«Έκαμα σκίτσα και φωτογράφισα αιχμαλώτους παραδιδόμενους» έγραφε στο ημερολόγιο του πολέμου, ο Γιώργος Προκοπίου, ο διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος, που μόλις ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος πίεσε ακόμη και το Μεταξά για να πάρει άδεια να πάει στο Μέτωπο.

Ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος είχε στείλει στους διοικητές των μεγάλων μονάδων τηλεγράφημα στο οποίο τους παρακαλούσε να διευκολύνουν το έργο του Προκοπίου.

Ο καλλιτέχνης δεν ήταν νεαρό παιδί που δίψαγε για την περιπέτεια.Ήταν 64 ετών και έπασχε από άσθμα και βρογχίτιδα, όταν έφτασε στα βουνά της Αλβανίας για να αποτυπώσει τις μάχες των Ελλήνων φαντάρων.
Ντυμένος με τη στολή εκστρατείας και εξοπλισμένος με τη φωτογραφική μηχανή και την παλέτα του, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή.
Δεν ακολουθούσε το Γενικό Στρατηγείο, αλλά ζούσε στο πλευρό των φαντάρων. Έβλεπε σε πραγματικό χρόνο και με προσωπικό κίνδυνο τον πόλεμο και τον ηρωισμό των Ελλήνων.

5 Δεκεμβρίου 1940, Πέπελη, Παράδοση Ιταλών, φωτογραφία Γιώργος Προκοπιου
5 Δεκεμβρίου 1940, Πέπελη, Παράδοση Ιταλών, φωτογραφία Γιώργος Προκοπιου

Ενώ βρισκόταν στο μέτωπο, τράβηξε φωτογραφίες τους Έλληνες φαντάρους και ζωγράφισε ελαιογραφίες με τα χιονισμένα βουνά της Πίνδου.
Στο πρώτο σκίτσο του με κάρβουνο, απεικόνιζε ένα σώμα πυροβολικού, που είχε συναντήσει στην Κακαβιά και ακολούθησαν σκίτσα με τις μάχες  στη Βόδριστα.
Φωτογράφισε τους Έλληνες στρατιώτες καθώς αγκομαχούσαν αλλά προχωρούσαν πάντα μπροστά μέσα στο χιόνι στα βουνά της Ηπείρου.
Ο φακός του αιχμαλώτισε και αυτός τους Ιταλούς που παραδίδονταν στον ελληνικό στρατό.
Οι φωτογραφίες του θεωρούνται ιστορικά ντοκουμέντα και αποτελούσαν πηγή έμπνευσης για τους πίνακες, που ζωγράφιζε.

Ο θάνατος του Προκοπίου

Τον Δεκέμβριο του 1940 στο Αλβανικό Μέτωπο η θερμοκρασία είχε φτάσει στους -20 βαθμούς.
Ο Προκοπίου βρισκόταν στη σκηνή του και ζωγράφιζε τον τελευταίο του πίνακα. Ο οργανισμός του, που ήταν ήδη καταβεβλημένος από τα αναπνευστικά προβλήματα, δεν άντεξε τις κακουχίες του πολέμου. Στις 20 Δεκεμβρίου, ενώ τον μετέφεραν στο Τεπελένι, πέθανε από ανακοπή καρδιάς.
Ο τελευταίος του πίνακας έμεινε ημιτελής. Ήταν το Αργυρόκαστρο υπό βροχή.

Ο τελευταίος πίνακας του Γιώργου Προκοπίου από το Μέτωπο. «Εις Αργυρόκαστρον εφθάσαμε προ μεσημβρίας. Ετοποθετήοαμε τα πράγματα και επεδόθην εις την εκτέλεσιν ενός έργου: την άποψιν του Αργυροκάστρου. Ελαιογραφία διαστάσεων περίπου 50X60 εκ. περί ώραν 2 μ.μ. υπό βροχήν».
Ο τελευταίος πίνακας του Γιώργου Προκοπίου από το Μέτωπο.
«Εις Αργυρόκαστρον εφθάσαμε προ μεσημβρίας. Ετοποθετήσαμε τα πράγματα και επεδόθην εις την εκτέλεσιν ενός έργου: την άποψιν του Αργυροκάστρου. Ελαιογραφία διαστάσεων περίπου 50X60 εκ. περί ώραν 2 μ.μ. υπό βροχήν».

