«Κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον θα υπάρξει μέρα που αυτό εδώ το βιβλίο δεν θα χρειάζεται να κυκλοφορεί πια. Θα είναι τότε που εμείς, ως φυλή, θα έχουμε αποκτήσει ίσα δικαιώματα και προνόμιο με όλους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα είναι μια σπουδαία μέρα για εμάς να πετάξουμε αυτή την έκδοση αφού θα έχουμε τη δυνατότητα να πάμε οπουδήποτε θέλουμε χωρίς ντροπή».

Αυτά ήταν τα λόγια με τα οποία ο εκδότης εισήγαγε τους αναγνώστες στην έκδοση του «Πράσινου βιβλίου», τον οδηγό πορείας, που για τριάντα χρόνια, διέθετε κάθε Αφροαμερικανός για να ταξιδεύει. Στις σελίδες του φιλοξενούσε μια λίστα από ξενοδοχεία, εστιατόρια, συνεργεία για τα αυτοκίνητα και μπαρμπέρικα που ήταν ασφαλή και φιλόξενα για τους Αφροαμερικανούς ταξιδιώτες. Σε μια Αμερική, όπου οι νόμοι του Τζιμ Κρόου, που επέβαλαν το φυλετικό διαχωρισμό στον Νότο, ήταν σε ισχύ, το «Πράσινο βιβλίο» ήταν απαραίτητο για κάθε μαύρο που ήθελε να ταξιδέψει χωρίς να ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα.

Ο σωτήριος χάρτης για τους Αφροαμερικανούς ταξιδιώτες

Το «Πράσινο Βιβλίο του Νέγρου Αυτοκινητιστή», όπως ήταν ο τίτλος του, πρωτοδημοσιεύθηκε το 1936 από τον Βίκτορ Χιούγκο Γκριν, έναν ταχυδρόμο που αργότερα έγινε εκδότης. Όπως οι περισσότεροι Αφροαμερικανοί στα μέσα του 20ου αιώνα, μεγάλωσε με τον φόβο των διακρίσεων που αντιμετώπιζαν οι μαύροι έξω από τις γειτονιές τους. Οι ταμπέλες με την αναγραφή «Μόνο λευκοί», περιόριζαν τις επιλογές τους, ενώ τους ειδοποιούσαν ότι δεν υπήρχαν ασφαλείς χώροι για φαγητό και ύπνο. Ο εκδότης του «Πράσινου Βιβλίου» εμπνεύστηκε από παρόμοια βιβλία που είχαν γραφτεί για τους Εβραίους κι έτσι έκανε τη δική του προσπάθεια να βοηθήσει του Αφροαμερικανούς να ταξιδεύουν με ασφάλεια.

Το πράσινο βιβλίο θεωρήθηκε ο σωτήριος χάρτης για τα ταξίδια των Αφροαμερικανών

Στην αρχή το βιβλίο κυκλοφορούσε με λίγες σελίδες χρηστικών πληροφοριών και μοιραζόταν από χέρι σε χέρι και σε όποιον μαύρο ήθελε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι. Οι πληροφορίες αφορούσαν μόνο την πολιτεία της Νέας Υόρκης, όμως πολύ σύντομα επεκτάθηκε με οδηγίες σχεδόν για όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ. Περιλάμβανε κυρίως χώρους που είτε είχαν ιδιοκτήτες μαύρους είτε είχε επαληθευθεί ότι δεν υπήρχαν διακρίσεις. Έκανε αναφορά και σε πόλεις που δεν διέθεταν κανένα ξενοδοχείο φιλόξενο σε μαύρους.
Το βιβλίο παρείχε ακόμη διευθύνσεις από ιδιοκτήτες που ήταν πρόθυμοι να φιλοξενήσουν τους ταξιδιώτες στα σπίτια τους. Το βιβλίο ανανεωνόταν κάθε χρόνο με καινούργιες καταχωρίσεις, ενώ πουλούσε περίπου 15.000 αντίτυπα. Το έργο του Γκριν θεωρήθηκε χρηστικό και αλλά και μία ξεκάθαρη διακήρυξη για τα δικαιώματα των μαύρων, μία καταγραφή της κοινωνικής βίας που υπήρχε στην Αμερική της εποχής του.

Ο εκδότης του πέθανε το 1960 έχοντας κυκλοφορήσει τον Οδηγό για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Η γυναίκα του, Άλμα, ήταν αυτή που ανέλαβε την έκδοση για τα επόμενα. Η ευχή του εκδότη να «υπάρξει μέρα που να μη χρειάζεται να κυκλοφορεί πια το βιβλίο» έγινε πραγματικότητα με την ψήφιση του Νόμου περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το Κογκρέσο το 1964 και την απαγόρευση του διαχωρισμού σε δημόσιους χώρους. Το Βιβλίο έχασε αναπόφευκτα την πρακτική του αξία, μέχρι που σταμάτησε οριστικά να εκδίδεται το 1966.

