«Είναι η Θεσσαλονίκη όντως ερωτική πόλη όπως πιστεύουμε εμείς οι Αθηναίοι;» Μ’ αρέσουν οι ερωτήσεις του φαντασιακού, που περιέχουν παραισθησιογόνες τοποθετήσεις, όπως «εμείς οι Αθηναίοι» ή «η ερωτική Θεσσαλονίκη». Ξέρετε, εγώ ως Σερραίος κάτι τέτοια περιμένω για να ευθυμήσω με τη σειρά μου. Βέρους Αθηναίους μέσα από τη Βέροια και ερωτικούς Θεσσαλονικείς που κάνουν σεξ και σκι στην Τσιμισκή.

Από το καζίνο της Πάρνηθας και τα «κρεατάδικα»της Βάρης μέχρι τον Γιάν Γκαρμπάρεκ και τα «Ρεμπέτικα» του Ηλία Πετρόπουλου. Ένας πλούσιος, ετερόκλητος μουσικός βίος που χάρισε στον ιδρυτή των MONIE & MONIE CONNIENTE, Διογένη Δασκάλου, τα εφόδια για μια επιτυχημένη μουσική πορεία.

Όπως αφηγήθηκε στη «Μηχανή του Χρόνου», γεννήθηκε στις Σέρρες μέσα σε μια οικογένεια με μουσική παράδοση.  Σε βρεφική ηλικία διασκέδαζε να ανοιγοκλείνει το ακορντεόν του πατέρα του. Μόνο έτσι έτρωγε το φαγητό του. Αργότερα, εντάχθηκε στη φιλαρμονική του Δήμου Σερρών. Σε μια εποχή, που αγόρια της ηλικίας του κυκλοφορούσαν με θήκες κιθάρας και μπουζουκιού, υπήρχε και ένας νεαρός με μια θήκη περίεργη στο χέρι.

Όταν ήταν νεαρός συνεχώς τον ρωτούσαν: «Τι θέλεις να γίνεις Κατσαρός;»

Το πρώτο βιβλίο που του άνοιξε τους μουσικούς του ορίζοντες ήταν τα Ρεμπέτικα, του Ηλία Πετρόπουλου. Χρειάστηκε να δουλέψει ένα ολόκληρο καλοκαίρι με το ποδήλατο του, μοιράζοντας φάρμακα για να καταφέρει να το αγοράσει. Μέσα από εκεί, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους, πιο σκοτεινούς. Η μελέτη, σε συνδυασμό με τις δουλειές που έκανε τα πρώτα χρόνια τον «ωρίμασαν» μουσικά.

«Ένας πλούσιος μουσικός βίος, με ετερόκλητα στοιχεία και πληροφορίες και οφείλω να πω ότι με βοήθησε πάρα πολύ ότι εξέπεσε η οικογένεια οικονομικά και αναγκάστηκα να πάω ως εθελοντής στη μουσική του στρατού στην Αθήνα, στο Γουδί. Εκεί ως εθελοντής τριετίας είχα τη μοναδική ευκαιρία να ξεφύγω από τον στενό κύκλο Θεσσαλονίκης –  Σερρών και να κατέβω να δω τι γίνεται στο πλησιέστερο της Νέας Υόρκης … έτσι όπως το είχα στο μυαλό μου τότε», εξομολογήθηκε ο ίδιος με το γνωστό του πικρό χιούμορ στη «Μηχανή του Χρόνου».

Ο φίλος του Κώστας Γανωτής, του έδωσε την ευκαιρία να μπει στο σχήμα Κραουνάκη – Βουτσινά – Νικολακοπούλου, στη Λεωφόρο. Από εκείνη τη συνεργασία «ρούφηξε» γνώσεις, καινούργιες τεχνικές και «πάτησε γερά» επάνω στη σκηνή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που μας αφηγήθηκε από εκείνες τις μέρες:

«Είχαμε μαζευτεί ένα βράδυ όταν πια είχαμε αρχίσει να μοιάζουμε σε χρώμα τον Κρίστοφερ Λι γιατί δεν γινόταν να δουλεύεις κάθε βράδυ…2 μήνες, 3 μήνες… και τους ζητήσαμε μια μέρα ρεπό και θυμάμαι ότι η ημέρα που επιλέξαμε να πάρουμε ήταν η Τρίτη γιατί και η Δευτέρα σε κόσμο ήταν σαν το Σάββατο.
Μια από τις σκηνές που μου έχει μείνει είναι ότι σε ένα σημείο του προγράμματος η Άλκηστη, που παραμένει ένας αθλητής επί σκηνής, χρησιμοποίησε ένα τρυκ και με έκανε να πιστέψω ότι τελικά το οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει το σόου αρκεί να μην είναι εις βάρος κάποιου. Ενώ ήταν ήδη μούσκεμα από τον ιδρώτα, είχε ένα μεγάλο μπουκάλι, ψεκαστικό, στο οποίο έριχνε πίσω από τα μαλλιά της για το τελευταίο τίναγμα επί σκηνής για να φαίνεται στα φώτα αυτό όλο σαν ιδρώτας και να πέφτει στον κόσμο».

Στην πορεία με το που βγήκε η αφίσα και το σποτ έλεγαν όλοι: οι «Monie and Monie Conniente» στο Μύλο, είναι Ισπανοί. Όχι, είναι από την Ιταλία τους έχω ξανακούσει, Ξέρεις αυτό το γνωστό του Έλληνα που πρέπει να ξέρει κάτι.

«MONIE & MONIE CONNIENTE». Βγήκε από το «δες πως κονίεντε» οι χορευτές

Ο Διογένης Δασκάλου θυμάται : «Καθόμασταν με τον αδερφό μου το Σωτήρη και βλέπαμε μια ταινία Τζιν Κέλι νομίζω και από φραστικό λάθος λέει ο Σωτήρης «Δες πως κονίεντε» ενώ ήθελε να πει κουνιόνται. Ήταν και η εποχή που ψάχναμε όνομα από τις πρόβες που είχαμε ξεκινήσει τότε για τον Μύλο, το 94. Α, του λέω κάτσε κάτι μου θυμίζει. Ανοίγω ένα λεξικό con niente (κον νιέντε) στα ιταλικά θα πει με τίποτα, με κανέναν. Είχαμε και ένα ιδιωτικό αστείο με τον Tεν Tεν και έναν που φώναζε τον Σωτήρη στο στρατό ο «μόνης» γιατί γυρνούσε μόνος, ήταν σε μια περίεργη κατάσταση τότε. Λέω, αδέρφια είμαστε όπως λέμε «Τεν Τεν» άρα «Monie and Monie Conniente».

Μου λέει ο αδερφός μου είναι άσχετο, το μυαλό σου πάντα λειτουργεί σαν να είναι ραπιδογράφος στο σύμπαν. Του λέω έχεις δίκιο. Αλλά αν είναι να κάνουμε κάτι που το καταλαβαίνει όλος ο κόσμος θα λεγόμασταν «Lacta», μια λέξη που θα είναι εύκολη. Πες μου όμως τι σημαίνει Κόκα Κόλα όταν πρωτοβγήκε; Τι τους έκανε εντύπωση σε αυτή τη λέξη και την εντύπωσαν.
Τι σήμαινε τότε το Pink Floyd; Τι σήμαινε το Deep Purple; Η ουσία, δίνει αξία στο όνομα, απλά πρέπει σε αυτή την περίπτωση να έχεις υπομονή.
Θα πρέπει να το χτίσουμε. Εμάς, μας αρέσει στον πυρήνα του; Εμείς οι δυο το κάνουμε.
Σημασία έχει για εμάς να έχει εφαλτήριο και να έχει δυναμική κάθε μέρα που ξυπνάμε και που πηγαίνουμε για πρόβα να χαιρόμαστε γιατί είναι κάτι που πιστεύουμε, είναι κάτι που κάναμε μαζί.

Και μάλιστα λειτούγησε με έναν περίεργο τρόπο. Στην πορεία με το που βγήκε η αφίσα και το σποτ έλεγαν όλοι: οι «Monie and Monie Conniente» στο Μύλο, είναι Ισπανοί. Όχι, είναι από την Ιταλία τους έχω ξανακούσει, Ξέρεις αυτό το γνωστό του Έλληνα που πρέπει να ξέρει κάτι. Νομίζω η πρεμιέρα μας, ήταν την ίδια ή την επόμενη μέρα του θανάτου του Χατζιδάκι και ήταν περίεργο και για μένα όλο αυτό έτσι όπως συνέβη.
Δεν ήθελα να σκέφτομαι πόσο κόσμο θα έχουμε, αν θα γίνουν φάλτσα, ακόμα και τώρα το ίδιο κάνω.  Άδειασα τη θλίψη μου και γέμισα με καλή ενέργεια για να κάνω αυτό για το οποίο ήμουν πλασμένος.

