Ανάμεσα στους χιλιάδες Έλληνες που πολέμησαν κατά των εισβολέων το 1940 ήταν και πολλοί διάσημοι ή φαντάροι που αργότερα διακρίθηκαν στον καλλιτεχνικό στίβο. Ηθοποιοί, ζωγράφοι, ποιητές και πεζογράφοι παρουσιάστηκαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπου απέδειξαν πως δεν ήταν «λαπάδες», κατά τη φράση της εποχής, και το κυριότερο δεν προσπάθησαν να λουφάρουν. 

   Ο ελληνικός κινηματογράφος στο μέτωπο

Λάμπρος Κωνσταντάρας 
Από αριστερά στη φωτογραφία όρθιοι: Δ. Γαλερίδης (δημοσιογράφος), Γεώργιος Καρτάλης (υπουργός), Δ. Θιβαδόπουλος (καθηγητής), Γεώργιος Θεοτοκάς (συγγραφέας), Συμεόνογλου (βιομήχανος) Κώστας Μάγερ (δημοσιογράφος). Καθιστοί: Ευ. Μαγκλιβέρας (βαρύτονος), Λάμπρος Κωνσταντάρας (ηθοποιός) Κώστας Σάμιος (τενόρος) και Τσαλίκης (έμπορος).

Σε ηλικία 27 ετών, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας πήγε εθελοντικά στο αλβανικό μέτωπο με τον βαθμό του έφεδρου αξιωματικού. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή μαζί με τον αδελφικό του φίλο Οδυσσέα Ελύτη. Σε μια μάχη ο Κωνσταντάρας τραυματίστηκε και τον βοήθησε ο Ελύτης. Τον μετέφερε βαριά τραυματισμένο στο νοσοκομείο. Από το χτύπημα του έμεινε ένα πρόβλημα στον γοφό και στο κεφάλι, το οποίο τον ενοχλούσε για το υπόλοιπο της ζωής του. «Είχε μικρά θραύσματα από τον πόλεμο που δεν είχαν βγει είχα ακούσει και αυτά είναι που έκαναν τη ζημιά όταν μεγάλωσε», είχε πει η Μάρω Κοντού στην εκπομπή της «Μηχανής του Χρόνου».
«Στο αλβανικό μέτωπο είχα τραυματισθεί στο κεφάλι και μου ζήτησαν την υπογραφή μου για να μου κάνουν διάτρηση στο κρανίο. Δεν υπέγραψα και γλίτωσα. Ποιος ξέρει που θα ήμουν τώρα αν είχε φερθεί διαφορετικά», είχε δηλώσει ο Κωνσταντάρας σε συνέντευξή του.
Σύμφωνα με διηγήσεις του βιογράφου και ηθοποιού Μάκη Δελαπόρτα ο Κωνσταντάρας ήτα πολύ γενναίος και δεν φοβόταν τους Γερμανούς που απαγόρευαν την κυκλοφορία μετά τις 9 το βράδυ.
Όταν έγινε καλά στα μετόπισθεν, ζήτησε να ξαναγυρίσει στην πρώτη γραμμή. Παρασημοφορήθηκε.

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος
Το 1940 κλήθηκε να υπηρετήσει στην πρώτη γραμμή και πήρε μέρος σε μεγάλες μάχες