Η αληθινή ιστορία του Ντον Σίρλεϊ

Το «Πράσινο βιβλίο» έδωσε το όνομα του στην ομώνυμη ταινία του Πίτερ Φαρέλι, που κέρδισε τρία βραβεία Όσκαρ: καλύτερης ταινίας, πρωτότυπου σεναρίου και β’ ανδρικού ρόλου. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται το 1962, τότε που ακόμη ο ταξιδιωτικός οδηγός ήταν πρακτικός για τους μαύρους που σκόπευαν να ταξιδέψουν στη βάναυσα φυλετικά διαχωρισμένη Αμερική. Η βραβευμένη ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και πραγματεύεται το ταξίδι του παγκοσμίου φήμης Αφροαμερικανού πιανίστα Ντον Σίρλει με τον Ιταλοαμερικανό Τόνι Λιπ ως οδηγό και σωματοφύλακα του στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ στο πλαίσιο μιας περιοδείας του.
Ο σωματοφύλακας Τόνι Λιπ μαζί με τον Ντον Σίρλεϊ σε μια σκηνή της ταινίας Green Book. Πηγή φωτογραφίας: Youtube
Ο Ντον Σίρλεϊ ήταν ένας σπουδαίος μαύρος μουσικός που πάλεψε για να αλλάξει τον ρατσιστικό κόσμο των νότιων πολιτειών. «Η αξιοπρέπεια πάντα νικάει» λέει με στόμφο ο Μαχέρσαλα Αλί που υποδύεται τον Σίρλεϊ σε ένα σημείο της ταινίας. Ξεκίνησε το πιάνο σε ηλικία μόλις 2 ετών, ενώ διακρίθηκε ως πιανίστας και συνθέτης κλασικής και τζαζ μουσικής. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ηχογράφησε πολλά άλμπουμ και συνέθεσε συμφωνική μουσική, κονσέρτα για πιάνο και τσέλο, ακόμη και όπερα. Ο Σίρλεϊ είχε σπουδάσει ψυχολογία, μουσική, λειτουργικές τέχνες, ήξερε πολλές ξένες γλώσσες και ήταν ένας μουσικός που συναναστρεφόταν με την καλή κοινωνία της Αμερικής. Επέλεξε να κάνει μία περιοδεία για να επιβάλλει την αξιοπρέπεια του. Στο ταξίδι του προσέλαβε τον Ιταλοαμερικανό μπράβο της νύχτας Τόνι «Λιπ» Βαλελόνγκα, ως σοφέρ και σωματοφύλακά του για να τον προστατεύει στο ταξίδι του από το φυλετικό μίσος. Στο ταξίδι τους ο σωματοφύλακας ακολουθεί τις συμβουλές του Πράσινου Βιβλίου.

Οι αντιδράσεις της οικογένειας

Ο μοναδικός αδελφός του Ντον Σίρλεϊ, Μορίς, «αποκήρυξε» την ταινία, υποστηρίζοντας ότι όλα είναι κατασκεύασμα μυθοπλασίας. «Ο αδελφός μου δεν θεώρησε ποτέ τον Τόνι φίλο του», δήλωσε. «Ήταν απλά ένας υπάλληλός του, ήταν ο σοφέρ του», συμπλήρωσε. Συγγενείς όμως του Σίρλεϊ καταδίκασαν την ταινία γιατί η παραγωγή δεν επικοινώνησε με την οικογένεια του Σίρλεϊ παρά μόνο μετά την ολοκλήρωση του φιλμ. Σύμφωνα, ωστόσο, με την ταινία, ο Σίρλεϊ δεν είχε καθόλου καλή σχέση με την οικογένειά του.

Ο Ντον Σίρλεϊ ήταν ένας σπουδαίος μαύρος μουσικός που πάλεψε για να αλλάξει τον ρατσιστικό κόσμο των νότιων πολιτειών, Πηγή φωτογραφίας: Youtube

Τον Ιανουάριο του 2019 σε μια συνέντευξη του ο γιος του Ιταλού μαφιόζου, Νικ Βαλελόνγκα που υπέγραψε και το σενάριο της ταινίας υποστήριξε ότι υπήρχε φιλία μεταξύ των δύο αντρών. Παράλληλα εξήγησε ότι ο Σίρλεϊ πριν πεθάνει το 2013 του είχε ζητήσει, όταν γράφει την ιστορία του να μην μιλήσει με κανέναν άλλο. Ο μουσικός σύμφωνα με τον Νικ Βαλελόνγκα ήθελε να προβληθούν μόνο συγκεκριμένα κομμάτια της ζωής του, να γίνει γνωστό δηλαδή μόνο ότι έγινε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Εφόσον η οικογένεια του μουσικού δεν ήταν μέρος του ταξιδιού, ο σεναριογράφος δικαιολόγησε τη στάση του να μην μιλήσουν με κάποιον από τους συγγενείς, καθώς «ήταν επιθυμία του Σίρλεϊ».

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας αποκάλυψε πως δεν γνώριζε ότι υπήρχαν συγγενείς του ήρωα που υποδυόταν για να τους συναντήσει  και να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του. Το ίδιο δήλωσε και ο σκηνοθέτης Πίτερ Φαρέλι, ενώ αντίθετα ο Βίγκο Μόρτενσεν θεώρησε άδικη την επίθεση της οικογένειας του Σίρλεϊ και δείγμα που επιβεβαιώνει την όχι και τόσο ζεστή σχέση τους με τον διάσημο πιανίστα.

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Η συγκλονιστική σκηνή της ταινίας «Ο Πιανίστας» όταν ο απελπισμένος Σπίλμαν έπαιξε πιάνο για τον Γερμανό αξιωματικό, που τον προστάτευσε για το υπόλοιπο του πολέμου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here