιστορίας και ενώπιον του Έθνους, βαρύνει την ηγεσίαν της Ακρας Αρστεράς. Διότι επανελήφθη δυστυχώς, η περιπέτεια του Λιβάνου. Και πάλιν επεκράτησαν οι αδιάλλακτοι. Φαίνεται ότι εδέχοντο να υπάρχη Κυβέρνησις Εθνικής Ενώσεως, αλλά υπό τον όρον η υλική δύναμις να ευρίσκεται εις χείρας τους. Και διά τούτο, όταν έφθασαν αι προθεσμίαι της αποστρατεύσεως, εξηγέρθησαν. Και επέβαλαν τας θελήσεις των. Και οδηγούν την Χώραν, με τα ένοπλα συλλαλητήρια, με την γενικήν απεργίαν, με την ανασύστασιν της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ, εις εμφύλιον πόλεμον. Τοιουτοτρόπως έγιναν ένοχοι…». 

Αργά την ίδια ημέρα, μετά από αίτημα της κυβέρνησης, ο Βρετανός αντιστράτηγος Σκόμπυ απηύθυνε διαταγή με την οποία ζητούσε την απομάκρυνση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής από την Αθήνα.  Η διαταγή τόνιζε πως μονάδες του ΕΛΑΣ που δεν θα είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή μετά τα μεσάνυκτα της 6ης προς 7η Δεκεμβρίου, θα θεωρούνταν αυτομάτως εχθρικές. Την ίδια στιγμή η ηγεσία του ΕΛΑΣ χαρακτήριζε την κατάσταση «οξυτάτη» και διέταζε την εφαρμογή σχεδίου για επίθεση εναντίον κυβερνητικών στόχων.

Ο λόγος πλέον ανήκε στα όπλα. Ο εμφύλιος είχε ξεκινήσει.

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here