Τα χρόνια της κατοχής η φωτογραφία απαγορεύθηκε. Όσοι ήθελαν να τραβήξουν τους γερμανούς στρατιώτες στην πόλη, δεν μπορούσαν να βγουν ελεύθερα στους δρόμους με μία φωτογραφική μηχανή στο χέρι.

Τα κατάφερναν, όμως, κρυφά, με διάφορες παράτολμες μεθόδους. Τοποθετούσαν τη φωτογραφική σε μία σακούλα, την οποία τρυπούσαν για να βγαίνει έξω μόνο ο φακός. Έτσι μπορούσαν να κυκλοφορήσουν και να φωτογραφήσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς. Αυτό ήταν το κόλπο με το οποίο δημιούργησαν ένα σπάνιο αρχείο από την καθημερινότητα του πολέμου. Ένας από αυτούς που τους βοηθούσαν ήταν ο Δημήτρης Πικόπουλος, ο μηχανικός που κατασκεύασε την πρώτη και μοναδική φωτογραφική μηχανή στην Ελλάδα. Η «Μηχανή του Χρόνου» επισκέφθηκε το φωτογραφικό εργαστήριο της οικογένειας, που αποτελεί ταυτόχρονα και μουσείο για  τις φωτογραφικές μηχανές.

Ο περιζήτητος μικρασιάτης τεχνίτης

Ο πρωτεργάτης της Picca, όπως ονόμασε την κατασκευή του, ήρθε έφηβος στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Αναγκάστηκε να δουλέψει από μικρή ηλικία για να μπορέσει να στηρίξει και εκείνος την οικογένεια του, η οποία ξεριζώθηκε. Στα 17 του έφτιαξε ένα εργαστήριο, στο οποίο επισκεύαζε γραμμόφωνα. Καθοριστική ήταν η βοήθεια του πατέρα του, ο οποίος υπήρξε προϊστάμενός μηχανικός, με ειδικότητα εφαρμοστή, στο εργοστάσιο αυτοκινήτων του Άλεκ Ισιγόνη στη Σμύρνη. Δούλευε στη στοά Σπυρομήλιου, σε μια περίοδο που η φωτογραφία δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη. Μέχρι που η φήμη του εξαπλώθηκε και έγινε γνωστός μέσα από τον πρώτο φωτορεπόρτερ της χώρας. Ο Πέτρος Πουλίδης, που απαθανάτισε τη δολοφονία του πρωθυπουργού Δηλιγιάννη έξω από τη Βουλή, αναζητούσε έναν τεχνίτη να του επισκευάσει τη χαλασμένη του φωτογραφική. Ο Δημήτρης Πικόπουλος, χωρίς να έχει ξεκινήσει να ασχολείται με τις μηχανές, τα κατάφερε και την έφτιαξε. Γρήγορα η δουλειά του διαφημίστηκε και έγινε περιζήτητη σε όλη την πόλη. Όσοι ρωτούσαν τον Πουλίδη για φωτογραφικές μηχανές, έφταναν στα χέρια του Πικόπουλου. Μέσω της διαφήμισης από στόμα σε στόμα, ο παραδοσιακός τεχνίτης απέκτησε πελατεία.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 οι επαγγελματίες φωτογράφοι άρχισαν να πληθαίνουν. Το γραμμόφωνο γινόταν όλο και λιγότερο περιζήτητο, ενώ οι φωτογραφικές μηχανές εξαπλώνονταν. Ο Δημήτρης Πικόπουλος αντικατέστησε το εργαστήριο επισκευής γραμμοφώνων με εργαστήριο για τις φωτογραφικές μηχανές. Στα χρόνια της Κατοχής, όπως εξήγησε ο γιος του Νίκος στη Μηχανή του Χρόνου, επιβίωσε από την επισκευή των φωτογραφικών μηχανών. Μάλιστα είχε πελάτες «πονηρούς» γερμανούς στρατιώτες που ζητούσαν τη βοήθεια του. Πουλούσαν στη μαύρη αγορά τους ακριβούς φακούς από τα κιάλια τους και απευθύνονταν στον φωτοτεχνικό για να τους τα αντικαταστήσει με φθηνότερα, «της πλάκας». Ως αντάλλαγμα κέρδιζε τρόφιμα, φρούτα και κονσέρβες για την οικογένεια του.

