«Σβούρας», «χέλι», «ζογκλέρ», «γίγαντας τσέπης». Αυτά ήταν μερικά από τα ονόματα που «βάφτισαν» τον Θανάση Σαραβάκο τόσο οι συμπαίχτες του, όσο και οι αντίπαλοί του στα ποδοσφαιρικά τερέν. Ήταν ο πατέρας του Δημήτρη Σαραβάκου του κορυφαίου σκόρερ του Παναθηναϊκού, ο οποίος και αυτός έγραψε λαμπρές σελίδες στο ποδόσφαιρο φορώντας τη φανέλα του Πανιωνίου τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60

Με ύψος μόλις 160 εκατοστά, ο Σαραβάκος  ξεχώρισε για τη δυναμικότητα, την αλτικότητα και το πάθος του για το ποδόσφαιρο. Αγωνίστηκε μόνο στον σύλλογο του «Ιστορικού», πικράθηκε που δεν έπαιξε σε πολλά παιχνίδια φορώντας τη φανέλα της Εθνικής, ενώ όταν έπεσε θύμα δωροδοκίας, εκείνος έδωσε την προκαταβολή από τα χρήματα στην ομάδα του!

Από το Κουκάκι στα κυανέρυθρα
Αγωνίστηκε επτά σεζόν στην ομάδα του Πανιωνίου

Ο Θανάσης Σαραβάκος γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1932 στο Κουκάκι της Αθήνας. Η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν μια δύσκολη εποχή για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Τα παιδικά χρόνια του Θανάση ήταν φτωχικά, ο ίδιος όμως βρήκε διέξοδο στο ποδόσφαιρο στις αλάνες της περιοχής του. Το 1946 έγινε μέλος της ομάδας του Φοίβου Νέου Κόσμου, που ιδρύθηκε εκείνο τον καιρό.
Έμεινε για δύο χρόνια και στα 17 του μετακόμισε στην ομάδα του Πανιωνίου.
Στον νεοσμυρνιώτικο σύλλογο ήταν ενεργός σχεδόν 15 χρόνια, με τα «κυανέρυθρα» να είναι το μοναδικό χρώμα φανέλας που φόρεσε στην επαγγελματική του καριέρα.
Παρά το μικρό ανάστημα και την ασθενική φιγούρα του, ο Σαραβάκος παγιώθηκε στο δεξί άκρο της επίθεσης και ξεχώρισε για την ταχύτητα, την κοφτή ντρίπλα και τα ανάποδα ψαλίδια. Το πάθος του για το ποδόσφαιρο και τη νίκη, τον έφτανε, μάλιστα στο σημείο, να σημειώνει γκολ ακόμη και με κεφαλιές!
Στις επτά σεζόν που έπαιξε στο Πρωτάθλημα της Α΄Εθνικής με τον Πανιώνιο, πραγματοποίησε 173 συμμετοχές και βρήκε τέρμα 63 φορές. Έγινε έτσι ο πέμπτος κατά σειρά σκόρερ όλων των εποχών για τον σύλλογο της Νέας Σμύρνης.
Από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του ήταν ο τελικός Κυπέλλου Ελλάδας του 1961, όπου ο Πανιώνιος απέκλεισε Παναθηναϊκό και Ηρακλή, αλλά έχασε από τον Ολυμπιακό.
Ταυτόχρονα, με την πολύτιμη βοήθεια του, ο Πανιώνιος δεν έχασε από την ομάδα του Φωστήρα, την εποχή που είχε κερδίσει όλες τις μεγάλες ελληνικές ομάδες και  κυκλοφορούσε επάξια με τον τον χαρακτηρισμό «Φονέας των γιγάντων».

«Πόσο θα ήθελα να μην έχω αντίπαλο τον Θανάση Σαραβάκο»

Ο δαιμόνιος παίκτης με τις ζογκλερικές κινήσεις που άφηναν άναυδους τους φιλάθλους του Πανιωνίου, δυσκόλευε αρκετά το έργο των αντιπάλων του. Ο Γιάννης Κανάκης σε έναν αγώνα με την ΑΕΚ, δεν μπορούσε με τίποτα να σταματήσει τις ντρίπλες του Σαραβάκου. Φανερά εκνευρισμένος, για να τον ανακόψει, τον χαστούκισε, ενώ στον ημιτελικό κυπέλλου με τη Δόξα Δράμας, οι Δραμινοί του έριχναν χαλίκια!

Όταν ρωτήθηκε ο Κώστας Λινοξυλάκης, σέντερ μπακ του Παναθηναϊκού, ποιος επιθετικός τον δυσκόλευε περισσότερο, χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, είχε απαντήσει: «Μα θέλει και ρώτημα; Αυτό το χέλι των γηπέδων. Αυτός ο κοντός που όταν πηδάει για κεφαλιά νομίζεις πως βλέπεις ένα μεγαλοπρεπή αετό να πετάει πλάι σου και να σου προβάλει σαν δίμετρος άλτης. Πόσο θα ήθελα να μην έχω αντίπαλο τον Θανάση Σαραβάκο». 
Παρόμοιες ήταν και οι δηλώσεις του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή Σάββα Παπάζογλου, μεταξύ των οποίων ανέφερε πως « έπρεπε να τον έβλεπες στα γήπεδα τα χρόνια της μεγάλης του καριέρας, για να μείνεις με ανοιχτό το στόμα. Αν πήδαγες μαζί του για κεφαλιά, ο κοντός που βλέπεις σε άφηνε ένα σώμα χαμηλότερα. Ήταν αίλουρος βρε παιδί μου. Φαινόμενο».

