Αρτέμης Μάτσας, o «κινηματογραφικός δοσίλογος», που κινδύνευσε να πεθάνει στην κατοχή. Οι γερμανοί συνέλαβαν τον πατέρα του που δεν επέστρεψε ποτέ από το ναζιστικό στρατόπεδο

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2003 πέθανε ο ηθοποιός Αρτέμης Μάτσας. Ταυτίστηκε στη μνήμη του κοινού ως ο σπιούνος, ο ρουφιάνος, ο συνεργάτης του κακού. Κατά τη διάρκεια της κινηματογραφικής του πορείας υποδύθηκε τον αδίστακτο, τον μαυραγορίτη, τον δοσίλογο, τον προδότη. Και όμως έζησε τον εφιάλτη του ναζισμού που του στέρησε τον πατέρα και τον ανάγκασε να ζει με το κασελάκι στους δρόμους της  κατοχικής Αθήνας.

Ο κόσμος ήταν τόσο επηρεασμένος από τους ρόλους του που χρησιμοποιούσε στην καθημερινότητά του το ονοματεπώνυμό του ηθοποιού για να περιγράψει κάποιον προδότη.
Ο Αρτέμης Μάτσας έπαιξε πολλούς ρόλους στους οποίους ήταν συνεργάτης των Γερμανών. Στην αληθινή ζωή όμως και ειδικά στην παιδική του ηλικία, υπέφερε πολύ απ΄ αυτούς.

Η σύλληψη του πατέρα του από τους Γερμανούς

Τον Μάρτιο του 1944, ο πατέρας του ηθοποιού συνελήφθη από τους Γερμανούς  επειδή ήταν Εβραίος. Το όνομα του ήταν Πίνχας Μάτσας.

Ο πατέρας του ηθοποιού συνελήφθη από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

Ο πατέρας του ηθοποιού συνελήφθη από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

Την ημέρα της σύλληψής του, τα τρία του παιδιά τον περίμεναν να επιστρέψει από τη δουλειά για να φάνε όλοι μαζί, όπως συνήθιζαν.
Η μητέρα της οικογένειας είχε πεθάνει σε νεαρή ηλικία και ο Μάτσας μεγάλωνε μόνος του τα παιδιά του.
Ο μικρότερος αδελφός του ηθοποιού, Νέστορας Μάτσας, κατέγραψε σε ημερολόγιο τη σκληρή εμπειρία της Κατοχής.
και τη σύλληψη του πατέρα τους:

«Δεν το περιμέναμε γιατί ξέραμε πως ο πατέρας αργεί να έρθει τα μεσημέρια. Έρχεται πάντα με τα πόδια από τη δουλειά του που είναι μακριά γιατί δεν του αρέσει να μπαίνει στο γκαζόζεν. Λέει πως καθώς στριμώχνεται με τον άλλο κόσμο μπορεί να κολλήσει ψείρες, γιατί όλος ο κόσμος τότε είχε ψείρες και ο πατέρας τις φοβάται. Και αργεί πολύ και το μεσημέρι και το βράδυ και εμείς δεν ανησυχούμε γιατί ξέρουμε πως αργεί. Εκτός βέβαια που κάποιες φορές αργεί πιο πολύ γιατί πηγαίνει στον Ασύρματο που είναι οι μαυραγορίτες μήπως και βρει καμία λαχανίδα ή κανένα άλλο ζαρζαβατικό. Μας ήρθε ξαφνικό, όταν χτύπησε η πόρτα δυνατά και άνοιξε η αδελφή μας και μπήκε ένα ψηλός κύριος που δεν τον ξέραμε. Μας είπε καλημέρα, αλλά έδειχνε σα να μη μπορούσε καθόλου να μας πει τι ήθελε».

Έτσι ο ηθοποιός και τα δύο του αδέλφια έμειναν μόνοι τους αντιμέτωποι με την πείνα, τη φτώχεια και τον καθημερινό κίνδυνο σύλληψής τους.
Δεν ξαναείδαν ποτέ τον πατέρα τους και το μόνο που κατάφεραν να μάθουν ήταν το νούμερο του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που τον οδήγησαν οι Γερμανοί. Ο πατέρας ήταν το νούμερο «47712».