Η κρατική αδιαφορία, ο ανταγωνισμός και η εκμετάλλευση του πολεμικού υλικού

Στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, το «ανήσυχο πνεύμα», όπως τον χαρακτηρίζει ο γιος του, έβαλε στόχο να φτιάξει μία βιομηχανία. Σχεδίασε την πρώτη ελληνική φωτογραφική μηχανή. H Picca, όπως την ονόμασε ο Πικόπουλος από το πρώτο συνθετικό του επιθέτου του, άρχισε να παράγεται χειροποίητα. Στα μετεμφυλιακά χρόνια αντιμετώπισε δυσκολίες. Το κράτος στάθηκε απέναντι του και δεν στήριξε την προσπάθεια του. Ο Πικόπουλος, για να επενδύσει στην κατασκευή του, χρειάστηκε σύγχρονα, αυτοματοποιημένα μηχανήματα και όχι χειροποίητες πρέσες. Γι’ αυτό και ζήτησε δάνειο 150.000 δραχμών. Με παράπονο, ο γιος του Νίκος, επισημαίνει ότι η Ελλάδα ποτέ δεν βοήθησε τέτοιες προσπάθειες βιομηχανίας. Θυμάται μάλιστα ότι την ίδια περίοδο, ο Ελληνοαμερικάνος επενδυτής Χειλάς δέχτηκε δάνειο 350.000 δραχμών για να στήσει τις επιχειρήσεις του στην Ελλάδα. Ο Πικόπουλος παρά τις οικονομικές και παραγωγικές δυσκολίες ολοκλήρωσε το εγχείρημά του. H Picca κατασκευάστηκε με παραδοσιακό και μη αυτοματοποιημένο τρόπο και βγήκε στην αγορά το 1953. Η τιμή της, 250 δραχμές, ήταν οικονομική σε σχέση με άλλες μηχανές από ξένες εταιρείες. Αν και οικονομική, το κόστος παραγωγής ήταν ακριβό. Η μοναδική ελληνική φωτογραφική μηχανή δεν άντεξε τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων που χρησιμοποιούσαν πλαστικό. Έτσι, αποσύρθηκε από την αγορά.

Η Picca έπαιρνε φιλμ 120 και το καρέ της ήταν 6×6 ή 6×4,5 εκ. Διέθετε μία μόνο ταχύτητα λήψης (1/50 sec), «ενσταντανέ» και «πόζα» (Β, δηλαδή λήψη μεγάλης διάρκειας). Ο φακός της, ο οποίος ήταν τοποθετημένος σε πτυσσόμενο σωλήνα για να μειώνει τον όγκο της, είχε φωτεινότητα f 8 και ένα ακόμα διάφραγμα στο f 11. Ήταν φτιαγμένος στη Γερμανία από τη γνωστή εταιρεία Enna Werk, η οποία τον χρησιμοποιούσε για παρόμοιες μηχανές δικής της σχεδίασης και κατασκευής.

Ο Πικόπουλος χρησιμοποιούσε μπρούτζο στις κατασκευές του. Δεν είχε τη δυνατότητα του πλαστικού. Στην καταχρεωμένη Ελλάδα από τους πολέμους, οι εισαγωγές είχαν απαγορευθεί. Γι΄αυτό και ο τεχνίτης χρησιμοποιούσε το ακριβό αλουμίνιο. Ωστόσο, ακόμη και αυτό ήταν δυσεύρετο. Υπήρχε μόνο από εγκαταλελειμμένο πολεμικό υλικό. Τα αδέρφια Ησαϊάδη συνέλεξαν ό,τι υλικό είχε απομείνει από τους Συμμάχους και σε συνεργασία με τον Πικόπουλο το εκμεταλλεύτηκαν. Πήραν τα φιλμ που χρησιμοποιήθηκαν για τις αεροφωτογραφίες του πολέμου και με ειδικές πρέσες, ο φωτοτεχνικός τα κατέστρεψε και έφτιαξε καινούργιες λωρίδες από φιλμ για να τις χρησιμοποιεί.

Ο Νίκος Πικόπουλος είναι και συλλέκτης παλαιών αυτοκινήτων. Όπως και στη φωτογραφική, τον μαγεύει ο μηχανισμός

Από τα χέρια του Πικόπουλου έχουν περάσει άπειρες μηχανές. Πολλές από αυτές έίναι διάσημων προσώπων. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν από τους σταθερούς του πελάτες. Ανάμεσα στις εκλεκτές επισκέψεις ήταν και αυτή του διάσημου Γάλλου φωτογράφου και κινηματογραφιστή, Ζακ Υβ Κουστώ.

