Οι γκέισες, είναι ένα από τα σύμβολα του ιαπωνικού πολιτισμού. Ιδιαίτερες γυναίκες, με καλλιτεχνική παιδεία, υψηλά κέρδη και πολλές πίκρες.

Ο ορισμός της γκέισας

Γκέισα, ονομάζεται η μορφωμένη γυναίκα στην Ιαπωνία. Η παράδοση ξεκίνησε περίπου τον 16ο με 17ο αιώνα. Με τον όρο μορφωμένη, εννοούσαν ότι είχε παρακολουθήσει ειδικές σπουδές και γνώριζε  την πατροπαράδοτη «τελετουργία του τσαγιού» και καλλιγραφία. Επίσης, έπρεπε να μάθει παραδοσιακούς ιαπωνικούς χορούς ή παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως το σαμισέν και το σακουχάτσι, φλάουτο από μπαμπού. Αργότερα, χρησιμοποιούσε αυτές τις γνώσεις, για να ψυχαγωγεί τους άντρες πελάτες της.

Η περίοδος εκπαίδευσής της, κυμαίνεται από έξι μήνες για το Τόκυο, μέχρι και πέντε χρόνια στο Κιότο. Οι μάικο, δηλαδή οι μαθητευόμενες γκέισες, χρέωναν τις υπηρεσίες τους όπως και οι κανονικές γκέισες. Η λέξη Γκέισα στα ιαπωνικά σημαίνει άτομο της τέχνης. Είναι σύνθετη λέξη από το gei που σημαίνει τέχνη και sha που σημαίνει άτομο.

Το χτένισμα μιας γκέισας ήταν τόσο περίπλοκο, με χτενάκια και κοσμήματα, που οι κοπέλες μάθαιναν να κοιμούνται ακουμπώντας το λαιμό τους σε μικρά ξύλινα στηρίγματα, για να μην το χαλάσουν.

Οι νέες κοπέλες που επιθυμούσαν να γίνουν γκέισες ξεκινούσαν την εκπαίδευσή τους από πολύ μικρή ηλικία.

Πρώτα διάλεγαν το κιμονό. Υπόθεση καθόλου απλή και ανέξοδη. Οι ελάχιστες σύγχρονες γκέισες πληρώνουν περίπου δέκα χιλιάδες δολάρια το κιμονό τους και με τα υπόλοιπα αξεσουάρ το κόστος μπορεί να διπλασιαστεί. Το ίδιο ίσχυε και παλαιότερα. Φυσικά δαπανηρή ήταν και η εκπαίδευσή τους.

Οι γκέισες στο δυτικό κόσμο και η σύγχυση με τις «πόρνες πολυτελείας»

Οι γκέισες στον δυτικό κόσμο, θεωρούνται λανθασμένα ως ιερόδουλες ή «πόρνες πολυτελείας». Το βασικό στοιχείο όμως μιας γκέισας, είναι η διατήρηση της παρθενιάς. Οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη, απαγορευόταν επίσημα από την κυβέρνηση.

Αυτό που κάνει τη δυτική κοινωνία να συγχέει τις καταστάσεις ήταν ότι υπήρχαν και οι οϊράν. Αυτές ήταν ιερόδουλες που έπαιρναν άδεια από την κυβέρνηση. Ντύνονταν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με τις γκέισες και με λευκό μακιγιάζ. Το στοιχείο που τις διαχωρίζει ήταν η ζώνη. Οι οϊράν φοράγαν τη ζώνη όμπι μπροστά από το κιμονό τους, ενώ οι γκέισες το έδεναν πίσω από τη μέση τους.

γκέισες
Εικόνα που παρουσιάζει τρεις γκέισες την ‘ωρα του επαγγέλματός τους. Κλασικός, παραδοσιακός, ιαπωνικός χορός. openclipart

Κατά την περίοδο της Κατοχής της Ιαπωνίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλές πόρνες προβάλλονταν ως γκέισες στους Αμερικανούς στρατιώτες.
Λόγω της παρόμοιας ενδυμασίας, η εικόνα μιας οϊράν και μιας γκέισας, δεν διαχωριζόταν για την Αμερική όποτε ταύτισαν τον όρο της γκέισας με την πόρνη.

