22 Ιουλίου 1980. Ο Στέλιος Μηγιάκης πέρασε στο «πάνθεον» των Ελλήνων Ολυμπιονικών. Ο πρώτος και μοναδικός χρυσός Ολυμπιονίκης στην ελληνορωμαϊκή πάλη, αγωνίστηκε χρόνια στο στίβο της ζωής, προκειμένου να καταφέρει να καταξιωθεί στο άθλημά του.

Ο Στέλιος Μηγιάκης προερχόταν από μια φτωχή επταμελή οικογένεια στην Ηλιούπολη. Γεννήθηκε το 1952 στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Τον επόμενο χρόνο οι γονείς του μετακόμισαν στην Αθήνα. Τα παιδικά του χρόνια ήταν σκληρά. «Μάνα δε χόρτασα ψωμί», παραπονιόταν μικρός ο Στέλιος στη μητέρα του.
Ήταν μόλις 12 χρονών, όταν αναγκάστηκε να μπει στη βιοπάλη.
Πουλούσε αναψυκτικά στους κινηματογράφους ενώ αργότερα δούλεψε και στο παντοπωλείο της γειτονιάς του. Όλη μέρα μοίραζε πάγο στις γειτονιές. Τη νύχτα έπαιρνε το δίσκο με τα αναψυκτικά και περνούσε έξω από τον Εθνικό Αθηνών, παρατηρώντας τους παλαιστές.

Αγωνιστής στη ζωή και στην πάλη

Κάθε βράδυ γυρνούσε ευτυχισμένος «Να δεις μάνα τι ωραία που παλεύουν».
Τους έβλεπε όμως από μακριά δεν είχε λεφτά να μπει μέσα. Όταν έγινε 16 έπιασε δουλειά στην οικοδομή ως τεχνίτης στις γύψινες κατασκευές.
Μια δουλειά που κράτησε μέχρι το 1977, οπότε και διορίστηκε υπάλληλος στην Κτηματική Τράπεζα.

Μια μέρα ζήτησε 30 δραχμές από τον πατέρα του για να γραφτεί κρυφά στον Εθνικό Αθηνών, το σύλλογο που ανέδειξε τον Τζιμ Λόντο. Ξεκίνησε εντελώς τυχαία την καριέρα του όταν συνάντησε στο σύλλογο τον Πέτρο Γαλακτόπουλο, τον προπονητή που τον προετοίμασε για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Μόσχας. Αμέσως ξεκίνησαν μαζί προπονήσεις. Υπήρξαν φορές που δεν είχε ούτε το εισιτήριο για να πάει στο γυμναστήριο και πήγαινε με τα πόδια. Από το 1970 εώς το 1980 αναδεικνυόταν συνεχώς πρωταθλητής Ελλάδος. Η μεγαλύτερη επιτυχία του πριν το χρυσό μετάλλιο στη Μόσχα ήταν το χρυσό μετάλλιο στα 62 κιλά της Ελληνορωμαικής πάλης στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες του 1979.

Λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρωσίας είχε αρρωστήσει βαριά με πυρετό. Ο πατέρας του τον αποχαιρέτησε στο αεροδρόμιο με τη φράση: «Βγες Ολυμπιονίκης και ας πεθάνω» και εκείνος με σιγουριά και αυτοπεποίθηση απάντησε «Εγώ θα βγω ολυμπιονίκης και εσύ θα ζήσεις».

Ο πρώτος και μοναδικός χρυσός Ολυμπιονίκης στην πάλη

Ο δρόμος για το χρυσό άνοιξε όταν ο Μηγιάκης αντιμετώπισε πρώτα τον Σοβιετικό πρωταθλητή Μπόρις Κραμορένκο. Στις 3 προηγούμενες συναντήσεις τους ο Μηγιάκης είχε ηττηθεί. Όταν θριάμβευσε επί του Ρώσου παλαιστή, τηλεφώνησε στη μάνα του και της είπε «το όνειρο γίνεται πραγματικότητα, σε λίγο θα έχω πάρει το χρυσό. Να είσαι σίγουρη γι αυτό. Εγώ ξέρω από τώρα πως θα είμαι πρώτος ολυμπιονίκης.»