H συλλογή από σπάνια μοντέλα μηχανών

Η Picca σήμερα αποτελεί συλλεκτικό κομμάτι. Από την αρχική παραγωγή των περίπου 400 μηχανών, τώρα κυκλοφορούν μόνο 10. Κάποιες από αυτές βρίσκονται στα χέρια συλλεκτών. Όταν μάλιστα μία από αυτές χρειάστηκε επισκευή, επέστρεψε στο περιβάλλον της, στο εργαστήρι του Πικόπουλου. Ο ιδιοκτήτης ξαφνιάστηκε όταν αντίκρισε ξανά ένα από τα κομμάτια της παραγωγής του. «Δίνουμε εγγύηση εφ’ όρου ζωής απάντησαν στον πελάτη και φυσικά δεν μπόρεσαν να χρεώσουν την επισκευή του «παιδιού» τους.
Οι υπόλοιπες βρίσκονται στο «μουσείο φωτογραφικών μηχανών» που έχει δημιουργήσει ο Νίκος Πικόπουλος, στην οδό Λέκκα. Κρυμμένο στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, συλλέκτες και λάτρεις της φωτογραφίας βρίσκουν εκεί το δικό τους «ιατρείο μηχανών».
Εκατοντάδες ιστορικές μηχανές, φακοί του 19ου αιώνα, βιντεοκάμερες εποχής και φυσούνες επιβάλλονται στο χώρο.
Πολλά από αυτά έχουν πουληθεί από συλλέκτες, που θέλησαν να αντικαταστήσουν τα παλιά τους μοντέλα με σύγχρονα.
Υπάρχει όμως και μια βιτρίνα που ανήκει αποκλειστικά στον Νίκο Πικόπουλο. Είναι η προσωπική του συλλογή. 500 ιστορικές φωτογραφικές μηχανές στολίζουν τις βιτρίνες του.
Μηχανές που έχει αγοράσει από δημοπρασίες, μοντέλα που έχουν γράψει ιστορία στο χώρο της φωτογραφίας και φακοί που εντόπισε από συλλέκτες δεσπόζουν στην προσωπική του συλλογή. Μπορεί να δει κανείς δυσεύρετα μοντέλα του εργοστασίου της Rollyflex, που πλέον έχει κλείσει και ακόμη πιο σπάνια από την Leica. Aυτά τα συλλεκτικά κομμάτια δεν τα αγγίζει κανείς.

Αριστερά: Ξύλινη κατασκευή βιντεοκάμερας. Αποτελεί αντίγραφο που ζητήθηκε από την επιχείρηση για κινηματογραφική ταινία. Δεξιά: η φυσούνα που χρησιμοποιήθηκε στις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη

Με περηφάνια υποστηρίζει, ότι είναι από τους λίγους που ξέρουν να φτιάχνουν φυσούνες του ’20 και του ’30, ενσωματώνοντάς τες σε παλιές φωτογραφικές μηχανές. Ακόμη και γι΄αυτές υπάρχει ένας ξεχωριστός χώρος. Μια βιτρίνα μόνο με φυσούνες. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει μια φωτογραφική μηχανή που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία «Οι νύφες», του Παντελή Βούλγαρη. Αυτή δεν ήταν η μοναδική φορά που κινηματογραφικές παραγωγές απευθύνθηκαν στον Πικόπουλο για τις ανάγκες ταινιών τους. Στα συλλεκτικά τους κομμάτια κρατούν και ένα αντίγραφο κινηματογραφικής κάμερας. Κατασκευάστηκε εξολοκλήρου από το εργαστήριο του και χρησιμοποιήθηκε σε ταινία.

Η δεύτερη και η τρίτη γενιά του μαγαζιού. Αριστερά, ο Νίκος Πικόπουλος και δεξιά ο γιος Φίλιππος Πικόπουλος, ο οποίος έχει αναλάβει την επιχείρηση

«Η φωτογραφία είναι δημιουργία»

Σήμερα το μαγαζί έχει περάσει στην τρίτη γενιά μηχανικών, στα χέρια του Φίλιππου Πικόπουλου. Καθημερινά εξυπηρετούν τους λάτρεις της φωτογραφίας, αυτούς που ζουν την εμπειρία με τους φακούς. Είναι οι νοσταλγοί του αναλογικού μηχανισμού. Επιμένουν στην επιλογή και στην εμφάνιση του φιλμ, ενώ αρνούνται να μπλεχτούν με εκατομμύρια φωτογραφιών που χάνονται μέσα σε αρχεία και κατά κανόνα δεν εκτυπώνονται. Άλλωστε η φωτογραφία, όπως λέει ο Νίκος Πικόπουλος, «είναι πραγματική δημιουργία. Είναι η ιστορία γραμμένη, εύκολα διαβασμένη…»

Της Μαριάννας Χιονά

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: O φωτογράφος που αποκάλυψε τις θηριωδίες των Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στο πογκρόμ του 1955. Δημήτρης Καλούμενος ο αφανής ήρωας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here