Το 1960 υπογράφτηκαν οι συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου, που οδήγησαν στη δημιουργία ανεξάρτητου Κυπριακού  κράτους. Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Μεγάλη Βρετανία ορίζονταν ως εγγυήτριες δυνάμεις. 

Ως σύστημα διακυβέρνησης της Κύπρου, ορίστηκε η Προεδρική Δημοκρατία με πρόεδρο Ελληνοκύπριο και αντιπρόεδρο Τουρκοκύπριο εκλεγμένους, τον πρώτο από τους ελληνικής και τον δεύτερο από τους τουρκικής καταγωγής κατοίκους του νησιού. Και ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος οπλίζονταν με το δικαίωμα του βέτο για θέματα της εξωτερικής πολιτικής, των ενόπλων δυνάμεων, της ασφάλειας κλπ.

– Το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποτελούνταν από επτά Ελληνοκύπριους και τρεις Τουρκοκύπριους.

– Θα υπήρχε μία ενιαία Βουλή, όπου το 70% των εδρών θα το είχαν οι Ελληνοκύπριοι και το 30% οι Τουρκοκύπριοι (οι δύο κοινότητες θα ψήφιζαν ξεχωριστά η κάθε μία). Επίσης θα υπήρχαν δύο ακόμη κοινοβούλια, ένα ελληνοκυπριακό και ένα τουρκοκυπριακό, που θα αποφάσιζαν για τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και πνευματικά ζητήματα των δύο κοινοτήτων.

– Η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε στρατό δύο χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους το 60% θα ήταν Ελληνοκύπριοι και το 40% Τουρκοκύπριοι. Αρχικά στο νησί αναπτύχθηκαν η ΕΛΔΥΚ και η ΤΟΥΡΔΥΚ, με δύναμη 950 και 650 άντρων αντίστοιχα.  Η συμφωνία προέβλεπε στο καθεστώς διακυβέρνησης και συνεργασία μεταξύ των δυο κοινοτήτων, ενώ ο πρόεδρος θα ήταν ελληνοκύπριος και ο αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος.

Σύντομα αναπτύχθηκαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των δυο κοινοτήτων, κυρίως σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Βλέποντας ότι το σύστημα διακυβέρνησης της Κύπρου ήταν ιδιαίτερα δυσλειτουργικό, ο πρόεδρος Μακάριος αντέδρασε.

Την 30η Νοεμβρίου 1963 ,ο Μακάριος πρότεινε 13 σημεία αναθεώρησης του συντάγματος προκαλώντας την οργή της Άγκυρας αλλά και των Τουρκοκυπρίων , με τους τελευταίους να κάνουν λόγο για προσπάθεια μείωσης των δικαιωμάτων τους.

Στις 30 Νοεμβρίου 1963 ο Μακάριος πρότεινε 13 σημεία αναθεώρησης του Συντάγματος. Wikipedia

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα,  διεξήχθησαν εκλογές , στις οποίες εξελέγη πρωθυπουργός  ο Γεώργιος Παπανδρέου. Σε όλο το νησί ,εκείνο το διάστημα, υπήρχαν ένοπλες ομάδες, ενώ οι Τουρκοκύπριοι λάμβαναν στρατιωτικό υλικό από την Τουρκία.

Τα Ματωμένα Χριστούγεννα του 1963. Τότε ορίστηκε και η «Πράσινη Γραμμή» στη Λευκωσία 

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1963 έφτασαν πληροφορίες στο υπουργείο εξωτερικών της Κύπρου ότι επίκεινται παράδοση μεγάλου αριθμού όπλων από τους Τουρκοκύπριους της Λευκωσίας, σε συμπατριώτες τους εκτός της Κυπριακής πρωτεύουσας.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1963 μια αστυνομική περίπολος ελληνοκυπρίων , επιχείρησε να πραγματοποιήσει έλεγχο σε αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν τουρκοκύπριοι, έξω από την παλιά πόλη της Λευκωσίας. Η άρνηση των τουρκοκυπρίων οδήγησε σε συμπλοκή που κόστισε τη ζωή σε δυο τουρκοκύπριους.

Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε όλο το νησί, με τους Τουρκοκύπριους ενόπλους να επιτίθενται σε κυβερνητικά κτίρια και να επιχειρούν να καταλάβουν το αρχηγείο της αστυνομίας στην Αμμόχωστο.

Διαβάστε ακόμα: «Θυμηθείτε την Αμμόχωστο». Η ιαχή με την οποία οι Ενετοί επιτέθηκαν στους Οθωμανούς για να εκδικηθούν τη σφαγή στην πολιορκία της Αμμοχώστου. Οι Τούρκοι είχαν γδάρει τον ηγέτη τους, που δεν έβγαλε καν βογγητό

Τα Χριστούγεννα, η ΤΟΥΡΔΥΚ βγήκε από το στρατόπεδο της με σκοπό να βοηθήσει τους τουρκοκύπριους, ενώ ο Μακάριος από την άλλη διέταξε την ΕΛΔΥΚ να παραμείνει εντός βάσης της, καθώς δεν επιθυμούσε να εμπλέξει την Ελλάδα σε πιθανό πόλεμο με την Τουρκία.

Οι συγκρούσεις κράτησαν μέχρι της 28 Δεκεμβρίου 1963 και σταμάτησαν με την επέμβαση των 3 εγγυητριών δυνάμεων. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία της πράσινης γραμμής στη περιοχή της Λευκωσίας. Παράλληλα ο ΟΗΕ εγκαταστάθηκε στη Κύπρο, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.

Η πληθυσμιακή σύνθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την εγκαθίδρυσή της το 1960. Πηγή: wikipedia 

Η αποστολή της ελληνικής μεραρχίας

Τα γεγονότα των Χριστουγέννων του 1963 προκάλεσαν φόβο και ανασφάλεια στην Ελληνική κυβέρνηση ότι επίκειται τουρκική επέμβαση στην Κύπρο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε να αποστείλει κρυφά στο νησί μια μεραρχία με 8.500 χιλιάδες άνδρες με 3 συντάγματα πεζικού, 2 μοίρες καταδρομών και 2 ίλες αρμάτων.

Η μυστική κάθοδος της μεραρχίας, ωστόσο ήταν γνωστή στους εμπλεκόμενους. Τόσο  Αμερικανοί όσο και Βρετανοί, ήθελαν με την μεραρχία, για να δώσουν το μήνυμα ότι ελέγχουν τον Μακάριο, ο οποίος είχε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Σοβιετική Ένωση και φοβόντουσαν μήπως μετατραπεί σε  Φιντέλ Κάστρο της Μεσογείου. Επιπλέον πίστευαν ότι θα απέτρεπε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη.

Τα γεγονότα του 1964

Το βράδυ της 5ης Αυγούστου ξεκίνησαν και πάλι συγκρούσεις μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Η Κυπριακή εθνοφρουρά κατέλαβε τα υψώματα του Λωροβούνου και ετοιμάζονταν να καταλάβει τα Κόκκινα στο βόρειο τμήμα του νησιού. Η Τουρκία αντέδρασε και ξεκίνησε αεροπορικές επιδρομές, οι οποίες κόστισαν τη ζωή σε 55 ελληνοκύπριους, ενώ μοίρα του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, έφτασε σε απόσταση αναπνοής από τα Κυπριακά χωρικά ύδατα.

Τελικά, η κρίση εκτονώθηκε με επέμβαση των αμερικανών οι οποίοι φοβήθηκαν τυχόν επέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Σάιρους Βανς, ορίζεται ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Τζόνσον με κύρια αποστολή του την αποφυγή ελληνοτουρκικής σύρραξης.

«Επιχείρηση Κοφίνου» τον Νοέμβριο του 1967.

Το 1967 η Ελληνική κυβέρνηση ανατράπηκε από τη Χούντα των συνταγματαρχών. To νέο καθεστώς είχε πατριωτική ρητορική, αλλά -όπως αποδείχτηκε- απογύμνωσε αμυντικά την Κύπρο. Είχαν μεσολαβήσει νέα αιματηρά γεγονότα στη μεγαλόνησο. Το κυριότερο διαδραματίστηκε στην Κοφίνου 24 χλμ. νοτιοδυτικά της Λάρνακας, κοντά στον κύριο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού.

