Οι γυναίκες που δούλευαν στις Aλυκές της Λευκάδας μέσα από την διεισδυτική και ευαίσθητη ματιά του Κώστα Μπαλάφα

Οι Aλυκές της Λευκάδας μετρούν μία ιστορία 600 και πλέον χρόνων. Η πρώτη αναφορά για φόρτωση αλατιού από το λιμάνι της Λευκάδας σε πλοία της Ραγκούσας γίνεται το 1415.
Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο εμπόριο των Ενετών, ενώ αργότερα στη Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία στήριξε την τοπική οικονομία μέσω των εξαγωγών. Γύρω στον 17 αιώνα υπολογίζεται ότι λειτούργησαν και οι νέες αλυκές.
Στη νότια άκρη του περάσματος του στενού της Λευκάδας, στο σημείο όπου οι αλυκές πλησίαζαν πολύ την απέναντι ακτή της Ακαρνανίας, υπήρχε το ενετικό οχύρωμα Torreta το οποίο τις προστάτευε από εχθρικές επιδρομές. Η παραγωγή των δύο αλυκών έφτανε τους 3 – 4 τόνους το χρόνο και το μεγαλύτερο μέρος του κατευθύνονταν στο κρατικό μονοπώλιο (ανάλογα την εποχή) σε Βενετία ή Κέρκυρα, ενώ μια ποσότητα παρέμεινε για να καλύψει τις ανάγκες των Ιόνιων νησιών και των γειτονικών ηπειρωτικών τμημάτων της χώρας.

Οι πρώτες αλυκές σταμάτησαν να λειτουργούν το 1948,  ενώ το 1990 ο χώρος που τις φιλοξενούσε μπαζώθηκε και προσφέρθηκε για την επέκταση της πόλης της Λευκάδας. Το 1990 ήταν και η χρονιά που διακόπηκε και η λειτουργία των νέων αλυκών οι οποίες είχαν συρρικνωθεί σε ένα βαθμό από τις αρχές του 20ου αιώνα κατά τις εργασίες διάνοιξης της διώρυγας που ενώνει την Λευκάδα με την ηπειρωτική Ελλάδα.

Ο τρόπος διαχωρισμού και συγκέντρωσης του αλατιού παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτος από την εποχή των Φράγκων έως αυτή που απαθανάτισε ο Μπαλάφας.
Η Λίντα Παπαγαλάνη κατέγραψε όλο το κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο που είχε για τις γυναίκες του νησιού η εργασία στις αλυκές.“Στη Λευκάδα η γυναίκα συμμετείχε ενεργά και κρατούσε την παραγωγή θεωρώντας αυτή τη δουλειά δικό της εισόδημα.
«Μ’ άρεσε να πάω εκεί κάτω, είχε παρέα και ήταν και τα λεφτά. Πήγαινα από μικρή 10-11 χρονών, πήγαινε μια θεία μου. Μια μέρα που έλειπε ο πατέρας μου της έφυγα της μάνας μου. Πήγαινα από ότι μπόραγα να σηκώσω το ζεμπίλι».
Από δώδεκα-δεκατριών χρονών στις αλυκές του Αλέξανδρου, και της πόλης παλαιότερα, δούλευαν οι κάτοικοι των δύο κοντινών χωριών και το βράδυ επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Μόνον την περίοδο της αιχμής όταν ερχότανε παρέες και από τα πιο μακρινά χωριά οι εργάτες διανυκτέρευαν 15 μέρες ή και περισσότερο κοντά στην αλυκή.
«Οι γυναίκες και οι άντρες μέναμε χωριστά εκεί κάτω στον κάμπο. Κάτω στις ελιές στρωματσάδα. Λέγαμε ιστορίες, κάναμε και σκουρδουβίτσες η μια πάνω στην άλλη, λέγαμε και ιστορίες πώς να κλέψουμε περισσότερο αλάτι».

Αποκλειστικά γυναικεία καθήκοντα στην αλυκή, εκτός από τα μικροθελήματα, το νερό και το καθάρισμα καμιά φορά των αλυκών, κυρίως ήτανε το ζεμπίλι και ο σωρός. Είναι χαρακτηριστικό της λευκαδίτικης κοινωνίας, ότι στα καθήκοντα αυτά απασχολούνταν μόνο γυναίκες από χωριά και όχι από την πόλη, ακόμη κι αν ήτανε σε μεγάλη ένδεια, τόσο στην κάτω όσο και στις επάνω αλυκές της Λευκάδος.