Αν μια γκέισα ήθελε να παντρευτεί έπαυε να ασκεί το επαγγελμά της.

Οι μάικο 

 Οι μάικο, δηλαδή οι μαθητευόμενες, είχαν ως γνώρισμα το λευκό μακιγιάζ στο πρόσωπο και τα μαλλιά πιασμένα επάνω. Οι μαθητευόμενες γκέισες, είναι πιο διαδεδομένες στο δυτικό κόσμο από τις εκπαιδευμένες γκέισες, λόγω του μακιγιάζ. Κάποια από τα κορίτσια, πουλιούνταν στους οίκους των γκεϊσών, οκίγια. Όσες ήταν κόρες των γκεϊσών, θεωρούνταν αυτόματα γκέισες στους οίκους. Τα κορίτσια, άρχιζαν την εκπαίδευσή τους ως υπηρέτριες στο σπίτι με νέο όνομα πια, οι σικόμι.

Η μικρότερη σικόμι έπρεπε να περιμένει μέχρι αργά το βράδυ όταν επέστρεφε η μεγαλύτερη γκέισα. Οι μάικο έπρεπε μεταξύ άλλων να βρουν και ένα νέο «επαγγελματικό» όνομα για την πορεία τους αργότερα.

Παρακολουθούσαν μαθήματα στη σχολή για γκέισες, τη χαναμάτσι. Στη συνέχεια, η υποψήφια περνούσε μια τελική δοκιμασία χορού, οπότε και μετέβαινε στο επόμενο στάδιο εκπαίδευσης, το μιναράι.

Οι μιναράι απαλλάσσονταν από τις δουλειές του σπιτιού και επικεντρώνονταν κυρίως στη βασική τους εκπαίδευση. Μπορούσαν να βρίσκονται στο χώρο όπου η γκέισα δεχόταν επισκέπτες, αλλά δε συμμετείχαν σε προχωρημένο επίπεδο. Ήταν συνοδοί της λεγόμενης «μεγάλης αδελφής».

Μινέκο Ιβασάκι, η τελευταία πραγματική γκέισα της Ιαπωνίας

Η ζωή μιας γκέισας, ήταν για τους άντρες μια συναρπαστική και δημιουργική εμπειρία ψυχαγωγίας. Οι περισσότερες γκέισες όμως, περνούσαν μια καταπιεστική ζωή. Η Μινέκο Ιβασάκι, θεωρείται η τελευταία πραγματική γκέισα που παραιτήθηκε από το επάγγελμά της, στα 29 της χρόνια. Η ιστορία της ζωής της, ταρακούνησε τον κόσμο της Δύσης και ταυτόχρονα παρακίνησε και άλλα 70 κορίτσια να παραιτηθούν.

Η Μινέκο, υπήρξε γκέισα τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Ήταν ξακουστή, με πολλά χαρίσματα, απαράμιλλη ομορφιά και ταλαντούχα στα μουσικά όργανα, τους χορούς, την ανθοδετική και το σερβίρισμα του ποτού σακέ. Πριν αποχωρήσει το όνομά της ήταν διάσημο και η ίδια ήταν σαν ένας θρύλος στο χώρο της.

Σε ηλικία μόλις τριών ετών, την έστειλαν στον οίκο της Μαντάμ Οϊμα για να τη δουν αφού ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι.
Από τα δεκαπέντε μέχρι τα είκοσι χρόνια της, εκπαιδευόταν για να γίνει η τέλεια γκέισα.
Κι έγινε. Οι πελάτες έλεγαν ότι μια τέτοια γκέισα, όπως ήταν η Μινέκο, γεννιέται μια φορά κάθε εκατό χρόνια.
Στα 21 της άρχισε να υποδέχεται άντρες σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο, καταπονώντας το σώμα και το πνεύμα της.

