Αχθοφόροι, αραμπατζήδες και βαρκάρηδες. Τα επαγγέλματα του λιμανιού και η σύγκρουση ανάμεσα σε Μανιάτες και Κρητικούς

Αχθοφόροι, αραμπατζήδες και βαρκάρηδες. Τα επαγγέλματα του λιμανιού και η σύγκρουση ανάμεσα σε Μανιάτες και Κρητικούς

Όταν ο Πειραιάς έγινε λιμάνι, το 1835, δημιουργήθηκαν μία σειρά από επαγγέλματα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των επιβατών και ταυτίστηκαν με την πόλη.

Ένα από αυτά ήταν οι περίφημοι αχθοφόροι, οι οποίοι εργάζονταν ακούραστα, μεταφέροντας τις αποσκευές και τα προϊόντα των επιβατών στο Τελωνείο, έναντι αμοιβής. Το επάγγελμα του αχθοφόρου ήταν τόσο στενά συνδεδεμένο με την οικονομία του λιμανιού, ώστε ο κάθε επιβάτης τη στιγμή που έφτανε στο λιμάνι του Πειραιά, έπρεπε υποχρεωτικά να πληρώσει τα λεγόμενα “αχθοφορικά δικαιώματα” είτε ήθελε να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του αχθοφόρου είτε όχι.

Πολλές φορές οι ταξιδιώτες εξαναγκάζονταν να πληρώσουν τους υποχρεωτικούς φόρους, αφού οι αχθοφόροι που συνέρρεαν στον σταθμό, έπαιρναν τις βαλίτσες τους δια της βίας και τις μετέφεραν στο Τελωνείο.

Ένα τέτοιο περιστατικό, οδήγησε και στον «εμφύλιο» του λιμανιού το 1906 ανάμεσα σε Μανιάτες αχθοφόρους και Κρητικούς ταξιδιώτες. Αφορμή στάθηκε ένα καλάθι με πορτοκάλια, που βίαια ο αχθοφόρος άρπαξε από τον Κρητικό επιβάτη.

Η παρεξήγηση κατέληξε σε γενικευμένη συμπλοκή με τρεις νεκρούς και υλικές ζημιές, που άγγιξαν το ένα εκατομμύριο δραχμές, ποσό τεράστιο για την εποχή.

Οι αραμπατζήδες

Στο λιμάνι του Πειραιά, εκτός από τους αχθοφόρους, οι οποίοι μετέφεραν μικρά εμπορεύματα και αντικείμενα στο Τελωνείο, υπήρχαν και οι αραμπατζήδες με τα κάρα τους, οι οποίοι μετέφεραν τους επιβάτες και βαριές αποσκευές από το Τελωνείο προς κάθε κατεύθυνση.

Εργάζονταν με την ίδια επιμονή, όπως οι αχθοφόροι, προκειμένου να βγάλουν το μεροκάματο και το επάγγελμά τους ενώ ταυτίστηκε με τη λειτουργία του λιμανιού, εξαφανίστηκε μέσα σε μόλις λίγα χρόνια, εξαιτίας του Σιδηροδρομικού Σταθμού, που εγκαινιάστηκε το 1869 και ένωσε τον Πειραιά με το Θησείο.

Ο Σιδηροδρομικός σταθμός και οι αραμπατζήδες με τα κάρα τους, περιμένοντας τους επιβάτες. Μέσα σε λίγα χρόνια από τη λειτουργία του σταθμού, το επάγγελμα του αραμπατζή εξαφανίστηκε (Πηγή: Pireorama)

Λέγεται μάλιστα πως ο σιδηρόδρομος θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του μερικά χρόνια νωρίτερα, αν δεν υπήρχε η σθεναρή αντίσταση των αραμπατζήδων, οι οποίοι εμπόδιζαν με κάθε τρόπο την δημιουργία του σιδηρόδρομου στην περιοχή, προκειμένου να μην χάσουν τη δουλειά τους.

Οι βαρκάρηδες

Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα πλοία έδεναν μακριά από το λιμάνι, καθώς δεν υπήρχαν προβλήτες. Οι επιβάτες μεταφέρονταν στη στεριά από τους βαρκάρηδες, οι οποίοι έδιναν μάχη μεταξύ τους για το ποιος “θα πάρει τον πελάτη”. Από νωρίς το πρωί συγκεντρώνονταν στο λιμάνι και περίμεναν την άφιξη των πλοίων.

Μόλις έβλεπαν ένα πλοίο να πλησιάζει, έκαναν κουπί όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, για να προλάβουν να φτάσουν πρώτοι στο πλοίο και να παραλάβουν τους υποψήφιους πελάτες.

Οι ηλικιωμένοι βαρκάρηδες δεν μπορούσαν να αναπτύξουν μεγάλη ταχύτητα και εφηύραν διαφορετικούς τρόπους για να ανταγωνίζονται τους νεότερούς τους. Άλλοι μεγάλωναν τα κουπιά, για να πηγαίνουν πιο γρήγορα και άλλοι παρέμεναν στα ανοιχτά από 8 μέχρι 10 ώρες, για να είναι πιο κοντά στο πλοίο.