Οι γυναίκες κουβαλούσαν στο ζεμπίλι μέχρι τριάντα κιλά.
Κάθε γυναίκα πηγαινοερχόταν και 50 φορές την ημέρα, όλες ξυπόλητες, μαθημένες από πάντοτε να περπατούν χωρίς παπούτσια στο έλεος της άρμης που έμπαινε στις σχισμές και μάτωνε και πονούσε το δέρμα.
Κι όπως τα ρούχα τους βρεχότανε κοκάλωνε το αλάτι και μοιάζανε σαν γυάλινα. Καμιά γυναίκα δεν τελείωνε τη μέρα δίχως χαίνουσες πληγές στο σώμα της. Μόνο που η θάλασσα ήταν κοντά και έπεφταν και ξεπλενόταν πριν φύγουν.
Όσες ζούσαν στον κάμπο, με αυτά τα ξύλινα ρούχα μπορούσαν να περάσουν μια εβδομάδα και περισσότερο, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση μέχρι που κάποιος από τους δικούς τους να τους μεταφέρει κάποια αλλαξιά, μαζί με το ψωμί και τα ελάχιστα άλλα χρειώδη.

Όμως, παρ’ όλες τις κακές συνθήκες, οι αλυκές ήτανε στόχος, επιδίωξη και προνομιακή κατάκτηση για τις γυναίκες. Παρακαλούσανε πότε τον έναν πότε τον άλλον, ψάχνοντας το δυνατό μέσο για να πιάσουνε δουλειά, θύματα σε εκβιαστικές παροχές ποικίλων υπηρεσιών προς φύλακες ή μικροαξιωματούχους.

Γι’ αυτές οι αλυκές ήταν το μεροκάματο. Ήταν η δυνατότητα να είναι κάποιος.

Ήταν η δυνατότητα να είναι με άλλους. Ήταν η εξασφάλιση του αλατιού για όλη τη χρονιά στο σπίτι, πολύτιμο προϊόν για την οικιακή οικονομία της περιοχής (παστές σαρδέλες, ελιές, τυρί, κτηνοτροφία κ.ά.). Ήταν η κοινωνική αναγνώριση.
Ήταν η ελπίδα του περιττού, ότι το μεροκάματο της αλυκής ίσως γίνει σαμαροσκούτι ή καινούρια παπούτσια, όσο ήταν ανύπαντρες, γιατί συνήθως στις παντρεμένες γυναίκες τα χρήματα επέστρεφαν πάντοτε στην οικογένεια. «Ο άντρας μου ερχότανε να με πάρει. Δεν δούλευε, αλλά όταν ήταν να φύγω, ερχότανε να πάρει το αλάτι και τα λεπτά»”.

Για χάρη αυτών των γυναικών ο Κώστας Μπαλάφας επέστρεψε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αυτή την φορά για να τις κινηματογραφήσει σε έγχρωμο φίλμ – πανάκριβο την εποχή εκείνη – αφήνοντας ένα μοναδικό κληροδότημα της Ελλάδας του μόχθου. Μίας Ελλάδας όχι και τόσο μακρινής στον χρόνο αλλά τόσο ξένης σαν εικόνα στην σημερινή εποχή.– Το 2008 χρόνια, τρία χρόνια πριν το θάνατό του, ο Κώστας Μπαλάφας εμπιστεύτηκε το πολύτιμο αρχείο του (15.000 αρνητικά, πρωτότυπα φωτογραφικά τυπώματα, 72 κινηματογραφικές ταινίες καθώς και ηχητικές και γραπτές μαρτυρίες) στο Μουσείο Μπενάκη με τη βεβαιότητα ότι θα το διαχειριστεί με σεβασμό και την αρμόζουσα δεοντολογία τόσο ως προς τη φύλαξή του, όσο και ως προς την αξιοποίησή του. Με την πρωτοβουλία του αυτή, ουσιαστικά προσέφερε στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας του, στην ιστορία της και στην ιστορία της φωτογραφίας.

Με πληροφορίες από archaiologia.gr και aromalefkadas.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here