Το Επταπύργιο, που δεσπόζει στην Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης, υπήρξε μια από τις σκληρότερες ελληνικές φυλακές. Το φρούριο έγινε γνωστό με την οθωμανική ονομασία «Γεντί Κουλέ», που σημαίνει «επτά πύργοι», ενώ πήρε το όνομά του από τους επτά πύργους που κοσμούν τα τείχη της πόλης.
Χιλιάδες πολίτες φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν από τη δεκαετία του 1860, όπου το κτίριο μετατράπηκε σε φυλακές. Από τη δεκαετία του 1910 και ειδικά μετά την ανάπτυξη του εργατικού και αριστερού κινήματος στη Βόρεια Ελλάδα και την έντονη δραστηριοποίηση της Φεντερασιόν, άρχισαν οι συλλήψεις συνδικαλιστών, οι οποίοι οδηγούνταν κατευθείαν στις φυλακές του Επταπυργίου. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται στο Επταπύργιο και οι πρώτες ομάδες πολιτικών κρατουμένων.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης, μεταξύ 1926 και 1936. Το 1925 συνελήφθη και φυλακίστηκε στο Επταπύργιο αλλά απέδρασε «κάτω από την μύτη» των δεσμοφυλάκων του. Πηγή φωτογραφίας Wikimedia commons

Το 1925 συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη μαζί με άλλα μέλη του κόμματος ο μετέπειτα γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, ο οποίος και οδηγήθηκε κατευθείαν στο Επταπύργιο. Μετά από λίγους μήνες, με ένα πανέξυπνο κόλπο κατάφερε να ξεγελάσει τους δεσμοφύλακες και να φύγει ανενόχλητος από την κεντρική πύλη της φυλακής.
Άρχισε να αφήνει μούσι και να μακραίνει τα μαλλιά του, τόσο μακριά που προκαλούσε τα πειράγματα των συγκρατουμένων του. Ο ίδιος απαντούσε το ίδιο πειρακτικά λέγοντας, “Θέλω να γίνω παπάς” ή “μπορεί να πάω και στο Άγιο Όρος”. Περνώντας οι μέρες, η πειθαρχημένη συμπεριφορά του κέρδισε την εμπιστοσύνη όλων και κυρίως των δεσμοφυλάκων. Κυρίως όμως, όλοι συνήθισαν την ιδιαίτερη εμφάνιση του με το μακρύ μούσι και τα μακριά μαλλιά.
Σε ένα κυριακάτικο επισκεπτήριο εμφανίστηκε μια κοπέλα, η οποία δήλωσε αρραβωνιαστικιά του κρατούμενου Ζαχαριάδη. Στο Γεντί Κουλέ, το επισκεπτήριο γινόταν σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου συναντιόνταν όλοι μαζί, κρατούμενοι και επισκέπτες. Με το τέλος του επισκεπτηρίου οι δεσμοφύλακες διαπίστωσαν ότι ο νεαρός κομμουνιστής απουσίαζε. Μετά από έρευνες διαπιστώθηκε ότι είχε αποδράσει ανακατεμένος με τους επισκέπτες. Ήταν μάλιστα κουρεμένος και ξυρισμένος, φορούσε καθαρά ρούχα και κομψό καπέλο, τα οποία είχε μεταφέρει η νεαρή επισκέπτρια του. Έφυγε αθόρυβα, χωρίς να κινήσει την παραμικρή υποψία στους φύλακες, από την κεντρική πύλη της πιο σκληρής φυλακής της χώρας.

Η απόδραση με την ομπρέλα 

Ο τρομερός λήσταρχος Τζατζάς, από τους πρώτους που απέδρασαν από τις σκληρές φυλακές του Γεντί Κουλέ.

