Ο Αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε από το 1861 έως το 1865 ήταν ο πιο καταστροφικός πόλεμος που έζησαν οι ΗΠΑ. Πέθαναν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι και το 40% της οικονομίας καταστράφηκε. Μετά τη μάχη του Γκέτισμπεργκ, η δεύτερη πιο πολύνεκρη μάχη ήταν αυτή που έγινε στην περιοχή της Τσικαμάουγκα στη βορειοδυτική Τζόρτζια.

Ο Στρατός της Ένωσης, όπως ονομάζονταν οι δυνάμεις του Βορρά και ο στρατός της Συνομοσπονδίας, δηλαδή οι 11 νότιες πολιτείες πολεμούσαν για να καταλάβουν τον κεντρικό σιδηροδρομικό κέντρο Τσαττανούγκα. Ο στρατηγός της Ένωσης είχε καταφέρει να απομακρύνει τους στρατιώτες της Συνομοσπονδίας από την Τσαττανούγκα και να συγκεντρώσει περισσότερους από 60 χιλιάδες στρατιώτες. Οι Νότιοι όταν δέχθηκαν ενισχύσεις, αποφάσισαν να αντεπιτεθούν. Η μάχη κράτησε δυο μέρες από 19 έως τις 20 Σεπτεμβρίου 1863. Ο στρατός της Συνομοσπονδίας κατάφερε να επικρατήσει.

Ανάμεσα στους στρατιώτες των Βόρειων ήταν και ο Τζέικομπ Μίλερ. Κατά τη διάρκεια της μάχης δέχτηκε μια σφαίρα στο μέτωπο, ακριβώς ανάμεσα από τα φρύδια του. Όλοι πίστευαν ότι θα πέθαινε, ότι κανένας δεν μπορούσε να επιβιώσει από τέτοιο χτύπημα. Όμως, ο Μίλερ όχι μόνο επέζησε, αλλά συνέχισε τη ζωή του με το μεγαλύτερο μέρος της σφαίρας σφηνωμένο στο κεφάλι του για δεκαετίες.

Ο τραυματισμός και ο αγώνας για την επιβίωση

Το 1911 ο Μίλερ διηγήθηκε την ιστορία του στην αμερικανική εφημερίδα Daily News. Τραυματίστηκε την πρώτη μέρα της μάχης. Οι συμπολεμιστές του νόμιζαν πως ήταν νεκρός και τον άφησαν αιμόφυρτο στο έδαφος. Όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, συνειδητοποίησε ότι ήταν στην πλευρά των δυνάμεων της Συνομοσπονδίας.

Για να μην τον πιάσουν αιχμάλωτο, ο Μίλερ χρησιμοποίησε ό,τι δυνάμεις του είχαν απομείνει και σηκώθηκε. Με στήριγμα το όπλο του, βγήκε εκτός μάχης χωρίς να αντιληφθεί κανείς ότι ήταν στρατιώτης της Ένωσης. «Φαίνεται πως όλο μου το πρόσωπο είχε καλυφθεί με αίμα, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει κανείς ότι είμαι ένας Γιάνκης».

Η μάχη της Τσικαμάουγκα στη βορειοδυτική Τζόρτζια λήγει με τη μοναδική σημαντική νίκη των Συνομόσπονδων Πολιτειών της Αμερικής στο δυτικό θέατρο του πολέμου. Πηγή Wikimedia Commons 

Ο Μίλερ συνέχισε να περπατά για να απομακρυνθεί όσο μπορούσε. Το κεφάλι του άρχισε να πρήζεται με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανοίξει τα μάτια του. Έβλεπε γύρω του μόνο όταν σήκωνε με το χέρι του το δεξί του βλέφαρο. Κοιτούσε για λίγο και μετά συνέχιζε να περπατά με κλειστά μάτια μέχρι που έβρισκε κάποιο εμπόδιο.