Θανάσης ο «σβούρας» ήταν ένα από τα παρατσούκλια του Σαραβάκου

Ο Θανάσης Σαραβάκος επάξια κέρδισε παρατσούκλια, όπως ζογκλέρ, σβούρας, μαϊμού, γίγαντας τσέπης, μάγος, τσίτα.
Ο Στάθης Χάιτας, συμπαίχτης του Σαραβάκου, δήλωσε αργότερα πως «ήταν φαινόμενο. Άνθρωπος 1,60 με τέτοια αλτικότητα δεν έχει ξαναγίνει! Πηδούσε με τα θηρία της εποχής και τους έβαζε μέσα στα δίχτυα. Ήταν πολύ γρήγορος και ήταν ικανός να περάσει τέσσερις και πέντε παίκτες στην ίδια φάση. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν συνεργάσιμος. Αγαπούσε αυτό που έκανε και τα έδινε όλα. Ένα καλό παιδί, ένα μεγάλο παιδί, που δεν μεγάλωσε ποτέ».

Η αποτυχημένη δωροδοκία και η ζωή του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή

Ο Θανάσης Σαραβάκος είχε έντονο και εκρηκτικό χαρακτήρα, όπως και ο τρόπος που αγωνιζόταν. Το 1956 τιμωρήθηκε με τρίμηνο αποκλεισμό, καθώς έβρισε ένα διαιτητή κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, όταν απηύδησε με τα μαρκαρίσματα των αντιπάλων του που έμεναν ατιμώρητα.
Ένα χρόνο αργότερα, έγινε γνωστό ένα περιστατικό δωροδοκίας του παίχτη. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εποχής, ένα άτομο με το όνομα Ναυπλιώτης προσέγγισε τον ποδοσφαιριστή του Πανιωνίου και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει με σκοπό να σαμποτάρει την ομάδα στον επερχόμενο αγώνα με τον Εθνικό ΟΣΦΠ. Την είδηση, γνωστοποίησε ο τότε πρόεδρος του συλλόγου του «Ιστορικού», Δ. Καραμπάτης.
Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο Σαραβακος πήγε στα γραφεία της ομάδας και παρέδωσε το ποσό των 2.000 δραχμών, που πήρε ως προκαταβολή από το συνολικό ποσό ύψους 10.000 δραχμών, για να συνδράμει στην ήττα του Πανιωνίου. Με το μικρό αθλητικό σκάνδαλο, ασχολήθηκε η ΕΠΟ, η οποία ανακοίνωσε πως με τη συγκεκριμένη καταγγελία θα γινόταν σύσταση ανακριτικής επιτροπής.

Δημοσίευμα τoy 1957 για την καταγγελία δωροδοκίας του Θανάση Σαραβάκου.

Ο Θανάσης Σαραβάκος παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο παιδιά. Από τον πρώτο του γάμο, τον Δημήτρη, επίσης καταξιωμένο ποδοσφαιριστή του ΠΑναθηναϊκού που έμεινε γνωστός και με το όνομα «μικρός» και από τον δεύτερο γάμο, μία κόρη, που της είχε τρομερή αδυναμία.
Με την ομάδα της Εθνικής Ελλάδας αγωνίστηκε μόλις τρεις φορές, γεγονός που τον πίκρανε. Το 1966 «κρέμασε» τα παπούτσια του.
Δεν ακολούθησε καριέρα προπονητή, αν και μαζί με τον Στάθη Χάιτα κάθισαν στον πάγκο του Πανιωνίου δύο φορές, όταν ο νεοσμυρνιώτικος σύλλογος πάλευε για την παραμονή του στην πρώτη κατηγορία τη σεζόν 1983-84.
Εργάστηκε στον δήμο της Νέας Σμύρνης, από όπου πήρε και σύνταξη. Μέχρι το τέλος της ζωής του, και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν πάντα παρών στο γήπεδο, για να υποστηρίξει την αγαπημένη του ομάδα, καθώς ήταν «Πανιωνάρα ως το κόκαλο», όπως είχε δηλώσει ο Χάιτας.
Ο Θανάσης Σαραβάκος πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 2009 σε ηλικία 77 ετών.

Αποσπάσματα δηλώσεων αντλήθηκαν από την εφημερίδα «Πανιώνιος Κόσμος», 17/1/2009, αρ. φύλλου 04.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Γκάλης, Μαύρος, Αναστόπουλος, Γιαννάκης, Σαραβάκος, Κανελλοπούλου, Σακοράφα. Ποιος ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος αθλητής της δεκαετίας του ’80… 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here