Έτρεχε στη Φωκίωνος Νέγρη με ένα καλαθάκι φιστίκια αράπικα και άφηνε δύο τρία σε κάθε τραπέζι. Ο φιστικάς με το ευφάνταστο όνομα Ματσεντάλες δήλωνε με πολύ πρωτότυπο τρόπο την παρουσία του. Ήταν μία από τις πιο γνωστές φυσιογνωμίες της πόλης.

«Είναι άχτεν είναι μπάχτεν είναι μαγκιναμποζούχτεν», έλεγε μιμούμενος μια ημι-ξενόγλωσση διαφήμιση. Άφηνε τα φιστίκια στα τραπεζάκια της πλατείας και έλεγε πάλι την ίδια φράση: «ματσενταλέ και τσοντίτσα;». Η τσόντα σήμαινε προσθήκη. Έτσι απευθυνόταν στους πελάτες και τους ρωτούσε αν ήθελαν και άλλα φιστίκια. Ξαναγύριζε σε όσους είχε δειγματίσει και έπαιρνε παραγγελίες. Τότε με μια μικρή σέσουλα γέμιζε τις σακούλες ζεστό και τραγανό φιστίκι.

Με δύο πανέρια στα χέρια όργωνε την Αθήνα

Είχε πάντα μαζί του ζεστό εμπόρευμα. Γνώριζε πως το φιστίκι πουλάει καλύτερα ζεστό και έτσι ήθελε να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες των πελατών του.
Γι΄ αυτό τον λόγο είχε προσθέσει στο πανέρι του μια ηλεκτρική αντίσταση που την τροφοδοτούσε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κάποιοι πελάτες δεν έκρυβαν την περιέργεια τους. «Ρε Ματσεντάλες πως γίνεται να έχεις πάντα ζεστό φιστίκι;»

Το καλοκαίρι ο Ματσεντάλες ήταν η αγαπημένη φιγούρα της Πλάκας. Από τις πρώτες απογευματινές ώρες ήταν σε ετοιμότητα και περίμενε τους θαμώνες των μαγαζιών. Στο ένα πανέρι κρατούσε ζεστό αράπικο φιστίκι. Στο άλλο είχε κρύο αμύγδαλο και δροσερές χορταστικές φέτες φρέσκιας καρύδας. Η φωνή του αντηχούσε: «Ματσεντάλες φιστίκι αράπικο και καρύδες Ινδιών». Οι τουρίστες τον ξεχώρισαν αμέσως. Πολλές φορές του ζητούσαν μια αναμνηστική φωτογραφία. Ο Ματσεντάλες δεν τους χαλούσε χατίρι. Φωτογραφιζόταν πάντα με καμάρι και πρόβαλλε τα πανέρια με την πραμάτεια του.

«Ματσεντάλες φιστίκι αράπικο και καρύδες Ινδιών» ήταν το σλόγκαν του. Ήταν πολύ γρήγορος για να προλαβαίνει όλες τις παραγγελίες. Βουτούσε το τεράστιο άσπρο φλυτζάνι του στο πανέρι με τα φιστίκια και το άδειαζε στο τραπέζι του καφενείου. Η αγοραπωλησία έτρεχε και εκείνος αμέσως μεταφερόταν από τον έναν πελάτη στον. Ήταν κάτι σαν τον Βέγγο των μικροπωλητών.

Όργωνε νύχτα-μέρα την Αθήνα αλλά ποτέ δεν κουραζόταν. Ήταν πολύ γρήγορος και βουτούσε το τεράστιο άσπρο φλυτζάνι του μέσα στο πανέρι και  άδειαζε τα φιστίκια στο τραπέζι των πελατών. Η αγοραπωλησία δεν είχε σταματημό και έτρεχε από πελάτη σε πελάτη. Κάποιοι μάλιστα τον αποκαλούσαν «ο  Βέγγος των μικροπωλητών». Κρατούσε σταθερές τις ατάκες του και δεν σταματούσε να τις επαναλαμβάνει. Οι Αθηναίοι δεν έχαναν την ευκαιρία να τον πειράξουν:

«Ματσεντάλες παίζουμε τα φιστίκια σου μονά ή ζυγά; Αν όσα έχεις στο χέρι τα πολλαπλασιάσεις επί δύο και βγουν ζυγά είναι δικά μου, αλλιώς τα πληρώνω και τα παίρνω».

Ο Ματσεντάλε την είχε πατήσει όμως μία φορά. Έτσι κάθε φορά που οι πελάτες των μαγαζιών ξεκινούσαν το παιχνίδι, εκείνος άλλαζε δρόμο για να μη τον ξεγελάσουν πάλι. Η δράση του Ματσεντάλε δεν περιοριζόταν μόνο στα μαγαζιά της Αθήνας. Έφτανε μέχρι τα πανηγύρια των περιχώρων. Με το πανέρι στο χέρι ξεπουλούσε το ζεστό εμπόρευμα στους θρησκευόμενους.

Ο φιστικάς των Αθηνών ξεκίνησε την πορεία του στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και από τότε δεν άφησε μαγαζί που να μην είχε επισκεφθεί. Με το χιούμορ και τις διάσημες ατάκες του έγινε γνωστός στην πόλη. Στις αρχές του 1990 κρέμασε το πανέρι του οριστικά.

Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο: Οι ωραίοι των Αθηνών του Κώστα Παπασπήλιου, εκδόσεις ΙΡΙΣ – Α. Σ. ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: «Φτερού, φτεράααα, πάρτε καλά φτεράααα». Ανδρέας Νομικός ή «φτερού». Ο πιο συμπαθητικός άνδρας της Αθήνας συνεχίζει να αναστατώνει με τις ατάκες του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here