Απρίλιος του 1941. Τα γερμανικά στρατεύματα προελαύνουν ακάθεκτα στην Μακεδονία, μετά την κατάρρευση της ελληνοβρετανικής άμυνας. Σε κάποια χωριά της Φλώρινας και της Καστοριάς, οι Γερμανοί στρατιώτες έρχονται αντιμέτωποι με ένα περίεργο θέαμα. Ντόπιοι τους υποδέχονται με βουλγαρικές σημαίες, φωτογραφίες του Χίτλερ και του βασιλιά της Βουλγαρίας Βόρις και τους ραίνουν με άνθη.

Επρόκειτο για βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους των παραμεθόριων αυτών περιοχών.
Αμέσως μετά την είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην καθορισθείσα ιταλική ζώνη κατοχής της δυτικής Μακεδονίας, αρκετοί σλαβόφωνοι εκδηλώθηκαν υπέρ της Βουλγαρίας και συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.
Βούλγαροι προπαγανδιστές διέσπειραν φήμες περί ενσωμάτωσης της περιοχής στη Βουλγαρία και προέτρεπαν τους σλαβόφωνους κατοίκους να διώξουν τους λειτουργούς της ελληνικής πολιτείας, να κλείσουν τα ελληνικά σχολεία, να καταργήσουν τα κοινοτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια και να οργανώσουν την εκδίωξη των εγκατεστημένων προσφύγων του 1922.
Με την ενθάρρυνση, μάλιστα, των Βουλγάρων πρακτόρων αρκετά σλαβόφωνα χωριά της Καστοριάς και της Φλώρινας ύψωσαν βουλγαρικές σημαίες και έστησαν αψίδες προκειμένου να υποδεχθούν τον βουλγαρικό στρατό.
Κέντρο της βουλγαρικής προπαγάνδας ήταν η Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης. Από εκεί εξορμούσαν δεκάδες πράκτορες οι οποίοι, με υποσχέσεις και παροχές τροφίμων, προσπαθούσαν να πείσουν τους σλαβόφωνους κατοίκους να εγγραφούν στη Λέσχη.
Παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις τεράστιες δαπάνες, ο αριθμός αυτών που γράφτηκαν στη λέσχη ήταν μικρός.
Την άνοιξη του 1944, σε ολόκληρη τη Μακεδονία, αυτοί που είχαν ταυτότητα μέλους της Λέσχης ανέρχονταν σε περίπου 18.000, σε σύνολο 94.500 σλαβόφωνων.
Πολλοί απ’ αυτούς που δήλωσαν βουλγαρική εθνικότητα, το έπραξαν προκειμένου να εξασφαλίσουν τρόφιμα.

Καβάλα, 1943. Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής καταγράφουν εβραίους, τους οποίους θα παραδώσουν στους Γερμανούς. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».
Τα κομιτάτα και η Οχράνα

Η αλματώδης ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, τον χειμώνα του 1942-43, ώθησε τους Ιταλούς στη δημιουργία του «Κομιτάτου», δηλαδή του παραστρατιωτικού σώματος, επανδρωμένου αποκλειστικά με βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους.
Αυτοί αποδείχθηκαν μάστιγα για τα ελληνόφωνα χωριά της δυτικής λεκάνης του Αλιάκμονα, αλλά και για τους σλαβόφωνους οι οποίοι αρνούνταν πεισματικά να δηλώσουν Βούλγαροι.
Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943) δεν άφησε έκθετους τους βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους. Νέοι προστάτες τους αναδείχθηκαν οι Γερμανοί.
Με τη συνδρομή Βουλγάρων αξιωματικών-συνδέσμων, οι Γερμανοί δημιούργησαν ένα νέο παραστρατιωτικό σώμα διάδοχο του Κομιτάτου, που επίσημα ονομάστηκε «Τάγμα Εθελοντών», αλλά για τους ντόπιους έμεινε γνωστό ως «Οχράνα».
Από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 1944, η Οχράνα ενεπλάκη σε φονικές μάχες με τον ΕΛΑΣ, ενώ όποτε της δινόταν η ευκαιρία προέβαινε σε σκληρά αντίποινα, όπως συνέβη με την καταστροφή της Κλεισούρας.

Το SNOF

Το ΕΑΜ, ανήσυχο για τις δραστηριότητες της βουλγαρικής προπαγάνδας, αποφάσισε να προσεταιριστεί τους σλαβόφωνους δημιουργώντας μια νέα οργάνωση, υπό κομμουνιστική καθοδήγηση, η οποία θα πολεμούσε τον κατακτητή. Έτσι δημιουργήθηκε το SNOF (Slovenomakedonski Narodno Osloboditelen Front) δηλ. Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο.
Το καλοκαίρι του 1944, όταν πλέον είχε καταστεί σαφές ότι η ήττα της ναζιστικής Γερμανίας ήταν θέμα χρόνου, μεγάλο μέρος των βουλγαροφρόνων συνειδητοποίησε ότι είναι «Μακεδόνες» και μεταμορφώθηκε σε αντιστασιακούς με την κατάταξή του στο SNOF.
Έτσι η οργάνωση έγινε η «κολυμβήθρα» όπου αναβαπτίστηκαν πρώην κομιτατζήδες, «οχρανίτες» και φασίστες σε κομμουνιστές αντάρτες.
Εκείνοι λοιπόν ήταν που, αμέσως μετά την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, τους υποδέχθηκαν με άνθη, βουλγαρικές σημαίες και φωτογραφίες των Βόρις-Χίτλερ αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη» στα βουλγαρικά.  Οι ίδιοι, μόλις τρία χρόνια αργότερα, τραγουδούσαν «Λαοκρατία και όχι βασιλιά».
Αυτό που παρέμεινε βέβαια σταθερό ήταν ο ανθελληνισμός τους, καθώς πέτυχαν να μετατρέψουν το SNOF σε όργανο απόσχισης της ελληνικής Μακεδονίας.  Σε αυτή τους την προσπάθεια πολύτιμος σύμμαχος τους ήταν το κίνημα των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων του Τίτο.
Τελικά, έπειτα από πολλές παλινωδίες και κυρίως χάρη στην πίεση των μόνιμων αξιωματικών του, ο ΕΛΑΣ διέλυσε και αφόπλισε τα σλαβομακεδονικά αντάρτικα σώματα.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ανδρών των σωμάτων αυτών βρήκε φιλόξενο καταφύγιο στη Γιουγκοσλαβία.
Πάντως η μεγάλη πλειοψηφία των σλαβόφωνων κατοίκων της Μακεδονίας όχι μόνο αρνήθηκε να ακολουθήσει τα κελεύσματα της βουλγαρικής και αργότερα της γιουγκοσλαβικής προπαγάνδας  αλλά αναδείχθηκε και στον φανατικότερο υπερασπιστή της Ελλάδας.
Ο χαρακτηρισμός που τους απέδιδαν οι βουλγαρίζοντες συντοπίτες τους είναι ενδεικτικός: «γραικομάνοι» δηλ. φανατικοί Έλληνες.
Εκείνοι σε αυτό τον χαρακτηρισμό απαντούσαν: «Δεν είμαστε γραικομάνοι, αλλά πιστοί Ελληνες και η Ελλάς δεν θα πεθάνει ποτέ!».

Νίκος Γιαννόπουλος
ιστορικός

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
  Τι διαφορά έχουν οι Αρβανίτες της Ελλάδας από τους Αλβανούς; Πότε κατέβηκαν στην ελλαδικό χώρο και γιατί ο Μπερίσα τους αποκάλεσε λανθασμένα μειονότητα

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here