«Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο» είχε πει ο Αλέξανδρος Παναγούλης μετά την απόπειρα κατά του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου. Φυλακίστηκε και βασανίστηκε φριχτά. Ποτέ όμως δεν έπαψε να ονειρεύεται την ελευθερία του.

Για την απόπειρα δολοφονίας του απριλιανού δικτάτορα συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Τα βασανιστήρια ήταν πρωτοφανή σε αγριότητα κυρίως α  από τον ταγματάρχη της ΕΣΑ Θεόδωρο Θεοφιλογιαννάκο. Συνεχίστηκαν μέχρι να δικαστεί. Στη δίκη εμφανίστηκε καταπονημένος αλλά δεν είχε κατονομάσει κανέναν συνεργό του. Ανέλαβε εξ ολοκλήρου την ευθύνη για την επίθεση και καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο δις εις θάνατον. Παρά τις πιέσεις του δικηγόρου να αιτηθεί χάρη εκείνος αρνήθηκε. Σύντομα οι διεθνείς αντιδράσεις κατά της εκτέλεσης του πήραν μεγάλες διαστάσεις. Τελικά η εκτέλεση αναβλήθηκε και ο Παναγούλης οδηγήθηκε στις φυλακές του Μπογιατίου στον Αγ. Στέφανο Αττικής.

Η πρώτη απόδραση

Από εκεί για πρώτη φορά, τον Ιούνιο του 1969, προσπάθησε να δραπετεύσει με την ανέλπιστη βοήθεια του στρατιώτη Γιώργου Μωράκη, o οποίος του άνοιξε το κελί και του έδωσε μια στολή εξόδου. Έφυγαν μαζί πηδώντας τη μάντρα. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο της γραμμής με κατεύθυνση την  Αθήνα. Ωστόσο τέσσερις μέρες μετά την απόδραση συνελήφθη και οδηγήθηκε πάλι στο Μπογιάτι. Ο Παναγούλης είχε πει: «Με συνέλαβαν στο σπίτι  ενός προδότη, του Τάκη Πατίτσα. Αυτός ο Πατίτσας είχε επαφές με την Ελληνική Αντίσταση από το 1967. Δούλευε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και μας είχε εφοδιάσει με μερικά κλεμμένα διαβατήρια». Ο Πατίτσας έλαβε 500 χιλιάδες δραχμές για να παραδώσει τα κλειδιά του σπιτιού του στην Αστυνομία.

Η δεύτερη απόπειρα απόδρασης

Ο Παναγούλης επέστρεψε στο κελί, αλλά σκέφτηκε ένα νέο τρόπο απόδρασης. Ξεκίνησε απεργία πείνας με αίτημα να τοποθετηθεί μια τουαλέτα με καζανάκι στο κελί του. Το αίτημα ικανοποιήθηκε. Ο Παναγούλης ξεκίνησε να σκάβει τον τοίχο με ένα κουτάλι και να εξαφανίζει το χώμα στην τουαλέτα, τραβώντας το καζανάκι. Στις 18 Νοεμβρίου του 1969, καταφέρνει να ανοίξει τρύπα και να βγει. Έξω όμως τον περίμενε ο Διευθυντής των Φυλακών Νικόλαος Ζαχαράκης. Έδωσε εντολή να τον ξυλοκοπήσουν άγρια και να τον επιστρέψουν στο κελί του. Τον Φεβρουάριο του 1970, ο Παναγούλης μεταφέρεται σε νέο κελί, ειδικά κατασκευασμένο για εκείνον. Οι διαστάσεις του 3 Χ 1,5 μέτρα. Το μισό βρίσκεται μέσα στη γη. Ουσιαστικά τον «ενταφίασαν».

Η τρίτη απόπειρα απόδρασης

Ο Παναγούλης δεν έπαψε να ονειρεύεται την ελευθερία του. Προσπάθησε και πάλι να αποδράσει αυτή τη φορά με τη βοήθεια του δεσμοφύλακα στο Μπογιάτι Κώστα Μπεκάκου. Στη σχεδιαζόμενη απόδραση συμμετέχει ο ασκούμενος δικηγόρος Κώστας Ανδρουτσόπουλος, αλλά και η Αμαλία Φλέμινγκ. Μέσα σε ένα βιβλίο που του δίνει η μητέρα του, κρύβουν λεπτά σιδηροπρίονα. Κι ενώ όλα είναι έτοιμα για την απόδραση, μια άλλη απόδραση του συναγωνιστή του Νίκου Ζαμπέλη στις φυλακές Αίγινας σημαίνει παντού συναγερμό. Δίνουν εντολή να ψάξουν και τον Παναγούλη. Ψάχνουν το κελί του και βρίσκουν τα πριονισμένα σίδερα. Αυτό κάνει του δεσμώτες του έξαλλους και τον ξυλοκοπούν ανελέητα.

Η τέταρτη απόπειρα

Στις 26 Ιουλίου τον μετέφεραν στο Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΚΕΣΑ) στο Γουδί. Εκεί τον έκλεισαν σε ένα κελί 2,5 επί 2,5 και με συνεχή φρουρά 16 στρατιώτες της ΕΣΑ. Για έξι μήνες, δεν βγήκε ούτε μία φορά έξω. Για να μην τρελαθεί περπατούσε μέσα στο κελί του για να μη χάσει το βηματισμό του. Εκεί γνώρισε τον δεκανέα Δημήτρη Στάικο με τον οποίο μιλούσε από το παράθυρο του κελιού του. Δέκα μέρες μετά την πρώτη τους συζήτηση, ο Παναγούλης τον έπεισε να τον βοηθήσει να δραπετεύσει.

Ο Αλέκος Παναγούλης μαζί με την μητέρα του έξω από το στρατόπεδο Μπογιατίου όταν απελευθερώθηκε.

«Το σχέδιο που μου είχε προτείνει ήταν τρομερά δύσκολο. Έπρεπε να ρίξουμε χλωροφόρμιο στους φρουρούς και να πείσω τον σκοπό που φύλαγε ότι είμαι ο δεκανέας αλλαγής για να με αφήσει να περάσω. Έπρεπε να περάσουμε πέντε σκοπούς για να μπορέσουμε να φύγουμε από το ΚΕΣΑ. Στη συνέχεια θα πηγαίναμε από την πίσω μεριά που βρίσκεται άλλος σκοπός θα τον απασχολούσα εγώ και ο Αλέκος θα του έδινε μία κοφτή από πίσω για να μείνει αναίσθητος. Τον τέταρτο σκοπό θα τον εξουδετερώναμε με τον ίδιο τρόπο. Ο πέμπτος ήταν λίγο πιο μακριά και ίσως να μην μας αντιλαμβανόταν», είχε περιγράψει ο Δημήτρης Στάικος σε συνέντευξη του στον δημοσιογράφο Νίκο Κακαουνάκη.

Τον Αύγουστο του 1973 –μετά από 4,5 σχεδόν χρόνια φυλάκισης– απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους

Η προδοσία του δεκανέα

Την απόδραση θα βοηθούσαν οι φίλοι του Παναγούλη. Βράδυ 30ης προς 31 Αυγούστου του 1971, ο Ανδρουτσόπουλος μαζί με τους Ελληνοαμερικανούς John Skelton και Αθηνά Ψυχογιού περίμεναν τον Παναγούλη έξω από το ΚΕΣΑ. Η Φλέμινγκ τους περίμενε στο τέλος της Μεσογείων, ώστε να επιβιβάσει τον Παναγούλη στο αυτοκίνητό της. Όμως ο Στάικος τους πρόδωσε. Τα αμάξια των χουντικών τους περικύκλωσαν.  Ο διαβότητος διοικητής του ΕΑΤ ΕΣΑ ταγματάρχης Χατζηζήσης με τους άνδρες του τους συνέλαβαν όλους.

H Αμαλία Φλέμιγκ στο εδώλιο.

Ένα μήνα μετά τη σύλληψη τους, δικάστηκαν στο Στρατοδικείο. Η Ψυχογιού και ο Ανδρουτσόπουλος καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 14 μηνών, ενώ η Φλέμινγκ σε 16. Ο Σκέλτον δεν εξέτισε την ποινή και επέστρεψε στην Αμερική.

Τον Αύγουστο του 1973 ο Παναγούλης μετά από 4,5 χρόνια φυλάκισης και φριχτών βασανιστηρίων απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους. «Δεν ζήτησα εγώ τη χάρη. Μου την επέβαλλαν εκείνοι. Εγώ είμαι έτοιμος να γυρίσω ξανά στη φυλακή, και τώρα αμέσως», είπε στην ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα φαλάτσι.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Το αυτοκινητιστικό δυστύχημα του Παναγούλη την Πρωτομαγιά του 1976. Σκοτώθηκε πριν αποκαλύψει σχέσεις πολιτικών με τη χούντα. «Σε είχαν σκοτώσει για να μην τους ενοχλείς πια», φώναζε η Φαλάτσι πάνω από τη σορό 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here