Η καταδίκη του διευθεντηρίου της Χρυσής Αυγής και όσων στελεχών της συμμετείχαν στις εγκληματικές δράσεις είναι πλέον γεγονός. Όμως το ποινικό εγχείρημα για αυτή τη δίωξη δεν ήταν εύκολη υπόθεση.

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε από μέλη της Χρυσής Αυγής. Η πολιτική ηγεσία επί κυβερνήσεως Αντώνη Σαμαρά – Ευάγγελου Βενιζέλου πήρε την πολιτική απόφαση για την αντιμετώπιση του ναζιστικού φαινομένου.

Η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευτέρπη Κουτζαμάνη, ήταν η εισαγγελική λειτουργός που κινητοποιήθηκε άμεσα για να βρεθεί η ποινική οδός, ώστε να αντιμετωπιστεί η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής επί του συνόλου των πράξεων και επιθέσεών της. Ο ρόλος της και η συνεισφορά της στην ερευνητική διαδικασία και κυρίως στην άσκηση της ποινικής δίωξης για εγκληματική οργάνωση υπήρξε σημαντική.

Διαβάστε ακόμα: «Αίμα,Τιμή…». Πώς δημιουργήθηκε το σύνθημα της χιτλερικής νεολαίας, που σε όλη την Ευρώπη δηλώνει τον νεοναζισμό

Ανέθεσε την έρευνα στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Βουρλιώτη, ο οποίος μελέτησε τις 32 δικογραφίες που είχε στείλει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ο τότε υπουργός Δημοσίας Τάξεως Νίκος Δένδιας. Στις επόμενες τρεις μέρες, θεμελίωσε το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης και άσκησε δίωξη στους βουλευτές της Χρυσής Αυγής.

Σημαντική υπήρξε και η συνεισφορά και του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Χαράλαμπου Αθανασίου, ο οποίος ως ανώτατος δικαστικός λειτουργός, πριν γίνει υπουργός, διαμεσολάβησε και συνομίλησε με την κυβέρνηση για νομικά θέματα, ώστε να αποφασιστεί το ποινικό εγχείρημα για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής.

Η άσκηση της δίωξης οδήγησε στις συλλήψεις των ηγετικών στελεχών της εγκληματικής οργάνωσης, με πρώτη τη σύλληψη του αρχηγού της, Νίκου Μιχαλολιάκου. Η υποστήριξη τότε της κατηγορίας για εγκληματική οργάνωση από τις εισαγγελικές αρχές δεν ήταν εύκολη υπόθεση, καθώς η Χρυσή Αυγή θεωρούταν «νόμιμο πολιτικό κόμμα» είχε 18 βουλευτές και 400.000 ψηφοφόρους.

Τη διαδικασία των ανακρίσεων ανέλαβε αρχικά ο ανακριτής Σπύρος Γεωργουλέας προφυλακίζοντας τον Νίκο Μιχαλολιάκο, ενώ στο μεταξύ το Εφετείο αποφάσισε λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης, να αναλάβουν τις έρευνες δύο έμπειρες δικαστίνες. Η Ιωάννα Κλάπα και η Μαρία Δημητροπούλου.

Η ανάκριση κράτησε καιρό, η υπόθεση ήταν μεγάλη και το ανακριτικό έργο επόπτευσε ο εισαγγελέας Ισίδωρος Ντογιάκος, ο εισαγγελέας που οργάνωσε την παραπομπή των κατηγορουμένων σε δίκη. Ήταν ο συντάκτης της εισαγγελικής πρότασης για το σύνολο της υπόθεσης.

Την παραπομπή στη δίκη των 69 κατηγορουμένων επικύρωσε το Συμβούλιο Εφετών με πρόεδρο την Ισιδώρα Πόγκα και με οριακή πλειοψηφία μιας μόνον ψήφου υπέρ της παραπομπής, καθώς υπήρξε μειοψηφία κατά της εγκληματικής οργάνωσης (2-1).

Ο Ισίδωρος Ντογιάκος δέχθηκε από την τότε πρόεδρο του Αρείου Πάγου μπαράζ πειθαρχικών διώξεων, από τις οποίες τελικά απαλλάχθηκε, ενώ η πρόεδρος του Συμβουλίου Εφετών Ισιδώρα Πόγκα απολύθηκε από το δικαστικό σώμα ύστερα από 35 χρόνια ευδόκιμης δικαστικής καριέρας. Η δικαίωσή της επήλθε έπειτα από χρόνια.

Μετά την παραπομπή τη σκυτάλη πήρε το δικαστήριο με πρόεδρο τη Μαρία Λεπενιώτη που κράτησε γερά και με ευθυκρισία το τιμόνι της δίκης για 5,5 χρόνια και μέλη τους Ανδρέα Ντόκο και Γεσθημανή Τσουσφόγλου.

Από την έντυπη έκδοση της «Καθημερινής»  και το ρεπορτάζ της Ιωάννας Μάνδρου.

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»: Ο χάρτης της ελληνικής ακροδεξιάς από το 1916. Από τους επίστρατους του Μεταξά, στους Χίτες, τους παρακρατικούς και τον Πλεύρη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here