Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα, στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας πλάι στους «Αέρηδες» και στο Μοναστηράκι, στεγαζόταν η πιο σκληρή φυλακή της πόλης. Το κτίριο, που αρχικά ήταν σεράι, διακρίνεται στην επιχρωματισμένη φωτογραφία του 1869 ακριβώς πίσω από το Μοναστηράκι. Ήταν έργο του σκληρού Οθωμανού πασά Χασεκή, που υποχρέωσε τους Αθηναίους να χτίσουν και ένα τεράστιο τείχος γύρω από την Ακρόπολη.

Τη δεκαετία του 1770, Οθωμανός διοικητής της Αθήνας ήταν ο Χατζή Αλή Χασεκής. Ο Χασεκής έμεινε στην ιστορία ως ο πιο βάναυσος τοπικός άρχοντας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Συμπτωματικά η άφιξή του στην πρωτεύουσα συνέπεσε με το ξέσπασμα μίας καταστροφικής επιδημίας πανούκλας, που αποδεκάτισε τους Αθηναίους.
Το 1776, με αφορμή την αποτυχημένη επίθεση του Αλβανού πολέμαρχου Γιαχόλιορη στην Αθήνα, ο Χατζή Αλή αποφάσισε να βάλει τους κατοίκους της πόλης να χτίσουν αμυντικό τείχος μήκους 4 χιλιομέτρων. Μάλιστα, προκειμένου να επισπεύσει το τεράστιο έργο, ανάγκασε όλους τους Αθηναίους να συμμετέχουν στις εντατικές και σκληρές εργασίες. Έτσι, μέσα σε μόλις 108 μέρες, η πόλη μετατράπηκε σε ένα τεράστιο στρατόπεδο, από το οποίο η είσοδος και η έξοδος ήταν πλήρως ελεγχόμενη. Στο κέντρο δέσποζε ένα πελώριο κτίσμα, το σαράι του Χασεκή, το οποίο έμελλε μέσα στην ιστορία να αλλάξει πολλές χρήσεις.

Υδατογραφία του παλατιού, «σαράι», του Χατζή Αλή Χασεκή. Η Αθήνα μέσα στο χρόνο

Παλάτι, στρατώνας και φυλακή

Για μία εικοσαετία, μέχρι και τον θάνατο του Χασεκή, το πολυτελές κτίριο αποτέλεσε το παλάτι του. Από εκεί, ο Τούρκος διοικητής οργάνωνε τις επιχειρήσεις του και έδινε τις εντολές του. Κατά τη διακυβέρνησή του, εκατοντάδες Αθηναίοι βασανίστηκαν, θανατώθηκαν και εξορίστηκαν. Οι γυναίκες της πόλης ζούσαν σε ένα διαρκές καθεστώς φόβου, καθώς σε καθημερινή βάση ο Χατζή Αλής απήγαγε όσες του άρεσαν και τις μετέφερε στο χαρέμι του.

Όταν ο οθωμανός τύραννος πέθανε, το «σεράι» του άλλαξε χρήση. Μετά τη ανεξαρτησία και την έλευση του βασιλιά Όθωνα, από παλάτι μετατράπηκε σε στρατώνα που στέγαζε τις βαυαρικές στρατιωτικές μονάδες της εποχής. Ήταν δηλαδή μία «καζάρμα», όπως ονομαζόταν στα χρόνια του Όθωνα, που σε τίποτα δε θύμιζε τα περασμένα μεγαλεία της πολυτελούς κατοικίας.

Περί τα τέλη του 1800, άλλαξε και πάλι χρήση. Το μεγάλο κτίριο μετατράπηκε σε φυλακή για να στεγάσει το όλο και αυξανόμενο εγκληματικό στοιχείο της πόλης. Βέβαια, το πρώην παλάτι δεν πληρούσε τις προδιαγραφές για να γίνει ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό σωφρονιστικό ίδρυμα. Το γεγονός αυτό δεν φάνηκε να πτοεί τους ιθύνοντες, που με το πέρασμα των χρόνων έστελναν κατά εκατοντάδες τους Αθηναίους κρατούμενους στην «Παλαιά Στρατώνα». Άλλωστε σε όλες τις φυλακές της Ελλάδας οι συνθήκες ήταν άθλιες.

Η Παλιά Στρατώνα (πίσω πλευρά) στην Βιβλιοθήκη του Αδριανού, στο Μοναστηράκι. Η Αθήνα μέσα στο χρόνο

Όπως ανέφερε στην έκθεσή του το 1915 ο Γάλλος γενικός επιθεωρητής φυλακών, Λ. Μπαρτές, «πλην των κεντρικών γυναικείων φυλακών και των φυλακών Αβέρωφ, ουδεμία άλλη φυλακή εν Ελλάδι δύναται να χρησιμεύση, έστω και κατ’ ελάχιστον, ως υπόδειγμα προς ανέγερσιν νέων φυλακών». Μάλιστα, αυτή ήταν μόνο μία από τις δεκάδες εκθέσεις ειδικών νομομηχανικών που είχαν «καταχωνιαστεί» στα αρχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης, οι οποίες ομόφωνα κατέτασσαν το κτίριο ως «ακατάλληλο-ετοιμόρροπο».