Ο ηθοποιός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος με την κήρυξη του πολέμου το 1940 κλήθηκε να υπηρετήσει στην πρώτη γραμμή και πήρε μέρος σε μεγάλες μάχες. Οι συνθήκες διαβίωσης πάνω στα βουνά ήταν πολύ σκληρές για εκείνον και τους υπόλοιπους φαντάρους.
Πολύ αργότερα, όταν ο πόλεμος ήταν μια μακρινή ανάμνηση από το παρελθόν, είχε πει σε συνέντευξή του: «Δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να σβήσει από τη μνήμη μου η εξόρμησις στο ύψωμα του Αγ. Αθανασίου στη Χειμάρα; Ανεβήκαμε με χέρια και πόδια, πολεμώντας με πέτρες.
Είχα, θυμάμαι, πέντε φυσίγγια επί 20 ώρες. Εκεί που είχαμε σκαρφαλώσει, δεν μπορούσαν να μας φτάσουν τα μεταγωγικά. Κι εμείς πολεμούσαμε με πέτρες».
Ο Παπαγιανόπουλος βγήκε ζωντανός από την πρώτη γραμμή του μετώπου και μετά τη συνθηκολόγηση επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Διακοφτό, με το μόνο διαθέσιμο μέσο. Τα πόδια του.

Kατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Διονύσης Παπαγιανόπουλος εμφανιζόταν στο θέατρο.
Όταν ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του ένας Γερμανός διοικητής για να τον συγχαρεί, αρνήθηκε να τον δεχτεί. Ήταν ο Μέρτεν ο πολιτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης που ενορχήστρωσε τη σφαγή των Εβραίων Ελλήνων.

Μίμης Φωτόπουλος

Κατά την περίοδο της κατοχής, ο Μίμης Φωτόπουλος εντάχθηκε στην αντίσταση και συμμετείχε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Λόγω της μόρφωσής του, είχε αναλάβει περισσότερο «διαφωτιστικό» ρόλο. Μετέφερε δηλαδή τις ιδέες και τη θεωρία της επανάστασης στον απλό κόσμο. Το 1944 έγινε μέλος και στον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών, της ομάδας των ηθοποιών που προέτασσαν μέσα από τα έργα τους τις ιδέες της αριστεράς. Σαν μέλος αυτού του θιάσου συμμετείχε σε παραστάσεις που γίνονταν σε υπόγεια θέατρα, υπό το άγρυπνο μάτι ανθρώπων του ΕΛΑΣ, που φύλαγαν ηθοποιούς και θεατές από ενδεχόμενο χτύπημα.
Αργότερα, τιμωρήθηκε για τις αριστερές του ιδέες. Συνελήφθη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1945 και στάλθηκε εξορία στο Ελ Ντάμπα της Αφρικής. Στην Ελλάδα επέστρεψε τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

Κώστας Χατζηχρήστος
Ο Χατζηχρήστος από μικρός λάτρευε τον στρατό

Από μικρός ο Χατζηχρήστος είχε μεγάλη αγάπη στον στρατό. Ήθελε να γίνει αξιωματικός του στρατού και μόλις τελείωσε το σχολείο κατατάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή της Σύρου. Λίγες μέρες μετά την αποφοίτηση του ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Μετά τις πρώτες δεκαπέντε ημέρες, έπαθε κρυοπάγημα και δεν μπορούσε να περπατήσει. Τότε τον έστειλαν
στα μετόπισθεν, μετά στο ΠΟΓΡΑΔΕΤΣ και μετά στην Κορυτσά

