Το ημερολόγιο έγραφε 3 Ιουνίου 1980 όταν η περιβόητη «Ερυθρά κόμισσα» του Ούντινε παραδινόταν στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με κομμένες τις φλέβες της, λίγο πριν εκδοθεί στη Ρώμη.

Όλα ξεκίνησαν έναν μήνα νωρίτερα όταν η 26χρονη Ροσσάνα Ματιούσι συνελήφθη στην Καβάλα στο σπίτι του 25χρονου συντρόφου της, Μιχάλη Μ, φοιτητή σε ιταλικό πανεπιστήμιο. Οι δυο τους είχαν μετακομίσει στην Ελλάδα με σκοπό να παντρευτούν, αλλά το σήμα της Ιντερπόλ κινητοποίησε τις αρχές.
Ένα μήνα μετά, το Πενταμελές Συμβούλιο Εφετών Θράκης αποφάσισε ότι η όμορφη ιταλίδα γυμνάστρια έπρεπε να εκδοθεί για τις κατηγορίες του εμπρησμού, της κατοχής εκρηκτικών και της κλοπής. Ήταν οι τρεις από τις πέντε κατηγορίες που τη βάρυναν, καθώς το δικαστήριο δεν την έκρινε καταδικαστέα για ένταξη στην οργάνωση «Ερυθρές Ταξιαρχίες» και συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες.
Λίγες μέρες αργότερα, μετήχθη στις φυλακές Κορυδαλλού μέχρι να ασκηθεί η αναίρεσή της από τον Άρειο Πάγο, ενώ και ο σύντροφός της προφυλακίστηκε ύστερα από σήμα των ιταλικών αρχών για σχέσεις με αναρχικές οργανώσεις.
Στην απολογία του είχε δηλώσει πως ουδέποτε ανέπτυξε παράνομη δραστηριότητα και ότι είχε έρθει στην Ελλάδα γιατί ετοίμαζε τα χαρτιά για τον γάμο του με τη Ροσσάνα, με την οποία ήθελε να εγκατασταθεί μόνιμα εδώ. Στο παρελθόν είχε δικαστεί και στην Ιταλία με τις ίδιες κατηγορίες, αλλά είχε αθωωθεί.

Οι εφημερίδες της εποχής την αποκαλούσαν «Ερυθρά Κοντέσσα». Πάνω αριστερά, διακρίνεται η μητέρα της. (Αρχείο εφημερίδων «Βραδυνή» και «Ελευθεροτυπία»).

Η δίκη, η παράδοσή της και η απόπειρα αυτοκτονίας

Η αποκαλούμενη «Ερυθρά Κοντέσσα» ή «Κοντέσσα Ρόσσα»  οδηγήθηκε στο Δικαστήριο υπό ισχυρή αστυνομική συνοδεία και έκτακτα μέτρα ασφαλείας. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων απαντούσε χαμογελώντας:

 «Ήρθα στην Ελλάδα για να παντρευτώ έναν Έλληνα συμμαθητή μου που λατρεύω!».

Κατά την ανάκρισή της, αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και ήταν ιδιαίτερα λακωνική. Αναφορικά με το αν είχε κάποια σχέση με πολιτικές οργανώσεις ή με τα άτομα τα οποία εμπλέκονταν στο ανακριτικό ένταλμα, εκείνη απαντούσε χαρακτηριστικά:
«Νό, νό σινιόρε. Δεν έχω σχέση με καμία οργάνωση και δεν γνωρίζω κανέναν. Όλοι αυτοί μου είναι άγνωστοι».
Όσον αφορά την καταδίκη των αναρχικών οργανώσεων και των εγκληματικών τους πράξεων τόνιζε: «Σί, σί σινιόρε. Εμένα με απασχολεί πολύ η δουλειά μου. Επιθυμώ να μείνω στην Ελλάδα που την αγαπώ γιατί είναι μια διαφορετική χώρα. Ήρθα εδώ για να κάνω τους γάμους μου».
Λίγες μέρες μετά βγήκε η απόφαση του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία η γοητευτική ιταλίδα θα εκδιδόταν στις ιταλικές αρχές.
Οι κατηγορίες που τη βάρυναν ήταν εμπρησμός, φθορά ξένης περιουσίας, παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών μηχανισμών, ληστεία και παράνομη οπλοφορία και κατοχή όπλων.
Η Ροσσάνα αρχικά αντιμετώπισε με αρκετή ψυχραιμία την απόφαση, αλλά στη συνέχεια ξέσπασε σε λυγμούς αφού δεν περίμενε αυτή την έκβαση. Κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, ακολούθησε τους άνδρες της ισχυρής συνοδείας στην κλούβα της χωροφυλακής.
Μόλις κατέβηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στην τελευταία απέλπιδα προσπάθειά της να αποφύγει τη μεταφορά της στην Ιταλία, άνοιξε την τσάντα της και με ένα μικρό κομμάτι πορσελάνης από σπασμένο φλιτζάνι, έκοψε τις φλέβες του αριστερού της χεριού.

(Αριστερά) Η Ροσσάνα οδηγείται στο αεροπλάνο με επιδέσμους στο χέρι (Εφ. «Ελευθεροτυπία, 4/6/1980) (Δεξιά) Κατεβαίνει τα σκαλιά του Αρείου Πάγου με ισχυρή συνοδεία αστυνομικών (Εφ. «Η Αυγή», 2/6/1980)

Αμέσως, η ιταλίδα οδηγήθηκε στο ιατρείο του αεροδρομίου, αλλά ο κυβερνήτης του αεροσκάφους αρνήθηκε να απογειωθεί εάν δεν έπαιρνε βεβαίωση γιατρού ότι η Ροσσάνα ήταν σε θέση να ταξιδέψει, παρά τον τραυματισμό της.
Τελικά, η βεβαίωση δόθηκε και το αεροπλάνο αναχώρησε το απόγευμα για την Ιταλία, ενώ οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν σε απογευματινή εφημερίδα και ήθελαν την Ματιούσι να έχει ζητήσει άδεια από τον υπουργό Δικαιοσύνης για να παντρευτεί, προτού εκδοθεί, διαψεύστηκαν.
Ο μνηστήρας της παρέμενε προφυλακισμένος στις φυλακές της Κομοτηνής.

Διαβάστε επίσης: Η απαγωγή και η δολοφονία του Ιταλού πρωθυπουργού Άλντο Μόρο. Πώς οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γάζωσαν με 91 σφαίρες τη φρουρά του. Τι λέει από τη φυλακή η γυναίκα που «φρόντιζε» τον όμηρο