Ο Αρτέμης και ο Νέστορας πούλαγαν τσιγάρα με το κασελάκι για να επιβιώσουν

Αμέσως μετά τη σύλληψη του πατέρα τους, ο Αρτέμης Μάτσας και τα αδέλφια του εγκατέλειψαν το σπίτι τους για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Είχαν ακούσει ότι οι κατακτητές δεν έκαναν διακρίσεις και αιχμαλώτιζαν ακόμα και μικρά παιδιά.

Ο Αρτέμης Μάτσας και τα αδέλφια του τρέφονταν στα συσσίτια κατά την Κατοχή

Ο Αρτέμης Μάτσας και τα αδέλφια του τρέφονταν στα συσσίτια κατά την Κατοχή

Για λίγο καιρό τα αδέλφια χωρίστηκαν και κρύφτηκαν σε φιλικά σπίτια. Όταν ξαναέσμιξαν, κατάφεραν να νοικιάσουν ένα δωμάτιο στα Εξάρχεια από μια ιερόδουλη που τους φέρθηκε με αγάπη. Το κορίτσι της οικογένειας, ως μεγαλύτερη, ανέλαβε τη φροντίδα των δύο αδελφών της.
Τα αδέλφια Μάτσα δεν είχαν κανένα εισόδημα και αναγκάζονταν να πουλάνε καθημερινά τα προσωπικά αντικείμενα της χαμένης μητέρας τους για να εξασφαλίζουν λίγο φαγητό. Όταν τελείωσαν και αυτά, η πείνα άρχισε να τους θερίζει. Τα συσσίτια στα οποία ήταν γραμμένοι δεν κάλυπταν τις ανάγκες τους.

Ο Αρτέμης και ο Νέστορας πούλαγαν τσιγάρα με το κασελάκι στους δρόμους της Αθήνας.
Όσα λεφτά έβγαζαν, τα έδιναν στην αδελφή τους για να αγοράζει τρόφιμα από τους μαυραγορίτες.
Οι καλύτεροι πελάτες των δύο αγοριών ήταν κάποιες ιερόδουλες οι οποίες δούλευαν σε έναν οίκο ανοχής στην οδό Γαμβέτα.
Κάθε φορά που τα δύο αδέλφια επισκέπτονταν το «σπίτι», ξεπουλούσαν και έφευγαν ικανοποιημένοι, αλλά δεν ανέφεραν πουθενά πού πουλούσαν τα τσιγάρα τους, γιατί ντρέπονταν.
Και τα τρία παιδιά της οικογένειας ήταν καλλιεργημένα, καθώς ο πατέρας τους πριν από τη σύλληψή του, είχε φροντίσει για τη μόρφωσή τους. Έτσι, τα αγόρια ήξεραν ότι δεν ήταν σωστό να επισκέπτονται έναν οίκο ανοχής, αλλά η πείνα τους έκανε να ξεχνάνε τις απαγορεύσεις.

Ο Αρτέμης αρρώστησε βαριά και κινδύνευσε η ζωή του

Ο Αρτέμης ήταν το πιο ευαίσθητο από τα τρία αδέλφια. Από τα πρώτα χρόνια της Κατοχής αρρώσταινε συχνά, αλλά κατάφερνε πάντα να ξεπερνάει τις ασθένειες.
Η δουλειά στον δρόμο όμως, σε συνδυασμό με το κρύο και την πείνα, τον κατέβαλαν πολύ. Ένα βράδυ μετά τη δουλειά κατέρρευσε.

Ο Αρτέμης ήθελε από μικρός να γίνει ηθοποιός και να παίξει τον "Έμπορο της Βενετίας"

Λόγω των ρόλων του, ταύτισε το όνομά του με τον προδότη, αν και μισούσε τους Γερμανούς

Ο Νέστορας έγραψε στο ημερολόγιό του:
«όταν γυρίσαμε το βράδυ από τους δρόμους που πουλούσαμε τσιγάρα, μόλις μπήκαμε στο σπίτι, ο αδελφός μου άρχισε να βήχει ασταμάτητα. Κι άλλες φορές έβηχε, αλλά όχι τόσο πολύ και τόσο δυνατά. Έκαιγε από τον πυρετό και τα μάτια του ήταν πολύ κόκκινα».