Οι Τουρκοκύπριοι στην περιοχή ελέγχονταν από τον τοπικό διοικητή Τσιετίν, που ανήκε στην παραστρατιωτική τουρκική οργάνωση ΤΜΤ. Η Κοφίνου έλεγχε τον οδικό άξονα Λευκωσίας-Λεμεσού και τουρκοκυπριακές δυνάμεις εμπόδιζαν την οδική κυκλοφορία.

Το φθινόπωρο του 1967 ένοπλοι Τουρκοκύπριοι έστησαν ενέδρα για να παρεμποδίσουν την κυκλοφορία οχημάτων. Η κυπριακή αστυνομία αντέδρασε και επιχείρησε περιπολίες στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Κοφίνου, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με ένοπλους Τουρκοκυπρίους. Η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε να επιστρατεύσει το Γρίβα για να τους αφοπλίσει. Η κινητοποίηση όμως, από πλευράς Γρίβα, ισχυρότατων στρατιωτικών δυνάμεων εναντίον μίας, όπως αποδείχθηκε, ολιγομελούς ομάδας ενόπλων, ερμηνεύθηκε ως «φιάσκο».

Στις 14 Νοεμβρίου 1967 δυνάμεις των ελληνοκυπρίων με επικεφαλής τον  Γρίβα Διγενή μπήκαν στο Τουρκοκυπριακό χωριό Αγίου Θεοδώρου, με τις συγκρούσεις να γενικεύονται την επόμενη 15 Νοεμβρίου 1967. Οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν στις 15 Νοεμβρίου το χωριό της Κοφίνου.

Ο απολογισμός των συγκρούσεων ήταν τραγικός. Σκοτώθηκαν συνολικά 24 Τουρκοκύπριοι, 9 τραυματίστηκαν και περίπου 1.000 έμειναν άστεγοι. Ανάμεσα στα θύματα, ήταν και γυναικόπαιδα. Από ελληνοκυπριακής πλευράς, ένας στρατιώτης έχασε τη ζωή του.

Ο Γρίβας με τους επιτελείς του στο καφενείο του χωριού Κοφίνου, μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης της Εθνικής Φρουράς. Σε μερικές μέρες πήρε το αεροπλάνο και επέστρεψε στην Ελλάδα με εισιτήριο μιας διαδρομής.

Η Τουρκία αντέδρασε άμεσα απειλώντας με στρατιωτική επέμβαση και ο ΟΗΕ ζήτησε από την Λευκωσία να σταματήσει αμέσως τις επιχειρήσεις.

Οι ελληνικές δυνάμεις επέστρεψαν στις αρχικές τους θέσεις. Ωστόσο στην Τουρκία γίνονταν μαζικές διαδηλώσεις εναντίον των ελληνοκύπριων, ενώ τουρκικές εφημερίδες σε δημοσιεύματα τους, τόνιζαν ότι η εισβολή είναι θέμα χρόνου. Οι Τούρκοι ζητούσαν την άμεση αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας, αφενός και του Γρίβα αφετέρου. Παράλληλα η Τουρκία επιθυμούσε την άμεση διάλυση της εθνοφρουράς.

Η αντίδραση των Αμερικανών

ΟΙ ΗΠΑ επενέβησαν άμεσα με στόχο να αποτρέψουν μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Ο υφυπουργός άμυνας Σάιρους Βανς ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Η αμερικανική συμβιβαστική πρόταση βρήκε ανικανοποίητη την τουρκική πλευρά, που ζητούσε την απομάκρυνση του ελληνικού Στρατού από την Κύπρο, την  ανάκληση του Στρατηγού Γρίβα και τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς. Στην ουσία επρόκειτο για τελεσίγραφο καθώς ο αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, Στρατηγός Τουράλ, δήλωνε ξεκάθαρα ότι θα γίνει απόβαση στην Κύπρο αν δεν γίνουν δεκτές οι απαιτήσεις της Τουρκίας.

Η Χούντα των Αθηνών που δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ.  Μέσω του υπουργού Εξωτερικών του καθεστώτος Παναγιώτη Πιπινέλη έκανε αμέσως δεκτό το αίτημα της Άγκυρας. Στις 19 Νοεμβρίου 1967 ο Στρατηγός Γρίβας έπαιρνε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Από τα τέλη του 1967, άρχισε σταδιακά και η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, που ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1968. Το μόνο που κατάφερε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν να μην διαλυθεί η Εθνική Φρουρά.

