Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, οι φωνογράφοι είχαν μπει για τα καλά στην καθημερινότητα των Ελλήνων. Η ίδρυση ενός εγχώριου δισκογραφικού εργοστασίου ήταν θέμα χρόνου.

Η ανακοίνωση της αμερικανικής Columbia Company ότι θα δημιουργούσε έδρα στην Ελλάδα έπεσε σαν «πραγματική μουσική βόμβα» στην ελληνική κοινωνία, έγραφε ο κορυφαίος δημοσιογράφος και λογοτέχνης Κωνσταντίνος Φαλτάιτς το 1931.

Μέχρι τότε, οι πλάκες, αν και καθημερινά έφευγαν από τα ράφια των δισκοπωλείων κατά εκατοντάδες, στοίχιζαν ακριβά. Κι αυτό διότι η παραγωγή ελληνόφωνων δίσκων ήταν μία εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία. Έπρεπε να βρεθούν οι μουσικοί, οι συνθέτες και οι λιμπρετίστες που θα παραχωρούσαν το δικαίωμα της εκμετάλλευσης σε κάποια εταιρεία και στη συνέχεια να γραφτεί το τραγούδι σε κερί.

Ο τύπος της εποχής υποδέχτηκε με ενθουσιασμό την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής δίσκων στην Ελλάδα

Έπειτα, η πλάκα με το φωνογραφικό αποτύπωμα αποστελνόταν σε χώρες της Ευρώπης για να παραχθεί άλλη μήτρα από χαλκό, μία τρίτη νικελωμένη, καθώς και μία τελευταία μήτρα, την οποία αποκαλούσαν «παιδί». Τότε πια μπορούσε να παραχθεί ο φωνογραφικός δίσκος με τη γνωστή μαύρη «πάστα», τη μάρκα της εταιρείας και τον τίτλο του τραγουδιού.

Ακολουθούσε η αποστολή δείγματος στην Ελλάδα για να ελεγχθεί και να εγκριθεί από τους αντιπροσώπους. Όπως ήταν λογικό, η διαδικασία αυτή εκτόξευε το κόστος παραγωγής.

Διαβάστε ακόμα: «Αύγουστος», το τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου που έμεινε στο συρτάρι για δυο χρόνια επειδή ο φίλος του, Ντίνος Χριστιανόπουλος, διαφωνούσε με την ομοιοκαταληξία και το θεωρούσε ποίημα. Για ποια γράφτηκε (βίντεο)

Αντίθετα, ένα εργοστάσιο εντός των συνόρων θα γλίτωνε τις δισκογραφικές από πολλά έξοδα και θα επέτρεπε στις τιμές να προσαρμοστούν καλύτερα στην ελληνική αγορά. Έτσι κι έγινε. Με την κατασκευή του εργοστασίου της Columbia στη Ριζούπολη το 1930, οι δίσκοι παράγονταν πλέον εξ ολοκλήρου στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά, οι Έλληνες πλέον προμηθεύονταν τους δίσκους σαράντα δραχμές φθηνότερα, από 120, μόλις 80.

Το πρώτο φωτορεπορτάζ στο εργοστάσιο της Κολούμπια στη Ριζούπολη.
«Ένα από τα τελειότερα εργοστάσια κατασκευής δίσκων»

Το έργο ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1930, καταλάμβανε μία έκταση 14 στρεμμάτων και μέσα σε λίγους μήνες είχε ολοκληρωθεί. Ήταν το μοναδικό εργοστάσιο αυτού του είδους στα Βαλκάνια και ένα από τα πιο σύγχρονα στην Ευρώπη.

Οι εγκαταστάσεις ήταν εξοπλισμένες με την τελευταία λέξη της βιομηχανικής τεχνολογίας. Απέραντες αίθουσες, λαβύρινθος διαμερισμάτων, κτίριο γεμάτο φως. Ήταν το 27ο εργοστάσιο της Columbia στον κόσμο και εφαρμόσθηκε η τεχνογνωσία που είχε αποκτηθεί από την ανέγερση των προηγούμενων. Το έργο στοίχισε 60.000 λίρες στερλίνες στον αμερικανικό κολοσσό της δισκογραφίας.