Το Γεντί Κουλέ θεωρούνταν μια σκληρή φυλακή, από την οποία ήταν δύσκολο να αποδράσει οποιοσδήποτε κρατούμενος, ποινικός ή πολιτικός. Λίγο καιρό πριν από τον Ζαχαριάδη, τον Ιανουάριο 1925, είχε σημειωθεί μια θεαματική απόδραση από το Γεντί Κουλέ. Η απόδραση του λήσταρχου Τζατζά, του αποκαλούμενου ως «Δον Ζουάν των Ορέων», που είχε πραγματοποιήσει ληστείες εντυπωσιακές απαγωγές βουλευτών και ληστείες. Είχε συλληφθεί μαζί με τον σύντροφό του Μπουρλή, μετά από συνεργασία της ελληνικής και της σερβικής κυβέρνησης και είχε οδηγηθεί στο Γεντί Κουλέ.
Η φυλακή όμως δεν ήταν για τον Τζατζά. Δύο μήνες μετά τη σύλληψή του, πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή απόδραση. Στο επισκεπτήριο,μια γυναίκα του πήγε μια μεγάλη ομπρέλα, στο μέγεθος ομπρέλας θαλάσσης. Κανείς δεν αντιλήφθηκε με ποιον τρόπο την πέρασε στην φυλακή. Ο Τζατζάς, αφού έκοψε τα σίδερα της φυλακής, πήδηξε από το κάστρο ανοίγοντας την ομπρέλα, που λειτούργησε σαν αλεξίπτωτο. Πίσω του πήδηξε και ο συνεργός του, ο οποίος όμως έπεσε και τραυματίστηκε. Ο Τζατζάς δεν ήθελε να τον αφήσει, ο Μπουρλής τον παρακαλούσε να τον εγκαταλείψει για να γλυτώσει τουλάχιστον ο ένας. Ο Τζατζάς πείστηκε κι έτσι ο Μπουρλής συνελήφθη και εκτελέστηκε.
Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Τζατζάς και ο συνεργός του δραπέτευσαν με τη βοήθεια ενός φύλακα και του αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης, τους οποίους δωροδόκησαν οι δύο λήσταρχοι.

Πώς έγινε φυλακή το Επταπύργιο

Το κτίριο χτίστηκε την εποχή των Παλαιολόγων ως φρούριο για να στρατοπεδεύει η φρουρά και να καταφεύγουν οι κάτοικοι σε περίπτωση επιθέσεων ή ξαφνικών επιδρομών.
Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα λειτούργησε πότε ως φρουραρχείο και πότε ως στρατώνας.
Η ανάγκη για φυλακή προέκυψε γύρω στο 1860 μετά από έναν μεγάλο σεισμό που είχε σημειωθεί στη Θεσσαλονίκη.
Τότε καταστράφηκε το λεγόμενο κονάκι του πασά, δηλαδή το σημερινό κτίριο του υπουργείου Μακεδονίας- Θράκης, όπου στο ισόγειο και στο υπόγειο χρησιμοποιούνταν σαν φυλακή.
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, το Γεντί Κουλέ πέρασε στην κυριότητα του ελληνικού κράτους και χτίστηκαν βοηθητικοί χώροι ώστε το κτίριο να είναι λειτουργικό.
Η εσωτερική αυλή ήταν χωρισμένη με φράχτες σε τμήματα, παρατηρητήριο, εκκλησάκι, κελιά απομόνωσης, φυλακές γυναικών και στρατιωτική πτέρυγα. Ο χώρος εκτελέσεων βρισκόταν 300 μέτρα έξω από τις φυλακές.
Εκεί εκτελέστηκαν αρκετοί κατάδικοι, αλλά και αγωνιστές από τις γερμανικές δυνάμεις την περίοδο της κατοχής.
Από την αρχή της λειτουργίας τους είναι μία από τις χειρότερες φυλακές, που λειτούργησαν ποτέ στον ελληνικό κράτος.
Στους θαλάμους κυριαρχούσαν από τη μια η βία και από την άλλη η υγρασία. Οι συνθήκες συγκρίνονταν μόνο με αυτές των σκληρών φυλακών της Κέρκυρας.

Το Γεντί Κουλέ λειτούργησε ως φυλακή για έναν περίπου αιώνα. Χαρακτηρίστηκε κολαστήριο για τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης. Έπαψε οριστικά να λειτουργεί ως φυλακή το 1989 και μετατράπηκε σε μουσείο.

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι». Ακούστε πως ήταν το αρχικό τραγούδι που λογοκρίθηκε και παρουσιάστηκε ως ερωτικό. Γράφτηκε από τον Καλδάρα για τους πολιτικούς κρατούμενους που υπέφεραν στο Γεντί Κουλέ…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here