Τις περισσότερες φορές οι βαρκάρηδες πρόφταναν το πλοίο πριν καν σταματήσει και, παρά τα ορμητικά νερά που δημιουργούσε γύρω του, εκείνοι πλησίαζαν, φώναζαν στους επιβάτες την “τιμή μεταφοράς” και έκαναν δελεαστικές συμφωνίες, για να “πάρουν τη δουλειά”.

“Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο σερέτης”

Υπήρχαν και οι πιο διεκδικητικοί, οι οποίοι ανέβαιναν σαν πειρατές από τις ανεμόσκαλες των πλοίων, για να αρπάξουν πρώτοι τις βαλίτσες των επιβατών και να εξασφαλίσουν την πελατεία τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες, αρκετά συχνά δημιουργούνταν ευτράπελα και συμπλοκές, με βαρκάρηδες να τσακώνονται μεταξύ τους και να τραβούν τις αποσκευές των επιβατών ο ένας από τον άλλο.

Πολλές φορές οι καβγάδες κατέληγαν σε μαχαιρώματα. Ήταν κάτι τόσο συνηθισμένο, που όλοι οι βαρκάρηδες φορούσαν μία μαύρη ζώνη γύρω από τη μέση, στην οποία είχαν μέσα ένα μαχαίρι. Την ονόμαζαν “ισόβια”, γιατί αν συλλαμβάνονταν, καταδικάζονταν σε ισόβια κάθειρξη.

Το περίφημο ρεμπέτικο τραγούδι “Ο Αντώνης, ο βαρκάρης”, του Μάρκου Βαμβακάρη, αναφέρεται στις αιματηρές συμπλοκές των βαρκάρηδων στο λιμάνι του Πειραιά, που αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο για την εποχή.

Ο ΟΛΠ

Το 1931, τη διοίκηση του λιμανιού ανέλαβε ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), ο οποίος, σε συμφωνία με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, προχώρησε στον εκσυγχρονισμό του Πειραιά. Από τα πρώτα μέτρα ήταν η δημιουργία προβλητών, ώστε να μπορούν τα πλοία να σταθμεύουν κοντά στη στεριά.

Σταδιακά οι βαρκάρηδες έπαψαν να χρειάζονται. Εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, δεν το έβαλαν κάτω. Οργανώθηκαν σε σωματεία, πραγματοποίησαν συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες, καταφέρνοντας τελικά να εισπράξουν μεγάλες αποζημιώσεις.

Βαρκάρηδες στο λιμάνι του Πειραιά

Στα υπόλοιπα λιμάνια της χώρας οι βαρκάρηδες συνέχιζαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1980, καθώς δεν υπήρχαν οι κατάλληλες υποδομές, ώστε τα μεγάλα επιβατηγά πλοία να μπορούν να “δέσουν” στο λιμάνι.

Γαβριάδες, τα χαμίνια του Πειραιά

Στους δρόμους του Πειραιά, ανάμεσα σε αχθοφόρους, βαρκάρηδες και πλανόδιους πωλητές, κυκλοφορούσαν και “τα παιδιά με τις τραγιάσκες”.

Ανήλικα, φτωχά, ρακένδυτα παιδιά άπορων οικογενειών, προσφύγων ή ορφανά πολέμου, τριγύριζαν στον Πειραιά, ζητιανεύοντας για μεροκάματο και κοιμόντουσαν όπου και όπως έβρισκαν, σε κασόνια και σε παρατημένες βάρκες. Η δουλειά τους ήταν να κουβαλούν τις τσάντες των νοικοκυραίων στις ανηφόρες της περιοχής.

Αρκετές φορές, μόλις έφταναν στο σπίτι με τις βαλίτσες ή τις τσάντες των “πελατών”, εκείνοι έκλειναν την πόρτα και αρνούνταν να τους πληρώσουν. Τότε άρχιζε ο πετροπόλεμος. Τα παιδιά συσπειρώνονταν έξω από το εκάστοτε σπίτι και το πετροβολούσαν, διεκδικώντας τα δεδουλευμένα τους.

Ρακένδυτα παιδιά περιφέρονταν στις προβλήτες αναζητώντας τρόπους επιβίωσης (Πηγή: Pireorama)

Εξαιτίας της τραγιάσκας που φορούσαν στο κεφάλι, για να φαίνονται μεγαλύτεροι, είχαν αποκτήσει τον λογοτεχνικό χαρακτηρισμό “μικροί γαβριάδες”, από τον μικρό ήρωα Γαβριά του Βίκτωρος Ουγκώ στους “Άθλιους”. Για όσους αγνοούσαν τον Ουγκώ, ήταν απλώς τα αλητόπαιδα ή τα χαμίνια του λιμανιού.

Η παιδική εργασία και η εκμετάλλευση που μεσουρανούσε στην πάμφτωχη Ελλάδα του μεσοπολέμου και συγκεκριμένα στο λιμάνι του Πειραιά συνεχίστηκε μέχρι και την Κατοχή. Τότε ο όρος “Γαβριάς” χάθηκε και η φτώχεια άγγιξε μικρούς και μεγάλους, οδηγώντας τους περισσότερους στην πείνα και την εξαθλίωση.

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

mixanitouxronou.gr
close menu