Στο γράμμα που είχε στείλει στη γυναίκα του μια εβδομάδα πριν το θάνατό του έγραφε:

«Μην ανησυχείς ούτε για εμένα ούτε για το παιδί μας.
Εγώ, με τη βοήθεια της Παναγίας, κάμω τις μελέτες μου από την πραγματικότητα και ελπίζω, έπειτα από λίγες μέρες, να συμπληρώσω ό,τι χρειάζομαι για να απαθανατίσω με εικόνες το άφθαστον εις ηρωϊσμόν, πατριωτισμόν και αυτοθυσία γιγάντιον έργον του στρατού μας. Την επιθυμία μου αυτήν την βοηθάει η Παναγία που με προστάτευε και με προστατεύει εκεί που ο κίνδυνος ήτο αναπόφευκτος.
Σας φιλώ όλους Γεώργιος Προκοπίου»

Η ζωή του

Ο Προκοπίου είχε γεννηθεί το 1876 στο Βούρνοβα της Σμύρνης. Μια Αγγλίδα δασκάλα αναγνώρισε το ταλέντο του και του δίδαξε ζωγραφική.  Σπούδασε στις σχολές καλών τεχνών της Αθήνας και του Παρισιού και μόλις επέστρεψε στη Σμύρνη διοργάνωσε εκθέσεις.
Σε ηλικία 27 ετών έκανε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο και γνωρίστηκε με τον Παύλο Μελά. Ο Μελάς τον σύστησε σε έναν στρατηγό της Αβησσυνίας, ο  οποίος τον κάλεσε στην αυλή του αυτοκράτορα Μενελίκ. Ο Προκοπίου ταξίδεψε για 50 μέρες με καραβάνι και γνωρίστηκε με σημαντικούς ανθρώπους της αυλής.
Εκείνη την περίοδο, ο αυτοκράτορας έψαχνε έναν ζωγράφο για να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία του και ο Σμυρνιός ζωγράφος ήταν ο κατάλληλος για αυτή τη δουλειά.
Ο Προκοπίου υπηρέτησε ως  ζωγράφος της Αυλής για 8 χρόνια και δημιούργησε πολλά έργα για τη βασιλική οικογένεια της Αβησσυνίας. Το 1911 ο Προκοπίου επέστρεψε στη Σμύρνη.

Προσωπογραφία του βασιλιά Νεγκούς Μενελίκ με τη στολή του θρόνου, ελαιογραφία 1904, Γιώργος Προκοπίου
Προσωπογραφία του βασιλιά Νεγκούς Μενελίκ με τη στολή του θρόνου, ελαιογραφία 1904, Γιώργος Προκοπίου

Ο Προκοπίου ως πολεμικός ζωγράφος

Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Προκοπίου απαθανάτισε τις συγκρούσεις των στρατιωτών.
Αργότερα, όταν οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στη Μικρά Ασία, ο στρατηγός Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, του ανέθεσε την κάλυψη της μικρασιατικής εκστρατείας, καθώς κανένας Έλληνας ζωγράφος δεν είχε ακολουθήσει τα ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη.
Ο Προκοπίου πήγαινε μαζί με τους στρατιώτες στις μάχες και έμενε εκτεθειμένος στα εχθρικά πυρά.
Ο Κονδύλης έγραφε γι αυτόν: «Η Διοίκησις του τομέως  στις Σάρδεις, επανειλημμένως ηναγκάσθη να λάβη μέτρα περιοριστικά της τόλμης του εμπνευσμένου εραστού της τέχνης κατά τας υπερβολάς εις ας ετρέπετο εν τη προσπάθεια του να συλλαβή και αυτάς τας κινήσεις του πυροβολούντος εχθρού».