Η μήνυση της Μινέκο σε συγγραφέα που έγραψε για τη ζωή της 

Η Μινέκο, όταν αποσύρθηκε ζούσε με την οικογένεια της, στα περίχωρα του Κιότο. Δέχτηκε να μιλήσει εμπιστευτικά για τη ζωή της, αλλά «ανώνυμα» στον Αμερικανό συγγραφέα,  Άρθουρ Γκόλντεν.

Ο Γκόλντεν όμως, δε σεβάστηκε την εμπιστευτικότητα και την εχεμύθεια της Μινόκο. Δημοσίευσε όλα όσα είχε πει, σε βιβλίο του «Οι αναμνήσεις μιας γκέισας» που κυκλοφόρησε το 1997. Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ, πούλησε 4 εκατομμύρια αντίτυπα στην αγγλική έκδοση και μεταφράστηκε σε 32 γλώσσες μεταξύ τους και τα ιαπωνικά, ώσπου έπεσε στα χέρια της Μινέκο.

Η ξακουστή γκέισα Μινέκο Ιβασάκι. Wikimedia Commons

Το βιβλίο έγινε ταινία με τεράστια επιτυχία.

Η Μινέκο, μήνυσε τον συγγραφέα και ως αντίποινα, έγραψε το δικό της βιβλίο με τη βιογραφία της, το 2002, «Η γκέισα της Γκιόν.» προσπαθώντας να μεταδώσει και να αναβιώσει τον παλιό «λαμπερό κόσμο της γκέισας. Στην αρχή του βιβλίου, μιλάει για τους άγραφους κανόνες που περιόριζαν τις γκέισες, την καταπιεστική παράδοση αλλά και την ιερότητα του επαγγέλματος

Οι σύγχρονες γκέισες

Οι σύγχρονες γκέισες μένουν ακόμη στα παραδοσιακά σπίτια οκίγια στις περιοχές χαναμάτσι, κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους. Ο κομψός και πολυτελής κόσμος στον οποίο εισέρχεται μια γκέισα ονομάζεται «καριουκάι», ο κόσμος των λουλουδιών και των ιτιών. Το Κιότο θεωρείται η πόλη με την ισχυρότερη παράδοση σε γκέισες. Άλλωστε ήταν πάντα μια ισχυρή πολιτιστική δύναμη και καταφύγιο καλλιτεχνών και διανοουμένων.

Το επάγγελμα της γκέισας είναι πλέον σπάνιο, καθώς οι υπηρεσίες της είναι ακριβές και πρακτικά αφορούν μόνο τους πλούσιους. Στη σύγχρονη Ιαπωνία, γκέισες και μάικο αποτελούν σπάνιο θέαμα εκτός των χαναμάτσι. Κατά τη δεκαετία του ’20, υπήρχαν πάνω από 80.000 γκέισες. Ο αριθμός τους σήμερα, έχει μειωθεί κατά πολύ και υπολογίζεται περίπου στις 1000 με 2000. Μια βραδιά μαζί τους ξεκινά από τα 700 ευρώ. Ο λόγος που υπάρχουν ακόμη είναι η πολιτιστική συνέχεια και το ενδιαφέρον των τουριστών. Γι΄αυτό στο Κιότο, στην περίφημη συνοικία, περιφέρονται πολλές ψεύτικες γκέισες, ως ατραξιόν, για τις σέλφι και την εικονική εμπειρία. Είναι οι γκέισες για τουρίστες. Κάτι σαν του μονομάχους έξω από το Κολοσσαίο στη Ρώμη, που ποζάρουν για είκοσι ευρώ τη φωτογραφία.

 

Αρχική εικόνα: Wikimedia Commons

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»:  Γιατί οι πρώτες γκέισες ήταν άνδρες, που είχαν ακόμη και κρίσιμες αρμοδιότητες και πως τους εξοβέλισαν οι γυναίκες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here