Στον τελικό αντιμετώπισε τον Ούγγρο Ίστβαν Τοτ, παγκόσμιο πρωταθλητή του 1979. Τριαντατρία δευτερόλεπτα πριν από το τέλος, το σκορ ήταν 1-1 στα σημεία και οι δύο παλαιστές είχαν δεχτεί από δύο παρατηρήσεις. Ωστόσο ο Τοτ προσπαθούσε περισσότερο να καθυστερήσει για να κυλήσει ο χρόνος παρά να παλέψει, οπότε ο διαιτητής αναγκάστηκε να τον τιμωρήσει με τρίτη παρατήρηση για παθητικό παιχνίδι.
Αυτό ήταν. Ο Στέλιος Μηγιάκης περνούσε πλέον στο «πάνθεον» των «χρυσών» Ολυμπιονικών της Ελλάδας. Έγινε ο πρώτος και μοναδικός χρυσός Ολυμπιονίκης στο αγώνισμά του. Ανέβηκε στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου στην κατηγορία των 62 κιλών.

Το πανηγύρι στο σπίτι του και τα διεθνή εγκώμια

Η νίκη του Μηγιάκη πανηγυρίστηκε σε όλο τον κόσμο.
Ξένες εφημερίδες και τηλεοράσεις ασχολήθηκαν εκτενέστατα με τον θρίαμβο του Έλληνα πρωτοπαλαιστή καθώς ήταν ο μόνος δυτικός αθλητής που έσπασε το μονοπώλιο των ανατολικών στην ελληνορωμαϊκή πάλη. Οι αγώνες της 22ης σύγχρονης Ολυμπιάδας στη Σοβιετική Ένωση σημαδεύτηκαν από το μποϋκοτάζ της Αμερικής και άλλων 64 χωρών, εξαιτίας της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν το 1979. Τα αποτελέσματα των Αγώνων καθώς και των 36 παγκοσμίων ρεκόρ που καταρρίφθηκαν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, λόγω των πολλών απουσιών.
Όμως αυτό δεν ίσχυε για τον Έλληνα ολυμπιονίκη γιατί τα φαβορί του αθλήματος ήταν από χώρες που ήταν παρούσες στους αγώνες.
Οι μεγάλοι αντίπαλοι ήταν εκεί, αγωνίσθηκαν και ο Μηγιάκης τους νίκησε.

Στην επιτυχία του Μηγιάκη βρισκόταν μαζί του ο αδερφός του Μάνος με τη γυναίκα του. Τα θριαμβευτικά νέα έφτασαν στην οικογένεια Μηγιάκη στην Αθήνα μετά το τηλεφώνημα της. Αμέσως το φτωχικό σπίτι στην Ηλιούπολη γέμισε συγγενείς και φίλους, που πανηγύριζαν και ζητωκραύγαζαν για το θρίαμβο του.
Οι καμπάνες στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας δε σταμάτησαν να ηχούν χαρμόσυνα για τη νίκη του παλαιστή. Το γραφείο του στη Κτηματική Τράπεζα γέμισε από τα αποκόμματα των εφημερίδων που δόξαζαν τον Στέλιο. Ο Μηγιάκης είχε ένα όνειρο. Να ακούσει τον εθνικό ύμνο στη Μόσχα, επειδή θα έχει πάρει το χρυσό μετάλλιο και το πραγματοποίησε.

Η τελευταία του εμφάνιση ως αθλητής σε Ολυμπιακούς αγώνες ήταν το 1984 στο Λος Άντζελες, όπου ήταν ο σημαιοφόρος της Ελλάδας. Συνέχισε την καριέρα του ως προπονητής της Εθνικής ομάδας και  από αυτή τη θέση συμμετείχε το 1988 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ.
Ήταν ένα απρόσμενο μετάλλιο για την Ελλάδα που δεν είχε υποδομές ούτε και μπορούσε να υποστηρίξει με πολλά μέσα τους πρωταθλητές των ερασιτεχνικών αθλημάτων. Ο Μηγιάκης στην πραγματικότητα δε νίκησε μόνο τους παλαιστές των άλλων χωρών αλλά και τη μίζερη ελληνική πραγματικότητα.

Διαβάστε όλο το άρθρο: Χάρης Καρπόζηλος, ο παλαιστής από τον Πόντο που δόξασε την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου. Η καριέρα του ξεκίνησε όταν γρονθοκόπησε έναν διαιτητή σε αγώνα ποδοσφαίρου.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here