Πίνακας και φωτογραφία του Γιώργου Προκοπίου από το μέτωπο της Μικράς Ασίας
Πίνακας και φωτογραφία του Γιώργου Προκοπίου από το μέτωπο της Μικράς Ασίας

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Φτέρης είχε γράψει για τον Προκοπίου: «Διέσχισε τα επικινδυνωδέστερα μέρη, επάλευσε με τεράστιες εναντιότητες, εκράτησε την παλέττα του ως χιλιοκαπνισμένην σημαίαν, δίπλα από εκείνους που ωρμούσαν εις τα εχθρικά χαρακώματα κατά την διάρκειαν του πολέμου. Επήρε εις το τελάρο του το τελευταίο τίναγμα του νεκρού, τη ζέστη του αναμμένου πολεμικού ουρανού, τη φλόγα του εκπυρσοκροτούντος τηλεβόλου. Εκορφολόγησεν όλο τον απαράμιλλο ανθό της ελληνικής δόξης, προτού ακόμη τον θερίσει με το δρεπάνι της η μεγάλη καταστροφή.
Μετά την κατάρρευση του Μετώπου, ο Προκοπίου κινηματογράφησε την καταστροφή της Σμύρνης.

collage-prokopiouΟι Τούρκοι τον συνέλαβαν αλλά κατάφερε να ξεφύγει χάρη την μεσολάβηση ενός Γάλλου Πρόξενου. Τότε ήρθε ως πρόσφυγας στην Αθήνα και άνοιξε ένα εργαστήρι ζωγραφικής. Συνέχισε να υπηρετεί την τέχνη του μέχρι που ξέσπασε ο Eλληνοϊταλικός πόλεμος και το καθήκον τον κάλεσε ξανά στη μάχη.
Ήταν από τους πρώτους που κατέγραψε τις κακουχίες των στρατιωτών, τον ηρωισμό και τη σκληρή καθημερινότητα του πολέμου.
Ο θάνατος του στο μέτωπο συγκίνησε τους στρατιώτες και η πολιτεία τον κήδεψε με τιμές συνταγματάρχη.
Στις 24 Δεκεμβρίου 1940 στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, ο Ανδρέας Λαμπρόπουλος του αφιέρωσε τον παρακάτω στίχο.

Αριστερά δημοσίευμα από την εφημερίδα "Αθηναϊκά Νέα" και δεξιά φωτογραφία του Προκοπίου από το Μέτωπο
Αριστερά δημοσίευμα από την εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» και δεξιά φωτογραφία του Προκοπίου από το Μέτωπο

Στον αλησμόνητο πολεμικό μας ζωγράφο
Γιώργος Προκοπίου
«Τα παλληκάρια σαν και  σένα δεν σκύβουν απ’ τα χρόνια
Ολόρδα ζούνε στη ζωή με την ψυχή του πλέρια
απ’της Ελλάδας τον πόλεμο, την Ιερή της Φλόγα
που υψώνεται ολοφώτεινη και σμίγει με τ’αστέρια
Χαρούμενε προσκυνητή της Πίνδου, της Κλεισούρας
και  της Ιδέας Ήρωα, της Τέχνης Ψηλορείτη
παλληκαρίσια σου η ζωή ως τη στερνή στιγμή σου
Τιμή στον λεβεντόκορμο, τον ήρωα Τεχνίτη».

akropolis

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Πώς αντέδρασαν οι μαθητές όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος του ’40; Οι δάσκαλοι που πανηγύριζαν επειδή θα πάνε στον πόλεμο και η μητέρα που έστειλε 4 παιδιά στο μέτωπο. «Δεν βρέθηκε μια μάνα να πει: πού πάνε τα παιδιά μας»

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here