Τα ορφανά αδέλφια βοήθησε η σπιτονοικοκυρά. Έκανε στον Αρτέμη εντριβή με οινόπνευμα και του έδωσε δύο κινίνα για τον πυρετό.
Ο γιατρός του συσσιτίου που τον εξέτασε την επόμενη μέρα, διέγνωσε ότι έπασχε από προχωρημένη αδενοπάθεια και συνέστησε να μείνει στο κρεβάτι.
Του έγραψε γάλα σε σκόνη και μουρουνέλαιο, που δικαιούνταν από τον Ερυθρό Σταυρό σαν ασθενής.
Ο ηθοποιός κατάφερε σιγά- σιγά να αναρρώσει.

Κατά τη διάρκεια της αρρώστιας του, φούντωσε η σπίθα του ηθοποιού

Ο Αρτέμης Μάτσας ήθελε από μικρός να γίνει ηθοποιός.
Αν και ήταν καλός μαθητής δεν ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του σε κάποιο Πανεπιστήμιο, αλλά ονειρευόταν να κατακτήσει το σανίδι.
Η αδελφή του είχε αρχίσει τις σπουδές της σε Δραματική Σχολή πριν από την Κατοχή και ο Αρτέμης ήθελε να ακολουθήσει τα χνάρια της.
Η αγάπη του για το θέατρο ήταν τέτοια που παρά την αφόρητη πείνα, έπεισε τον αδελφό του να πουλήσουν μια μέρα το ψωμί που έπαιρναν με το δελτίο για να πάνε να παρακολουθήσουν μια θεατρική παράσταση.
Ο αδελφός του δέχτηκε και τα δύο αγόρια βρέθηκαν να χειροκροτούν μαγεμένα στο τέλος του έργου. Η ευχαρίστηση ήταν τέτοια που ξέχασαν για λίγο την πείνα τους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο κρεβάτι για να αναρρώσει, ο Μάτσας διάβασε βιβλία με θεατρικά κείμενα τα οποία δανειζόταν ο αδελφός του από τη βιβλιοθήκη.

«Ο έμπορος της Βενετίας» ήταν το αγαπημένο του έργο. Διάβασε το κείμενο τόσες πολλές φορές που έμαθε απ’ έξω τους διαλόγους και τους απήγγειλε κάθε βράδυ στα αδέλφια του.
«Μου είπε πως όταν μεγαλώσει και γίνει ηθοποιός, αυτό το έργο θα παίξει. Και αν δεν του δώσουν το ρόλο, θα κάνει δικό του θέατρο με τη βοήθεια του πατέρα μας και και θα το παίξει εκεί», έγραψε ο Νέστορας στο ημερολόγιό του.

Ο Αρτέμης Μάτσας όχι μόνο κατάφερε να επιβιώσει στη Κατοχή, αλλά και να πετύχει το όνειρό του.

Έγινε ένας αξιόλογος ηθοποιός με συμμετοχή σε περισσότερες από ενενήντα κινηματογραφικές ταινίες και πολλές θεατρικές παραστάσεις.
Το ταλέντο του ήταν τόσο που ενώ υποδυόταν συχνά τον συνεργάτη των Γερμανών, κανείς ποτέ δεν κατάλαβε το μίσος που έκρυβε για αυτούς για τα δείνα που είχε περάσει εξαιτίας τους όταν ήταν παιδί.

Αντλήθηκαν πληροφορίες από το βιβλίο του Νέστορα Μάτσα «Αυτό το παιδί πέθανε αύριο/ Ημερολόγιο Κατοχής» που κυκλοφορεί από τον «Ελευθερουδάκη».

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Ο Μάνος Κατράκης παντρεύτηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής και η γυναίκα του έχασε τα δίδυμα στο όγδοο μήνα. Ο ίδιος πούλαγε τα ρούχα του για να ζήσει. Η ψαραγορά, ο τζόγος, η συντροφιά με τον θάνατο… 
Ένοχοι και Αθώοι
 
 
 

Στην ίδια κατηγορία

 
 
 
 

Δείτε επίσης...

 
 
 
 
Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια