Η φωτογραφία στουντιακή, του ’50. Η φωτογράφηση στο στιλ που είχαν καθιερώσει οι Χολιγουντιανοί αστέρες της εποχής και τα είδωλα του Rock and Roll. Τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, με υψομετρική διαφορά, σε αρμονική κλίμακα… με τον πρώτο καθισμένο πιο χαμηλά, τον δεύτερο μια κλίμακα πιο πάνω και τον τρίτο ψηλότερα από τους άλλους δύο. Το βλέμμα δεν κοιτά τον φωτογραφικό φακό και η πόζα, όπως ακριβώς την είχε υποσχεθεί ο φωτογράφος… αντάξια των φωτογραφιών εκείνων, με τους πρωταγωνιστές αμερικάνικης ταινίας, που οι νέοι της εποχής χάζευαν συχνά στις βιτρίνες του τοπικού, επαρχιακού κινηματογράφου της Βέροιας με τα προσεχώς…

Για τους τρεις έφηβους της φωτογραφίας, που γεννήθηκαν μέσα στις φλόγες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που δυσκολεύτηκαν να ξεγελάσουν την πείνα τους τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, που δεν έπαιξαν ποτέ ως παιδιά, μέσα στη θύελλα του εμφυλίου και η μόνη τους προοπτική στην εφηβεία, τους οδηγούσε μαθηματικά μετανάστες στη Γερμανία, ως φθηνό εργατικό προσωπικό… τα όνειρα σταματούσαν κάπου εκεί… Σε μια φωτογραφία, που έστω και για μια στιγμή φευγαλέα, θα τους βοηθούσε να αποδράσουν από την αμείλικτη πραγματικότητα της φτώχειας και της μιζέριας της Ελλάδας του ’50…

Με τον όμορφο νεαρό στα δεξιά, με το γκρι σακάκι και τις ρίγες στο μπλουζάκι, που ποζάρει στον φακό με στιλ αντάξιο ενός Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και ύφος που θα ζήλευε ακόμα και ένας Τζέιμς Ντιν, πρωτοσυναντηθήκαμε περίπου 16 χρόνια μετά. Μετανάστη στη Γερμανία τον γνώρισα και τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας μας τον φώναζα Μπαμπά. Αρκετό καιρό αργότερα, συνήθιζα να τον φωνάζω απλά με το όνομα του… Κυριάκο!!

Από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας, το πυκνό μαλλί με τη φράντζα, το σήμα κατατεθέν της γοητείας του, αποτελούσε πλέον παρελθόν και ευκαιρία για πείραγμα των παλιών του φίλων, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε, για να κρύψει την «υποχώρηση» της άλλοτε κραταιάς και πλούσιας κόμης.

Εξακολουθούσε ωστόσο να παραμένει απίστευτα όμορφος, ακόμα και όταν τα σημάδια του χρόνου, αρκετές δεκαετίες αργότερα, είχαν καταφέρει να εξαφανίσουν πλήρως τα χολιγουντιανά χαρακτηριστικά της φωτογραφίας.

Όχι μόνο γιατί η λάμψη της ματιάς του στην εφηβική φωτογραφία παρέμεινε αναλλοίωτη και τον συντρόφευε μέχρι και στο τελευταίο του βλέμμα, στο Θεαγένειο νοσοκομείο, άλλα κυρίως γιατί όπως αποδείχθηκε τελικά, το σήμα κατατεθέν της ομορφιάς του δεν ήταν το πυκνό μαλλί με την φράντζα , άλλα η ομορφιά της ψυχής ενός ανθρώπου, που υπήρξε πάντοτε μετρημένος στις κουβέντες και γενναιόδωρος στα συναισθήματα. Ενας άνθρωπος, που είχε παντού μόνο φίλους, που σήκωναν ψηλά το ποτήρι και έπιναν στην υγειά του… που παρέμεναν φίλοι του για μια ολόκληρη ζωή.

Όπως ο πιτσιρικάς στα αριστερά της στουντιακής φωτογραφίας του ’50, ο Παυλάκης (Τακιβίδης), ο οποίος στάθηκε για άλλη μια φορά στα αριστερά του εκεί στον Άγιο Αντώνιο, τον Οκτώβρη του 2008, όταν τον αποχαιρετούσαμε για τελευταία φορά.

(Τον τρίτο νέο, στο μέσο της φωτογραφίας, δυστυχώς δεν έχω κατορθώσει να τον εντοπίσω)

 Μπάμπης Τζιομπάνογλου, Δημοσιογράφος

Σε αυτή τη στήλη φιλοξενούμε παλιές φωτογραφίες της οικογένειάς μας, των φίλων μας, των ανθρώπων που γνωρίζουμε. Ακόμη χώρων ή τόπων, που είναι κομμάτι των αναμνησεών μας. Αν θέλετε κι εσείς να μοιραστείτε μαζί μας τις αναμνήσεις σας, στείλτε μας τις φωτογραφίες σας και ένα σύντομο κείμενο, που να εξηγεί τι βλέπουμε στο mail: [email protected]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here