Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 η φυματίωση μάστιζε τον ελληνικό πληθυσμό. Οι ασθενείς ήταν χιλιάδες και τα σανατόρια ελάχιστα.Το Σωτηρία που είχε ιδρυθεί στην Αθήνα το 1902, δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες των ασθενών, οι οποίοι ήταν υπεράριθμοι και νοσηλεύονταν κάτω από άθλιες συνθήκες. Η ανάγκη για ίδρυση νέων σανατορίων και μάλιστα μακριά από τον οικιστικό ιστό των πόλεων, ήταν επιτακτική.

Εκείνη την εποχή οι φυματικοί ήταν απόβλητοι ακόμη και από την οικογένειά τους, που δεν ήθελε να στιγματιστεί. Ταυτόχρονα οι περισσότεροι ήταν φτωχοί και αυτός ήταν ένας θανάσιμος και εξευτελιστικός συνδυασμός για όσους ασθενούσαν από το «χτικιό».
Σημαντική βοήθεια στο πρόβλημα της «στέγης» των φυματικών έδωσε η Άννα Μελά Παπαδοπούλου, αδελφή του μακεδονομάχου Παύλου Μελά, όταν το 1930, κατάφερε να φτιάξει ένα σύγχρονο σανατόριο στην Κορφοξυλιά της Αρκαδίας.
Προοριζόταν κυρίως για στρατιώτες ασθενείς που είχαν επιστρέψει από το μικρασιατικό μέτωπο με επιβαρυμένη την υγεία τους.
Η Μελά γνώριζε από πρώτο χέρι τις περιπτώσεις των φυματικών στρατιωτών μιας και είχε βρεθεί και η ίδια στο μέτωπο ως εθελόντρια νοσοκόμα. Μάλιστα η προσφορά και η φροντίδα της ήταν τέτοια, που της είχε δοθεί το ψευδώνυμο «Μάνα».

Η Άννα Μελά πήρε το προσωνύμιο «Μάνα». Έτσι τη φώναζαν οι στρατιώτες που φρόντιζε.

Οι έρανοι

Η Μάνα, χρηματοδοτούσε μόνη της όλες τις φιλανθρωπίες  στις οποίες συμμετείχε. Το απαιτούμενο ποσό για την κατασκευή σανατορίου όμως ήταν υπέρογκο και έτσι αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια επιφανών ανθρώπων του κύκλου της και να πραγματοποιήσει ακόμα και εράνους για να τα καταφέρει.
Στην προσπάθεια της αυτή έφτασε μέχρι την Αίγυπτο και την Αμερική, όπου συνάντησε πλούσιους Έλληνες. Την εποχή εκείνη τα ταξίδια αυτά διαρκούσαν ολόκληρους μήνες, αλλά η Μελά δεν το έβαλε κάτω.
Βασικοί υποστηρικτές της, ήταν οι αδελφοί Σπετσερόπουλοι, έμποροι βαμβακιού, οι οποίοι συνολικά προσέφεραν 1.200.000 δραχμές.
Μεγάλο μέρος του ποσού της το είχαν παραχωρήσει για να φτιάξει ένα σπίτι για τον εαυτό της για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκούσε η κατασκευή του σανατορίου, αλλά εκείνη διέθεσε και αυτά τα χρήματα στο ίδρυμα και έστησε ένα πρόχειρο κατάλυμα στο βουνό, όπου έμενε μόνη της, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.

Το σανατόριο της Μάνας

Η νοσηλεία περιελάμβανε καλό φαγητό και ψυχαγωγία.

Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για το σανατόριο της Μάνας δεν ήταν τυχαία. Τα Μαγούλιανα της Γορτυνίας που ήταν το κοντινότερο χωριό, θεωρούνταν από τους πιο «υγιεινούς» παραθεριστικούς τόπους της εποχής. Το υψόμετρο και ο καθαρός αέρας βοηθούσαν στην αντιμετώπιση της φυματίωσης.
Η Μελά συνεργάστηκε με Λαγκαδιανούς μάστορες της εποχής που ήταν φημισμένοι τεχνίτες της πέτρας. Το κτίριο ήταν τετραώροφο . Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν η διεύθυνση , τα ιατρικά εργαστήρια και το χειρουργείο.
Στους υπόλοιπους ορόφους ήταν τα δωμάτια των ασθενών όπου οι άντρες νοσηλεύονταν χωριστά από τις γυναίκες.
Οι φυματικοί πλήρωναν από 200 μέχρι 100 δραχμές για τα νοσήλια και εκτός από την ιατρική φροντίδα, απολάμβαναν πρώτης ποιότητας φαγητό, θέρμανση και ψυχαγωγία.
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 1930.

Η παρακμή

Ήδη από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, η διοίκηση του σανατορίου πέρασε σε μια Εφορεία, της οποίας η Μελά ήταν επίτιμη πρόεδρος. Τα έξοδα συντήρησης του σανατορίου έφταναν τα δύο εκατομμύρια δραχμές ετησίως ενώ οι σταθεροί του πόροι ήταν ένα εκατομμύριο το οποίο έδινε το τότε Υπουργείο υγιεινής.
Τα υπόλοιπα έξοδα καλύπτονταν από τις υποχρεωτικές καταβολές των δήμων της Αρκαδίας, από τα νοσήλια, αλλά και από δωρεές ιδιωτών.
Η καλή λειτουργία του σανατορίου της Μάνας δεν κράτησε για πολύ. Το 1935 ήταν η χειρότερη χρονιά από οικονομικής πλευράς. Τα συσσωρευμένα προβλήματα οδήγησαν τη διοίκηση σε αδιέξοδο.

Το σανατόριο έφτιαξαν Λαγκαδιανοί τεχνίτες.

Το τέλος της Μάνας

Την ίδια χρονιά, η υγεία της Μάνας κλονίστηκε. Η γυναίκα που συνέβαλε τα μέγιστα στον αντιφυματικό αγώνα στην Ελλάδα, χτυπήθηκε τελικά και η ίδια από τη φυματίωση. Το καλοκαίρι του 1936 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πεντέλης αλλά η κακή ψυχική της κατάσταση οδήγησε τους γιατρούς στο να της δώσουν εξιτήριο ώστε να επιστρέψει στο σπίτι της.
Η Άννα Μελά Παπαδοπούλου πέρασε το τελευταίο διάστημα της ζωής της στο Ψυχικό όπου έμενε με συγκάτοικο μια γυναίκα που είχε γνωρίσει όταν επέστρεφε από τη Σμύρνη. Η οικογένειά της έμενε στις Ροβιές της Εύβοιας.
Η Μάνα άφησε την τελευταία της πνοή στις 12 Φεβρουαρίου του 1938.
Την ίδια χρονιά σταμάτησε να λειτουργεί και το σανατόριο που έφερε το όνομα της.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η συγκινητική ιστορία του νοσοκομείου “Σωτηρία”, όπου οι φυματικοί θάβονταν ακόμη και σε ομαδικούς τάφους. Η Σοφία Σλήμαν, το γκέτο, η πορνεία και η εκτέλεση του Μπελογιάννη 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here