Οι ευθύνες

Σε μια αποκαλυπτική συζήτηση στην βουλή για τον «Φάκελο της Κύπρου» στις 21 Δεκεμβρίου 1986, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου τόνισε από το Βήμα της Βουλής:

«Η επιχείρηση εκείνη (της Κοφίνου), διετάχθη από το Αρχηγείο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, από το ελληνικό επιτελείο και καθοδηγείτο κυριολεκτικά κάθε μέρα από την Αθήνα. Ο Μακάριος και η κυβέρνηση της Κύπρου, τελούσαν σε πλήρη άγνοια. Αποτέλεσε μια πράγματι μεγάλη πρόκληση προς την Τουρκία. Έγιναν και σφαγές και λεηλασίες.

Ο Μακάριος διαμαρτυρήθηκε γιατί η κυβέρνησή του είχε παραμερισθεί. Αλλά όταν η Εθνοφρουρά εξεκένωσε τα χωριά Κοφίνου και Άγιοι Θεόδωροι, έντεχνα η χουντική προπαγάνδα έριξε την ευθύνη στον Μακάριο».

Στο θέμα αναφέρθηκε στη συνέχεια και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης:

«Κι επακολούθησε το δράμα των επεισοδίων Κοφίνου, τα οποία ορθά περιέγραψε ο πρωθυπουργός. Εγώ θα προσθέσω ότι ίσως ήταν η αντίδραση της δικτατορίας και του Σπαντιδάκη, που ήθελαν να κινήσουν την υπόθεση δυναμικά μετά την ήττα την οποία είχαν υποστεί (στις συνομιλίες του Έβρου, τον Σεπτέμβριο του 1967) και τον εξευτελισμό από τους Τούρκους και έτσι δημιούργησαν τα επεισόδια Κοφίνου, τα οποία έδωσαν την ευκαιρία στους Τούρκους να εκβιάσουν. Και εξεβίασαν επιτυχώς. Είναι μια πτυχή που πρέπει να ερευνηθεί γιατί από κει για μένα αρχίζει η τραγωδία της Κύπρου».

Ο γενναίος υπερασπιστής της Λευκωσίας τον Αύγουστο του 1974, αντιστράτηγος Δημήτριος Αλευρομάγειρος, σε επιστολή του στην εφημερίδα Φιλελεύθερος, 1/4/2019 έγραψε για το παρασκήνιο της αποχώρησης της Ελληνικής Μεραρχίας:

Στις 15/11/1967 η Εθνική Φρουρά υπό τις διαταγές του στρατηγού Γρίβα επιτέθηκε εναντίον του τουρκοκυπριακού χωριού Κοφίνου και του τουρκικού τομέα του μεικτού χωριού Άγιος Θεόδωρος, που μαζί με το τουρκοκυπριακό χωριό Μαρί σχημάτιζαν θύλακο, πρόξενο μεγάλων προβλημάτων στην περιοχή.

Ο Γρίβας ενήργησε με εντολή της κυπριακής Κυβέρνησης και με την ανεπιφύλακτη έγκριση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης της Ελλάδας και του υπουργού Άμυνας, Γρηγορίου Σπαντιδάκη.

Η στρατιωτική επιχείρηση στην Κοφίνου, κατά την οποία σκοτώθηκαν 22 Τούρκοι, προκάλεσε τη θυελλώδη αντίδραση της Τουρκίας, η οποία μεταξύ άλλων απαίτησε την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας και του Γρίβα από την Κύπρο και τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς. Σε περίπτωση άρνησης της Ελλάδας να συμμορφωθεί, η Τουρκία απειλούσε με εισβολή στην Κύπρο και επίθεση στον Έβρο.

Για να αποσοβήσει πόλεμο μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον έστειλε στην περιοχή τον Αμερικανό αξιωματούχο Σάιρους Βανς. Αυτός στις 23/11/1967 εγκαινίασε σειρά επαφών με την τουρκική και την ελληνική Κυβέρνηση κάνοντας αρχή από την Άγκυρα.