Λοιπόν εκεί στην Κορυτσά, ήταν ένας λοχαγός «κέρατο» που μισούσε τους νεαρούς αξιωματικούς, λες και τουχαν σκοτώσει την μάνα. Μόλις με βλέπει, μου λέει με ειρωνεία»Ρε συ τι σκατά θέλεις εδώ; Εσύ μ’αυτά τα πόδια μέχρι πατινάζ κάνεις. Τι κρυοπάγημα μας λες; Θα σε στείλω πίσω.» είχε πει ο Χατζηχρήστος για την εμπειρία του στον πόλεμο στον Πέτρο Γεωργουσόπουλο που κατέγραψε τη βιογραφία του ηθοποιού.
Όμως, ο λοχαγός στάλθηκε στο μέτωπο και ο Χατζηχρήστος έγινε Διοικητής στο παράρτημα του 1ου Νοσοκομείου Κορυτσάς.
Απέναντι από το νοσοκομείο υπήρχε ένα καφενείο ενός Αλβανού, στο οποίο δούλευε η όμορφη αδερφή του Οχράνα. Η Οχράνα άρεσε στον Χατζηχρήστο και έτσι της έκανε όλα τα χατίρια. Της πήγαινε κουβέρτες και άλλες προμήθειες. Μία μέρα η Οχράνα εξαφανίστηκε. Συνεργαζόταν με τους Ιταλούς και τους έδινε τα πράγματα που της έδινε ο Χατζηχρήστος.
Όταν μαθεύτηκε οι συνάδελφοί του του είπαν «Ρε Χατζηχρήστο άφησες τις κουβέρτες στους Ιταλούς μπας και μας πουντιάσουν; Πολύ μα***κας είσαι αδερφάκι μου».
Μια άλλη μέρα, έκανε περίπολο και έπεσε πάνω σε δυο νέους Ιταλούς στρατιώτες. Ο Χατζηχρήστος τους λυπήθηκε, δεν τους πυροβόλησε και τους πήγε τον λοχαγό. Ο λοχαγός νευρίασε και του έδωσε εντολή να τους σκοτώσει. Τότε ο Χατζηχρήστος του είπε «Ρίχτους εσύ που είσαι και ζόρικος!». Ο λοχαγός του γέλασε και του είπε να τους δέσει σε ένα δέντρο με λίγο ψωμί για να τους βρουν οι δικοί τους.

Μάνος Κατράκης

Ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ήταν ο μοναδικός που είδε τον διοικητή του να αυτοκτονεί γιατί δεν μπόρεσε να αντέξει τον αφοπλισμό τους από τους εχθρούς.
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα το 1941, η ζωή ήταν πολύ δύσκολη. Η πείνα θέρισε τους Αθηναίους. Ο ηθοποιός όμως, παρά τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, παντρεύτηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μάνος Κατράκης στη Μακρόνησο

Τα πράγματα όλο και δυσκόλευαν και ο Κατράκης, όπως χιλιάδες πολίτες, αναγκάστηκε να πουλήσει ακόμα και τα ρούχα του προκειμένου να Κώστας εξασφαλίσει λίγο φαγητό.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Όταν του ζητήθηκε να υπογράψει «δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών», ο Κατράκης αρνήθηκε. Διώχτηκε, βασανίστηκε και εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Στην Αθήνα επέστρεψε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας του ΄50.
Κώστας Παπαχρήστος 

Ο ηθοποιός Κώστας Παπαχρήστος από νεαρή ηλικία είχε αγάπη για τον στρατό και τις στολές, κάτι που φάνηκε και από τον ρόλο του αστυνομικού που είχε στις περισσότερες ελληνικές ταινίες που έπαιξε.
Το 1933 σε ηλικία 17 ετών ο έσκασε από το σχολείο και με έγγραφο που πλαστογράφησε πήγε εθελοντής στην αεροπορία στη Λάρισα.
Οι δικοί του τον έψαχναν, μέχρι που τους έστειλε ένα γράμμα, τους είπε πού ήταν και ζήτησε να μην αποκαλύψουν την πραγματική του ηλικία για να μην τον διώξουν.
«Για μένα είναι ευτυχία ο στρατός» τους είπε.
Μετά την απόλυσή του ξαναφόρεσε τη στρατιωτική στολή το 1940. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, έφυγε για το μέτωπο.
Το 41 όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα γύρισε στη Θεσσαλονίκη, πήρε την μητέρα του και πήγαν στην Αθήνα. Αργότερα, τιμήθηκε με το μετάλλιο ελληνοϊταλικού πολέμου για τη δράση του.

Ο Παπαχρήστος είναι ο στρατιώτης που στέκεται όρθιος. Φωτογραφίά από τον στρατό το 1935
Φιλοποίμην Φίνος
Ο Φίνος κατά την περίοδο της κατοχής έδωσε τη δική του «μάχη» για την καταγραφή των γεγονότων του πολέμου.