 

Όντως ήρθαν όλοι να δουν αυτούς τους Πορτογάλους, τους ξένους. Στην πρώτη παράσταση είχα ένα άγχος ανάμεικτο με χαρά. Ήμουν σε μια κατάσταση… στον «ξύπνιο REM» αν μπορούμε να το πούμε έτσι .Ήμουν μεταξύ πραγματικότητας και ονειρικής κατάστασης σε αυτό που είχα ζουμάρει να κάνω.

Ύστερα από μια τρομερά επιτυχημένη σεζόν, ο Διογένης Δασκάλου θέλησε να κάνει ένα μουσικό υπερθέαμα. Ήταν πλέον μια δεμένη ομάδα, με πέραση στη νυχτερινή Θεσσαλονίκη.
Υπήρχε και ένας δυνατός χορηγός που στήριζε τις προσπάθειες τους. Η απόπειρα αυτή κατέληξε σε μια οικονομική αποτυχία. Κατέβηκε ύστερα από 40 παραστάσεις, αριθμός που σήμερα χαρακτηρίζει μια απόλυτα επιτυχημένη σεζόν. Μια άρτια παραγωγή, που δυστυχώς ναυάγησε.
Εκεί κατάλαβαν ότι έπρεπε να γίνει μια αλλαγή. Το 1995, εμφανίστηκαν στο «ΞΥΛΟΥΡΓΕΙΟ», του Μύλου. Ένα μαγαζί μικρής χωρητικότητας.

Είχαν αλλάξει ρεπερτόριο και ο Διογένης Δασκάλου είδε πως λειτουργεί το σταντ απ κόμεντι στο εξωτερικό, με σκοπό να το μεταφέρει στις παραστάσεις τους. «Αναστέναζα ακόμα και την ώρα που έκανα μπάνιο», εξομολογήθηκε.

Όλα όμως πήραν τον δρόμο τους, μέσα από μια ανορθόδοξη πρεμιέρα. Ο μέγας χορηγός δεν υφίστατο.Έτσι όλα περνούσαν από τα χέρια του. Αφίσα δεν κυκλοφόρησε στην πόλη για την παράσταση. Όχι εγκαίρως τουλάχιστον. Αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο. Το μαγαζί ήταν γεμάτο. Λίγο πριν από την έναρξη της παράστασης άνοιξε την αφίσα και όπως θυμάται ο ίδιος:

«Και ανοίγω την αφίσα και βλέπω δεν υπάρχουν πουθενά συντελεστές. Μια φωτογραφία, σε μαύρο φόντο, δεν αναφέρει ποιος έγραψε τα κείμενα, που ήταν και ελάχιστα γιατί είχα ετοιμάσει κάτι ενδεικτικά…Και μου βγαίνει αυθόρμητα και λέω «Α, παιδιά είναι και η πρώτη αφίσα ΞΥΣΤΟ, την ξύνεις και εμφανίζονται οι συντελεστές» και έπεσε το μαζί κάτω από τα γέλια.
Είδα λοιπόν έτσι ότι λειτουργεί όταν μεταφέρω τον τρόπο που συμπεριφέρομαι σε μια παρέα – δεν γελούν επειδή δεν θέλουν να μου χαλάσουν το χατίρι. Είναι κάτι που ενδεχομένως το έχω. Ε και από εκεί και πέρα λίγο κάποιες νόρμες, φόρμες αλλά πάντοτε έχοντας στο νου μου να είμαι ένα αυτί με πόδια.

Συντελεστές:

Σωτήρης Δασκάλου: τενόρο σαξόφωνο Λεωνίδας Βλάχος – Κώστας Δαμιανίδης: τρομπέτες Φώτης Μίγγας: τρομπόνι  Βίκυ Βογιατζόγλου: φωνή Παντελής Αμπατζής: ηχητικά Παύλος Αζναουρίδης – Γιώργος Κοκκινάκης: ενορχήστρωση –επεξεργασία ήχων Βαγγέλης Μολυβιάτης: video Βασίλης Μπαρμπαρίγος: ενδυματολογική επιμέλεια
Στο ρόλο του κόμη ο Στέφανος Τσιτσόπουλος  Κείμενα: Διογένης Δασκάλου – Βάγια Ματζάρογλου

Η συνέντευξη ήταν της Λίλας Βουργαζοπούλου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here