Με δυνατότητα παραγωγής 300.000 δίσκων μηνιαίως, τα δεδομένα της δισκογραφικής σκηνής στην Ελλάδα άλλαζε. Το εργοστάσιο δεν αναλάμβανε μόνο δουλειές της Columbia, αλλά και των εταιρειών που συνεργάζονταν με την εταιρεία, όπως η Οντεόν, η Πατέ και η Παρλοφόν.

Η πρώτη εγγραφή στη Ριζούπολη έγινε με Τούρκους καλλιτέχνες που ήρθαν επί τούτου στην Αθήνα.

Ως γενικοί αντιπρόσωποι της εταιρείας τέθηκαν οι μεγαλέμποροι αδερφοί Λαμπρόπουλοι. Πέντε χρόνια μετά την ανέγερση του εργοστασίου, στον ίδιο χώρο άνοιξε και το πρώτο στούντιο ηχογραφήσεων. Χτίστηκε στην άκρη του οικοπέδου και λειτούργησε έως το 1963, οπότε θεωρήθηκε πλέον παρωχημένο και ανεπαρκές.

Κατασκευάστηκαν δύο νέα που μπορούσαν να εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες της ελληνικής δισκογραφικής παραγωγής. Από το 1964, στο συγκρότημα της Columbia γίνονταν ηχογραφήσεις πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Από τα στούντιο πέρασαν σπουδαίοι καλλιτέχνες: Βαμβακάρης, Καζαντζίδης, Θεοδωράκης, Τσιτσάνης, Χατζιδάκις, Μπέλλου, Βέμπο, Μοσχολιού.

Από τα στούντιο της Κολούμπια πέρασαν όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού

Για έξι συνεχόμενες δεκαετίες, με μία σύντομη διακοπή στα χρόνια της Κατοχής, η Ριζούπολη ήταν η Μέκκα του εγχώριου πενταγράμμου. Το 1977 η Columbia κατείχε την 75η θέση των εξαγωγικών επιχειρήσεων της Ελλάδας με εξαγωγές 5.000.000 δολαρίων. Το 1978 το εργοστάσιο απασχολούσε 350 άτομα και κρατούσε την 123η θέση των βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Η σταδιακή παρακμή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, με την αποχώρηση και των αδερφών Λαμπρόπουλων από τα ηνία. Το οριστικό λουκέτο μπήκε το 1991. Προτού κλείσει έγινε μία τελευταία εκτύπωση σε πρέσα, το «Πάμε Βόρεια» του Νίκου Νομικού. Ο δίσκος δόθηκε στους 117 εργαζομένους μαζί με την αποζημίωσή τους.

Ένα από τα ρεπορτάζ που κατέγραψαν το θλιβερό τέλος

Από τότε μέχρι σήμερα, στο οικόπεδο της Ριζούπολης μένουν τα ερείπια του ιστορικού εργοστασίου. Έως και το 2006, οι ερημωμένες εγκαταστάσεις παρέμεναν εγκαταλελειμμένες και ανεκμετάλλευτες, έρμαια στη φθορά του χρόνου, παρά τις διαμαρτυρίες και τις εκκλήσεις των κατοίκων.

Τα σχέδια για την ανέγερση μουσείου ελληνικής μουσικής, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Μάλιστα, επιτήδειοι εισέβαλαν ανενόχλητοι στον αφύλαχτο χώρο, λεηλατώντας τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα. Τελικά, τον Μάιο του 2006, με απόφαση της κυβέρνησης, όλα τα κτίρια του εργοστασίου, εκτός από ένα που χαρακτηρίστηκε διατηρητέο, κατεδαφίστηκαν.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Το πρώτο στούντιο ηχογραφήσεων στην Ελλάδα δημιουργήθηκε το 1936 στη Ριζούπολη. Η ιστορία του τραγουδιού «Το Κοκοράκι» με τον πρωτοεμφανιζόμενο Νίκο Γούναρη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here