Ο «πατέρας» του ελληνικού κινηματογράφου, όπως συνηθίζουν να αποκαλούν τον Φίνο, ήταν στην πρώτη γραμμή κινηματογραφώντας την ελληνική προσπάθεια. Την περίοδο της κατοχής έδωσε τη δική του «μάχη» για την καταγραφή των γεγονότων του πολέμου.

Με την κήρυξη του πολέμου, ο Φίνος μαζί με συνεργάτες του παρουσιάστηκε στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, ώστε να προσφέρει αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα, να τραβήξει ό,τι συνέβαινε στο αλβανικό μέτωπο. Κάτω από αντίξοες συνθήκες και κακουχίες, ο Φίνος με το συνεργείο του μεταφερόταν από πόλη σε πόλη και από βουνό σε βουνό και κατέγραφε τις μάχες των Ελλήνων κατά των Ιταλών.
Όμως όταν στην Ελλάδα εισέβαλαν οι Γερμανοί επέταξαν τα κινηματογραφικά μηχανήματα του Φίνου και προσπάθησαν να εξαφανίσουν όλα τα ντοκουμέντα των μαχών στο Αλβανικό μέτωπο. Διέλυσαν το στούντιό του στο Καλαμάκι. Παρόλο που πολλά φιλμ καταστράφηκαν, ο Φίνος κατάφερε να κρύψει μερικά αρνητικά, τα οποία σήμερα αποτελούν μοναδικά ιστορικά ντοκουμέντα.

Στις αρχές του 1944, οι Γερμανοί συνέλαβαν τον Φίνο και τον πατέρα του, ο οποίος τροφοδοτούσε Αντιστασιακούς με σιτάρι και κριθάρι από τα κτήματά του στην Κωπαΐδα. Τους καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ο πατέρας του κατάφερε να τους πείσει ότι ο Φίνος δεν είχε καμία ανάμειξη και τον άφησαν ελεύθερο με τον όρο «εθελούσιας δωρεάς των περιουσιακών του στοιχείων στις δυνάμεις της κατοχής». Τον Ιούλιο του 1944, ο πατέρας του εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα.

Οι άνθρωποι του πνεύματος στα όπλα 
Οδυσσέας Ελύτης

Με την έναρξη του πολέμου του 1940, ο Ελύτης κατατάχθηκε ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός. Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 μεταφέρθηκε με σοβαρό κοιλιακό τύφο στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Ο Ελύτης πίστευε ότι είχε αρρωστήσει εξαιτίας του βρώμικου νερού που πίνανε, το οποίο το «έβρισκαν ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών». «Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο σε βατόδρομο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων» είχε αναφέρει στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» με τίτλο «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας» το 1965. Όταν έγινε καλά, πήγε στην Αθήνα.

Το 1945 παρουσίασε το ποιητικό του έργο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο», το οποίο αναφερόταν σε έναν χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Εκτιμάται ότι γράφτηκε είτε το 1941 είτε το 1943. Κάποιοι πιστεύουν ότι αναφέρεται στους συμπολεμιστές του στο αλβανικό μέτωπο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι γράφτηκε για τον φίλο του ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος επίσης πολέμησε στην Αλβανία και πέθανε αφού μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στην Αθήνα.

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!

Η συμμετοχή του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το χειμώνα του 1940-41 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ποιητική και ιδεολογική του διαμόρφωση.