Κατά τη διάρκεια του μισού και πλέον αιώνα που λειτουργούσαν οι φυλακές, οι συνθήκες γίνονταν προοδευτικά όλο και χειρότερες. Μισογκρεμισμένοι τοίχοι, παντελής έλλειψη υγιεινής, ανομία. Ουκ ολίγες φορές είχαν εξαπλωθεί αρρώστιες αποδεκατίζοντας τους ήδη εξαθλιωμένους κρατούμενους. Χαρακτηριστικά, σε δημοσιεύματα της εποχής, η φυλακή περιγράφεται ως «ιδεώδης τύπος τρώγλης και ανθρωποστραγγαλισμού».

Μέρος της έκκλησης των κρατουμένων όπως δημοσιεύτηκε στον τύπο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε διαπιστώσει το πρόβλημα από τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του. Παρόλα αυτά, η απόφαση της κατεδάφισης του ετοιμόρροπου κτιρίου πάρθηκε πάνω μία δεκαπενταετία αργότερα, το 1929. Και ώσπου να υλοποιηθεί, χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια ακόμη. Μάλιστα, ο κύριος λόγος για τον οποίο δρομολογήθηκε η κατεδάφιση ήταν οι πιέσεις των αρχαιολόγων που ήθελαν να κάνουν ανασκαφές στο σημείο.
Τον Νοέμβριο του 1931, όταν η κατεδάφιση είχε πλέον μπει στην τελική ευθεία, οι 800 κρατούμενοι, που έπρεπε να μεταφερθούν σε άλλες φυλακές της Ελλάδας, έστειλαν έκκληση προς τον πρωθυπουργό της χώρας.

«Και πού μεταφέρονται οι δύστυχοι αυτοί κατάδικοι; Αν ο Παλαιών Στρατών εθεωρήθη αίσχος, θα διορθωθεί άραγε το αίσχος τούτο δια της μεταφοράς τους σε άλλα χειρότερα αίσχη; Σε πρόχειρα παραπήγματα ελοπλήκτων αγροτικών φυλακών ή σε ανήλιες τρώγλες επαρχιακών τοιούτων, στις οποίες σαρδελληδόν (σαν σαρδέλες) εναποθηκεύονται οι κατάδικοι υπό τας χειρότερας υγιεινάς συνθήκας, μακράν των οικογενειών τους, από τις οποίες συντηρούνται υλικώς και ενισχύονται ψυχικώς;» έγραφαν οι αρθρογράφοι.

Οι κρατούμενοι ήταν απεγνωσμένοι διότι πίστευαν ότι στις νέες φυλακές, οι συνθήκες θα ήταν ίδιες ή και χειρότερες. Και οι φόβοι τους ήταν βάσιμοι. Τα χρόνια εκείνα είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται δειλά τα πρώτα βήματα για τον εκσυγχρονισμό των σωφρονιστικών ιδρυμάτων στη χώρα και την εναρμόνισή τους με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Μόλις το 1929 πάρθηκε η οριστική απόφαση να κατεδαφιστεί, προκειμένου να γίνουν ανασκαφές στην περιοχή.

Η αναβίωση της Παλαιάς Στρατώνας στην τέχνη

Τελικά η Παλιά Στρατώνα κατεδαφίστηκε το 1932. Αν και όλοι γνώριζαν ότι οι ετοιμόρροπες φυλακές είχαν μετατραπεί σε ένα κολαστήριο των τροφίμων και αποτελούσαν ντροπή για την πρωτεύουσα που κατά τ’ άλλα έκανε σημαντικές προσπάθειες να εκσυγχρονιστεί, πολλοί κάτοικοι λυπήθηκαν με την κατεδάφιση του ιστορικού κτιρίου. Οι «γηραιοί Αθηναίοι του ’30» το θεωρούσαν ως απομεινάρι μιας ωραίας εποχής της παλαιάς Αθήνας, την οποία νοσταλγούσαν με συγκίνηση. Το 1931, η Μαρίκα Νέζερ εκτέλεσε ένα σατιρικό αποχαιρετιστήριο τραγούδι με τίτλο «Παλιά Στρατώνα».

«Χαίρε, Παλιά Στρατώνα μου, που πάντα είσαι νέα,
Χαίρε που θέλουνε να σε γκρεμίσουνε στο χίλια εννιακόσια είκοσι εννέα.
Χαίρε που θέλουνε να σε γκρεμίσουνε, γιατί δεν περνάει, λέει, η μπογιά σου.
Χαίρε που εφιλοξένησες ως και παπάδες ακόμα στα κελιά σου», έλεγαν οι στίχοι.

Πληθώρα αναφορών στην Παλιά Στρατώνα υπάρχουν και σε ρεμπέτικα τραγούδια της περιόδου. Το πιο γνωστό είναι το «Δεν ξανακάνω φυλακή». Ο Καπετανάκης που αναφέρεται στο κομμάτι, λέγεται ότι ήταν ένας από τους πιο «ζόρικους» διευθυντές της ιστορικών φυλακών.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ποιος ήταν ο Χατζή Αλή Χασεκή που ύψωσε τείχη γύρω από την Αθήνα με καταναγκαστική εργασία. Γιατί ο Μοροζίνι βομβάρδισε την Ακρόπολη. Η Αθήνα πριν από την επανάσταση του 1821 στη «Μηχανή του Χρόνου». Νέα εκπομπή (βίντεο)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here