Κάποια στιγμή κουράστηκε και ξάπλωσε στην άκρη του δρόμου. Λίγο αργότερα, πέρασαν τυχαία στρατιώτες και συνειδητοποίησαν ότι ήταν ζωντανός. Τον έβαλαν σε ένα αυτοσχέδιο φορείο και τον κουβάλησαν μέχρι το ανοιχτό νοσοκομείο που είχαν φτιάξει οι δυνάμεις της Ένωσης στην περιοχή.
Ο Μίλερ έχασε για λίγο τις αισθήσεις του. Ξαφνικά ξύπνησε σε σκηνή του νοσοκομείου. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι και μια νοσοκόμα του έβαζε έναν βρεγμένο επίδεσμο στο τραύμα του. Αφού τον περιποιήθηκε όσο μπορούσε, του έδωσε ένα παγούρι με νερό. Οι γιατροί εξέτασαν την πληγή του και αποφάσισαν να μην τον χειρουργήσουν. Πίστευαν ότι δεν υπήρχε λόγος να του προκαλέσουν περισσότερο πόνο, καθώς σύντομα θα πέθαινε. Ο Μίλερ επέστρεψε στην σκηνή του. Την επόμενη ημέρα, οι γιατροί έφτιαχναν μια λίστα με τους τραυματισμένους που θα στέλνονταν στην Τσαττανούγκα στον Τενεσί. Όταν έφτασαν στο κρεβάτι του Μίλερ, του είπαν ότι ήταν πολύ σοβαρά τραυματισμένος για να τον μετακινήσουν. Άρα θα τον άφηναν εκεί!

Οι γιατροί προσπαθούσαν να τον καθησυχάσουν ότι ακόμη και να τον έπαιρναν αιχμάλωτο οι αντίπαλοι, θα πήγαιναν να τον σώσουν. Όμως, ο Μίλερ ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια.
Ζήτησε από τη νοσοκόμα να του γεμίσει το παγούρι με νερό και το έσκασε. Με το ένα χέρι του να σηκώνει το βλέφαρό του για να βλέπει τον δρόμο, ο Μίλερ απομακρύνθηκε.

Κάποια στιγμή ενώ περπατούσε, χτύπησε το κεφάλι του σε κλαδί και έπεσε κάτω. «Ένιωσα να κλονίζομαι ολόκληρος» είπε ο Μίλερ σε συνέντευξή του στον αμερικανικό Τύπο το 1911. Ωστόσο, σηκώθηκε ξανά και σύρθηκε μέχρι την άκρη του δρόμου. Προς καλή του τύχη, εκείνη τη στιγμή περνούσε το κάρο με τους τραυματισμένους που μεταφέρονταν στην Τσαττανούγκα. Ο οδηγός σταμάτησε και τον ρώτησε αν είναι ζωντανός. Του είπε ότι μπορούσε να τον πάρει μαζί του, καθώς ένας από τους τραυματίες πέθανε στη διαδρομή. Μόλις ανέβηκε στο κάρο, ο Μίλερ έχασε τις αισθήσεις του.

Την επόμενη μέρα, ο Μίλερ ξύπνησε στο πάτωμα ενός τεράστιου κτιρίου στην Τσαττανούγκα ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους τραυματίες της μάχης. Ο στρατιώτης σηκώθηκε όρθιος και έριξε νερό στο πρόσωπό του.
Εκείνη τη στιγμή συμπολεμιστές του τον αναγνώρισαν.
Τον πλησίασαν και όταν σιγουρεύτηκαν ότι ήταν ο Μίλερ, έμειναν άφωνοι.
Όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πεδίο της μάχης.
Λίγο αργότερα, ένας γιατρός τους είπε ότι όποιος μπορούσε να περπατήσει, να πάει στο νοσοκομείο στην άλλη πλευρά του ποταμού.
Εκεί θα δέχονταν τις πρώτες βοήθειες και στη συνέχεια θα μεταφέρονταν στο Νάσβιλ.
Ο Μίλερ ζήτησε από τους συμπολεμιστές του να τον βοηθήσουν να πάει μαζί τους.

Σε αυτό το νοσοκομείο, ο Μίλερ έφαγε για πρώτη φορά μετά από δυο μέρες. Την επόμενη μέρα ένας γιατρός του καθάρισε την πληγή και την έδεσε με επιδέσμους. Αφού έδωσαν σε κάποιους τραυματίες προμήθειες, όπως κράκερς, ζάχαρη, καφέ, αλάτι και ένα σαπούνι, τους έβαλαν σε ένα κάρο με κατεύθυνση το Μπρίτζπορτ στην Αλαμπάμα.