Άγγελος Τερζάκης
Ο λογοτέχνης και δοκιμιογράφος Άγγελος Τερζάκης πολέμησε επίσης στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο.
«Η πρώτη εικόνα από τον πατέρα μου ήταν τρομερή. Εγώ ήμουν δυόμιση χρονών τότε. Μπαίνει μέσα ένας αγριάνθρωπος με μακριά γενειάδα, κουρελιασμένη στολή στρατιώτη που με κοίταζε. Έβλεπα ότι ήθελε να με αγκαλιάσει, αλλά δεν με αγκάλιαζε γιατί ήταν γεμάτος από ψείρες. Είχε μόλις γυρίσει από την Αλβανία» είχε πει ο γιος του Τερζάκη, Δημήτρης, στο ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά που προβλήθηκε στην ΕΡΤ.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις του γιου είχαν επιλέξει μια ομάδα στρατιωτών για μια δύσκολη επιχείρηση στο μέτωπο. Όταν επρόκειτο να επιβιβαστούν σε ένα φορτηγό για να μεταφερθούν στο σημείο, ο λοχαγός του είπε τελευταία στιγμή «Εσύ κατέβα. Θα μείνεις εδώ» χωρίς να του δώσει κάποια εξήγηση. Ο λοχαγός ήξερε ότι «πήγαιναν στο στόμα του λύκου» και τον προστάτεψε. Δεν γύρισε κανείς από την επιχείρηση.
Ο Τερζάκης κατέγραψε τις εμπειρίες από τον πόλεμο σε κάποια από τα διηγήματά του και κυρίως στο βιβλίο του «Απρίλης».
Διαβάστε απόσπασμα από το βιβλίο «Απρίλης»: 

Οι ιταλικοί όλμοι ωστόσο, στο μέτωπο, είχαν αρχίσει να πελεκάνε συστηματικά τους φαντάρους. Οι περισσότερες λαβωματιές ήταν από όλμους, λοιπόν το στράτευμά τους είχε πάρει πολύ από κακό. Στο ταχτικό μας λουκουματζίδικο, ο Μελετίου, μπαίνοντας με την παρέα του ένα δειλινό, δε βρήκε τραπεζάκι αδειανό κι αναγκάστηκε να καθίσει αντίκρυ σ’ ένα άγνωστο φανταράκι, που απόσωνε ήσυχα και στοχαστικά τη μερίδα του.
-Επιτρέπεις, συνάδελφε;
Ο συνάδελφος, κοίταξε την παρέα των Αθηναίων μ’ απορία καλοκάγαθη· ήταν ίσως η πρώτη φορά που του γύρευαν την άδεια για κάτι.
– Καθίστε, έκανε σαστισμένα.
Ήταν ενθουσιώδης άνθρωπος ο Μελετίου, καλοπροαίρετος και καταδεχτικός. Άναψε τσιγάρο από τη φωτιά του αντικρινού του, παρατήρησε το δεξί του που είχε φασκιωμένα με γάζα πεντακάθαρη τα δάχτυλα. Η περιέργεια του Αθηναίου κεντρίστηκε. Έπιασε κουβέντα:
-Τραυματίας είσαι;
-Ναι… Μικροπράματα…
– Ήσουνα στο μέτωπο;
-Ήμουν.

Το 1964 έγραψε για λογαριασμό του Γενικού Επιτελείου Στρατού το χρονικό του πολέμου, το οποίο εκδόθηκε με τον τίτλο «Ελληνική Εποποιία 1940-41».

                                                                                             Γεώργιος Θεοτοκάς – Λογοτέχνης
Ο Γεώργιος Θεοτοκάς με τη στολή του εθελοντή δίπλα στον Σεφέρη τις 6 Ιανουαρίου 1941

«Κηφισιά, 28 Οκτωβρίου 1940. Ξυπνώ με τις καμπάνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Επιτέλους είμαστε μέσα! O ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη που αισθάνουμαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή, στην ημέρα που αρχίζει, μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. H πρώτη μου σκέψη είναι ότι το μεσημέρι το αργότερο θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν» έγραφε ο λογοτέχνης  Γιώργος Θεοτοκάς στο «Τετράδιο Ημερολόγιο 1939-1953» στο οποίο κατέγραψε τον παλμό της εποχής, την αντίδραση των απλών ανθρώπων στην κήρυξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, στην εισβολή των Γερμανών και την Κατοχή.

