Το αγοράκι της φωτογραφίας γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943 στην Λίβερπουλ της Αγγλίας.

Ο πατέρας του ήταν οδηγός λεοφωρείου και η μητέρα του υπάλληλος καταστήματος. Ήταν ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αδέρφια της οικογένειας. Τα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής του μεγάλωσε σε ένα σπίτι που θύμιζε ελληνική επαρχία. Εξωτερική τουαλέτα και μοναδική πηγή θέρμανσης η φωτιά. Οι χειμώνες ήταν ιδιαίτερα δύσκολοι.

Το 1948 μετακόμισε με την οικογένειά του στο Σπικ, ένα προάστιο της Λίβερπουλ, όπου και έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.
Η αγάπη του για τη μουσική και συγκεκριμένα για την κιθάρα ξεκίνησε ήδη από όταν ήταν μαθητής. Αποπειράθηκε να παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής στο σχολείο, αλλά όταν κατάλαβε ότι η κιθάρα δεν υπήρχε στο πρόγραμμα, απογοητεύτηκε και τα παράτησε. «Ζωγράφιζα συνέχεια κιθάρες στα σχολικά μου βιβλία και τετράδια» δήλωσε σε μεταγενέστερη συνέντευξή του».

Τα πρώτα του μουσικά βήματα

Οι γονείς του γρήγορα κατάλαβαν το πάθος του και του αγόρασαν μία μεταχειρισμένη ακουστική κιθάρα. Έμαθε τα πρώτα του ακόρντα από ένα φίλο του πατέρα του, ενώ λίγο αργότερα δημιούργησε, με τον αδερφό του και έναν φίλο του, ένα μουσικό συγκρότημα, τους Rebels.
Σε ηλικία 14 ετών γνώρισε στο σχολείο δύο αγόρια, που αν και ήταν μεγαλύτερα σε ηλικία τους ένωνε η αγάπη για την μουσική. Αυτοί είχαν ήδη συγκροτήσει μια μουσική μπάντα, στην οποία καλέστηκε να συμμετάσχει και εκείνος.

Διαβάστε ακόμα: Ποιός είναι ο πιτσιρικάς που κόντεψε να πεθάνει στα 16 του; Εργάστηκε ως χορευτής αλλά τον κέρδισε η υποκριτική. Είναι από τους πιο γνωστούς σύγχρονους ηθοποιούς

Αρχικά, αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη καχυποψία λόγω της ηλικίας του. Οι μεγαλύτεροι θεωρούσαν ότι δεν θα μπορέσει «να ακολουθήσει». Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός, όμως, ώσπου το ταλέντο του τους διέψευσε. Έτσι, γεννήθηκε ένα από τα σπουδαιότερα και πολυβραβευμένα συγκροτήματα στη μουσική ιστορία, που τα τραγούδια του γοητεύουν μέχρι και σήμερα.

Σόλο καριέρα και κινηματογράφος

Στη μουσική του πορεία διακρίθηκε για το ταλέντο του και την ταπεινότητά του. Η μουσική του ήταν πάντα διαφορετική από εκείνη των υπόλοιπων μελών του συγκροτήματος. Οι αναζητήσεις του ήταν πολυποίκιλες και προσπαθούσε συνεχώς να εντάξει νέα στοιχεία και κουλτούρες στην μπλουζ-ροκ δομή της μπάντας.

Το 1968 η μπάντα διαλύθηκε και αποφάσισε να συνεχίσει την μουσική του διαδρομή μόνος.
Η αγάπη που είχε κερδίσει τα προηγούμενα χρόνια και κυρίως οι μουσικές του παραγωγές, του εξασφάλισαν μια λαμπρή σταδιοδρομία.
Πολλά από τα τραγούδια που εκτόξευσαν τη σόλο καριέρα του, είχαν απορριφθεί τα προηγούμενα χρόνια από τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος.

Μοναδική μελανή στιγμή της καριέρας του ήταν όταν κατηγορήθηκε από γυναικείο συγκρότημα ότι αντέγραψε ένα κομμάτι τους. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια και κρίθηκε ένοχος «χωρίς πρόθεση».

Λιγότερο γνωστή υπήρξε η πορεία του στον χώρο του κινηματογράφου, από τη θέση του παραγωγού. Η φιλία του µε τους Μόντι Πάιθονς είχε ως αποτέλεσμα να γίνει µια από τις καλύτερες ταινίες της κολεκτίβας, το «Ενας προφήτης, µα τι προφήτης». Επιμελήθηκε ακόμη την παραγωγή των ταινιών «Μόνα Λίζα» του Νιλ Τζόρνταν και τους «Τυχοδιώκτες της Σανγκάης» µε τη Μαντόνα.

Το τέλος

Το 1997 ο μουσικός αστέρας διαγνώστηκε με καρκίνο του λάρυγγα και υποβλήθηκε σε ραδιοθεραπείες.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1999, δέχτηκε δολοφονική επίθεση στο σπίτι, μαζί με τη γυναίκα του Ο Μάικλ Άμπραμ, που όπως αποδείχτηκε έπασχε από σχιζοφρένεια, εισέβαλλε στο σπίτι και τον μαχαίρωσε απανωτά. Η γυναίκα του αν και χτυπήθηκε ελαφριά στο κεφάλι, ήταν εκείνη που ακινητοποίησε τον δράστη. Μετά την επίθεση μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο φέροντας πάνω από 40 μαχαιριές.
Τον Μάιο του 2001 υποβλήθηκε σε εγχείρηση για την αφαίρεση ενός κακοηθούς όγκου από τους πνεύμονές του και τον Ιούλιο μεταφέρθηκε σε κλινική της Ελβετίας για να υποβληθεί σε θεραπεία για όγκο στον εγκέφαλο.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2001 άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 58 ετών. Η οικογένειά του σκόρπισε τις στάχτες του στον ποταμό Γάγγη και Yamuna κοντά στο Βαρανάσι της Ινδίας σύμφωνα με την ινδουιστική παράδοση. Ο ίδιος άλλωστε ήταν γνωστός για τις θρησκευτικές του αναζητήσεις και για την προτίμησή του στις θρησκείες της Ανατολής. Με τη διαθήκη του άφησε κάτι παραπάνω από 100 εκατομμύρια λίρες στους κληρονόμους του.

Ο λόγος για τον «αόρατο Μπιτλ», όπως χαρακτήρισαν τον Τζόρτζ Χάρισον.

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»: Ο ομαδικός αυνανισμός, τα όργια και η παρθενιά του Τζορτζ Χάρισον. Η συνέντευξη του Πολ ΜακΚάρντεϊ για θέματα ταμπού και άγνωστες ιστορίες των Beattles

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here