Όμως, το ταξίδι ήταν βασανιστικό για τον Μίλερ. Το κάρο τρανταζόταν, με αποτέλεσμα να πονάει τρομερά το κεφάλι του. Οι συμπολεμιστές του τον βοήθησαν να κατέβει και όλοι μαζί συνέχισαν τη διαδρομή με τα πόδια. Περπάτησαν συνολικά 96 χιλιόμετρα. Χρειάστηκαν τέσσερις μέρες για να φτάσουν στο Μπρίτζπορτ. Από κει πήραν το τρένο για το Νάσβιλ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Μίλερ κατάφερε να ανοίξει το δεξί του μάτι.

Το επόμενο διάστημα, ο Μίλερ πήγαινε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και ζητούσε από τους γιατρούς να του βγάλουν τη σφαίρα από το κεφάλι. Όμως, κανένας δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Εννέα μήνες αργότερα, ένας γιατρός δέχτηκε να του αφαιρέσει τη σφαίρα.
Ωστόσο, φαίνεται ότι είχαν μείνει υπολείμματα από μπαρούτι. «Δεκαεφτά χρόνια μετά τον τραυματισμό μου, ένα σκάγι έπεσε από το κεφάλι μου. Τριάντα ένα χρόνια έπεσαν και δύο κομματάκια μολύβδου» είχε πει ο Μίλερ.

Η σφαίρα τον άλλαξε

Μέχρι να αποβληθούν από τον οργανισμό του όλα τα κομμάτια του βλήματος, ο Μίλερ εκδήλωνε διάφορα προβλήματα στη ζωή του. Κατά καιρούς και κυρίως όταν αρρώσταινε, ο Μίλερ έπεφτε σε λήθαργο που μπορεί να κρατούσε μέχρι και δυο βδομάδες. Ένιωθε μια συνεχόμενη πίεση στο κεφάλι του.

«Είχα καθημερινά μια υπενθύμιση του τι είχε συμβεί, έναν συνεχόμενο πόνο στο κεφάλι μου που δεν έφευγε ποτέ. Ούτε όταν κοιμόμουν.»
Άλλες φορές τον έπιανε παραλήρημα. Έλεγε ότι είναι ακόμη στο πεδίο της μάχης. Έπαιρνε ένα κοντάρι και το έβαζε στον ώμο του σαν να ήταν το μουσκέτο του. Όταν τα κομμάτια της σφαίρας που παρέμεναν στο κεφάλι του έπεσαν, ο Μίλερ έγινε καλά και δεν εμφάνισε ξανά κάτι περίεργο. Όλη η σκηνή της μάχης είχε κυριολεκτικά χαραχθεί στο μέτωπό μου».

Μετέπειτα οι ειδικοί εκτίμησαν ότι πιθανότητα ο Μίλερ επιβίωσε γιατί ο στρατιώτης που τον χτύπησε ήταν περισσότερο από 95 μέτρα μακριά, με αποτέλεσμα η σφαίρα να χάσει την ισχύ της. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών που διεξήγαγαν, διαπίστωσαν ότι ο πυροβολισμός από μεγάλες αποστάσεις με σφαίρες που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή με δυσκολία θα έσκιζε ένα χαρτί.

Το 1894 ο Μίλερ έλαβε Μετάλλιο Τιμής Πολέμου από τον αμερικανικό στρατό. Όχι όμως για τον τραυματισμό του, αλλά για τις υπηρεσίες του πριν να τον πυροβολήσουν. Και αυτό ήταν το μεγάλο του παράπονο. Πέθανε 54 χρόνια μετά τη μάχη.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Youtube

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Μια απίστευτη ιστορία του Β΄Παγκ. Πολέμου. Ο νεότερος στρατιώτης των ΗΠΑ που κατατάχθηκε για να γλυτώσει από την οικογενειακή κακοποίηση. Ήταν 12 χρόνων και πολέμησε γενναία σε συγκλονιστικές ναυμαχίες, όπου τραυματίστηκε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here