Στις 22 Νοεμβρίου 1940 ο Θεοτοκάς παρουσιάστηκε στο Γουδί ως εθελοντής για να πάει στο μέτωπο, αλλά αποπέμφθηκε. Σημειωτέον ήταν γόνος πολιτικής οικογένειας με υψηλές διασυνδέσεις.
Στις 3 Δεκεμβρίου του 1940 κατατάχθηκε στο Έμπεδο και στις 17 Ιανουαρίου 1941 αποστρατεύεται. Τον Φεβρουάριο του 1941 κατατάχθηκε εκ νέου στον 12ο λόχο του ΓΕΑ, όπου θα εκπαιδευόταν στους όλμους, αλλά τελικά δεν πολέμησε. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Θεοτοκάς ήθελε τόσο να προσφέρει στον πόλεμο που χρησιμοποίησε ρουσφέτι για να τον δεχτούν, κάτι όμως που δεν έπιασε τόπο.
Παρ’ όλα αυτά, αποτύπωσε την εικόνα του πολέμου μέσα από τα βιβλία του. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το μυθιστόρημα «Ασθενείς και Οδοιπόροι» που έγραψε το 1950, στο οποίο μυθοποίησε την πολεμική αντίσταση της Ελλάδας κατά των Ιταλών και των Γερμανών και τη δύσκολη περίοδο της κατοχής.

Γιάννης Τσαρούχης
Ο Τσαρούχης και η «Παναγιά της Νίκης» Η φωτογραφία επιχρωματίστηκε από τον Χρήστο Καπλάνη και δημοσιεύτηκε στη σελίδα Past in Color.

Το 1940 ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο Μηχανικό στο Κούτσι, στην Αλβανία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Τσαρούχης ζωγράφισε και την περίφημη θαυματουργή εικόνα «Παναγία της Νίκης». Η εικόνα παρίστανε την Παναγία με τον Χριστό και στο κάτω μέρος τα θαύματά της. Αριστερά έδειχνε τον ανθυπασπιστή που πάει να πυροβολήσει την Παναγία και δεξιά τους στρατιώτες που χτίζουν το εκκλησάκι. Η εικόνα βασιζόταν στις διηγήσεις του ανθυπασπιστή Νίκου Γκάτζαρου, σύμφωνα με τις οποίες είχε δει την Παναγία, η οποία του είχε πει ότι η Ελλάδα θα νικήσει στον πόλεμο και ότι το δίκαιο πάντα υπερισχύει της βίας.
«Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού», αφηγήθηκε ο Τσαρούχης στο βιβλίο «Μαρτυρίες ’40-’41» του Κ. Χατζηπατέρα. Ο Τσαρούχης επειδή δεν είχε καμβά, ζωγράφιζε μέχρι και σε κιβώτια ρέγκας. Στα χρόνια της Κατοχής, ίδρυσε μια ιδιωτική σχολή ζωγραφικής.

Αριστερά ο Νίκος Καββαδίας
Νίκος Καββαδίας

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καββαδίας ήταν 30 ετών. Πήγε στο αλβανικό μέτωπο, όπου αρχικά υπηρέτησε ως τραυματιοφορέας, ενώ αργότερα βοήθησε στον σταθμό υποκλοπής της τρίτης Μεραρχίας, καθώς είχε δίπλωμα ασυρματιστή. Με τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού επέστρεψε στην Αθήνα.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Έγινε μέλος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Παρά τις σκληρές συνθήκες του πολέμου, ο Καββαδίας έγραφε. Ανάμεσα στα ποιήματα του υπάρχουν και κάποια αντιστασιακά, όπως το ποίημα «Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη» και «Αθήνα 1943».
Μετά τον πόλεμο το 1944, ο Καββαδίας μπάρκαρε στα καράβια και συνέχισε  να ταξιδεύει για τα επόμενα 30 χρόνια, έως τον Νοέμβριο του 1974.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here