«Σπάστε τα καταστήματα των Ρωμιών» ήταν το σύνθημα που επικράτησε την νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη.

Οι Έλληνες της Πόλης ζούσαν τη δική τους «νύχτα των Κρυστάλλων». Ο τουρκικός όχλος, μαινόμενος, με επικεφαλής φανατικούς φοιτητές και με την επιδεικτική ανοχή των τουρκικών αρχών, κατέστρεφε, χτυπούσε και δολοφονούσε, φωνάζοντας το όνομα του Κεμάλ Ατατούρκ. Σύμφωνα με ιστορικούς και μελετητές ήταν μια καλά οργανωμένη και προσχεδιασμένη επίθεση.
Το πρώτο κύμα των ταραξιών έσπαγε και κατέστρεφε σπίτια και μαγαζιά, το δεύτερο κύμα άρπαζε και λεηλατούσε και το τρίτο σκορπούσε τα πάντα.

Από τις επιδρομές των Τούρκων στις ελληνικές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου, έχασαν την ζωή τους περίπου τριάντα Έλληνες, πάνω από διακόσιες γυναίκες έπεσαν θύματα βιασμού, ενώ σπίτια, καταστήματα, ναοί και οποιοδήποτε οίκημα είχε σημαδευτεί με σταυρό από κόκκινη μπογιά ισοπεδώθηκε. Το σημάδεμα των σπιτιών σε όλα τα μέρη του κόσμου είναι οιωνός κάποιας δικτατορίας ή γενοκτονίας που πλησιάζει. Έτσι έγινε και στη ναζιστική Γερμανία, έτσι έκανε και η Κου Κλουξ Κλαν στις ΗΠΑ. Με αυτό τον τρόπο στοχοποιήθηκαν και τα ελληνικά σπίτια και καταστήματα στην Κωνσταντινούπολη.
Έτσι γράφτηκε η αρχή του τέλους για την ελληνική κοινότητα της Πόλης.

Οι Έλληνες έβλεπαν μπροστά τους να καταστρέφονται οι περιουσίες τους. Χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, έτρεμαν για την ζωή της οικογένειάς τους. Ο εικονιζόμενος στη φωτογραφία είχε μπακάλικο στην Πρίγκηπο. Κάθε μέρα, τα ξημερώματα έτρεχε στην αγορά για να εφοδιάσει το μαγαζί του. Όταν επέστρεφε, υποδεχόταν τους πελάτες του στο πάντα γεμάτο μπακάλικό του. Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου το μαγαζί δεν άνοιξε. Το μπακάλικο του Γεώργιου Δεμιρτζή είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Είδε με πόνο να χάνονται οι κόποι της ζωής του.

Τουρκικός όχλος ενώ καταστρέφει

Τη νύχτα των Σεπτεμβριανών παρακολουθούσε τις θηριωδίες από το σπίτι ενός Τούρκου γείτονα του.
«Γιώργη έλα σήμερα το βράδυ σπίτι μας γιατί φοβάμαι ότι κάτι κακό θα γίνει», τον είχε προειδοποιήσει. Από εκεί είδε τον τουρκικό όχλο να σπα με ρόπαλα το μαγαζί του. Φανατισμένοι τρυπούσαν με λύσσα τα τσουβάλια με τα εμπορεύματα. Ζάχαρη και ρύζι ξεχείλιζαν στους δρόμους. Από το παράθυρο είδε το βιός του να διαλύεται. Δίπλα του στεκόταν τρομαγμένη η γυναίκα και σύντροφος του από το 1951, Μαρία. Ήταν έγκυος. Μέσα σε λίγες ώρες απέβαλλε το έμβρυο που κυοφορούσε, εξαιτίας του σοκ που υπέστη.

Οι παππούδες μου, διψασμένοι για ζωή, δεν το έβαλαν κάτω. Ορθοπόδησαν και έφτιαξαν ξανά τη ζωή τους. Για χρόνια έκαναν υπομονή. Δεν ήθελαν να αφήσουν την Πόλη, που μεγάλωσαν και αγάπησαν.
Άντεξαν μέχρι το 1969. Η υπομονή και τα όρια τους εξαντλήθηκαν. Αποφάσισαν να παρατήσουν την Πόλη της καρδιάς τους και να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στην άλλη τους πατρίδα, την Ελλάδα. Δεκατέσσερα χρόνια μετά τη μεγάλη καταστροφή, ο Γιώργης, η Μαρία και η μικρή τους κόρη, Άννα έβαζαν τα θεμέλια για μια καινούρια ζωή στην Αθήνα.
Πίσω τους άφηναν, ότι με κόπο είχαν χτίσει, το σπίτι τους στο Μόδι, τα βιώματα, τις αναμνήσεις, τις χαρές, τις λύπες και τα όνειρα τους.

Μαριάννα Χιονά

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Οι παππούδες μου, που σώθηκαν από έναν Τούρκο, στα Σεπτεμβριανά της Κωνσταντινούπολη.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here