Η Κυβέρνηση που σχηματίστηκε αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Κόλια που διόρισε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, με υπουργό Προεδρίας τον ηγέτη του πραξικοπήματος Γεώργιο Παπαδόπουλο, και με τους επίσης στρατιωτικούς πραξικοπηματίες Γρηγόριο Σπαντιδάκη, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο σε τρία άλλα νευραλγικά υπουργεία, ανέθεσε τη διαπραγμάτευση με τον Βανς στον Παναγιώτη Πιπινέλη, διαπρεπή διπλωμάτη, έμπιστο του ΝΑΤΟ, που είχε διατελέσει και υπηρεσιακός πρωθυπουργός το 1963.

Ο Πιπινέλης, στον οποίο η χούντα στήριξε πολλές ελπίδες ότι θα μπορούσε να τη βγάλει από τη διεθνή απομόνωση και από την εξαιρετικά δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της κρίσης της Κοφίνου, είχε διοριστεί υπουργός Εξωτερικών στις 20.11.1967.

Στο μυαλό του είχε πρυτανεύσει η σκέψη ότι έπρεπε να αποφευχθεί οπωσδήποτε ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος και η διάλυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό, όταν ο Σάιρους Βανς εκόμισε από την Άγκυρα ένα σχέδιο το οποίο είχε επεξεργαστεί ο εκεί Αμερικανός πρέσβης Πάρκερ Χαρτ με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Ιχσάν Τσαγκλαγιαγκίλ και στο οποίο υιοθετούνταν όλες οι τουρκικές απαιτήσεις με ασήμαντα ανταλλάγματα προς την Ελλάδα, ο Πιπινέλης το δέχτηκε.

Στις 29/11/1967 το σχέδιο εγκρίθηκε και από την ελληνική Κυβέρνηση με τη σύμφωνη γνώμη και των τεσσάρων χουντικών στρατιωτικών που μετείχαν σ’ αυτήν. Μόνο ο Σπαντιδάκης πρόβαλε στην αρχή ισχυρές αντιρρήσεις αλλά δεν επέμεινε ως το τέλος. Αμερικανικά απόρρητα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι στην αποδοχή του σχεδίου αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν επίσης ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο εγκέφαλος του πραξικοπήματος συνταγματάρχης Παπαδόπουλος.

Σ’ όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων με τον Βανς η ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε την παραμικρή διαβούλευση με τον Μακάριο, ούτε ο Μακάριος είχε οποιαδήποτε συνεργασία με την ελληνική Κυβέρνηση.

Σύμφωνα μάλιστα με αμερικανικά απόρρητα έγγραφα ο Μακάριος αρνήθηκε να δεχτεί υποδείξεις του Μπέλτσιερ, Αμερικανού πρέσβη στην Κύπρο, να διευκολύνει την ελληνική Κυβέρνηση να αποσύρει τη Μεραρχία ζητώντας ο ίδιος από αυτή να το πράξει, για να αποφευχθεί εισβολή στην Κύπρο και γενικότερος ελληνοτουρκικός πόλεμος. (Βλέπε: αντιστράτηγος Πανουργιάς Πανουργιάς, «Κύπρος: Η Αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας – Εθνική Μειοδοσία», σ.54, 57).

Επομένως για την απόφαση της απόσυρσης της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο αποκλειστική ευθύνη φέρει η ελληνική Κυβέρνηση και η χούντα, η οποία την ήλεγχε.

Τι είπαν στην επιτροπή Κόλιας – Παπαδόπουλος

Έχοντας πετύχει συμφωνία με την ελληνική Κυβέρνηση ο Βανς έσπευσε να συναντήσει την ίδια μέρα (29/11/1967) τον Πρόεδρο Μακάριο στη Λευκωσία. Ο Βανς παρουσίασε τη συμφωνία Ελλάδας – Τουρκίας ως κάτι τετελεσμένο, το οποίο έπρεπε να δεχτεί και η κυπριακή Κυβέρνηση.

Ο Μακάριος παρατήρησε ότι η απόσυρση της Μεραρχίας αφορούσε αποκλειστικά την ελληνική Κυβέρνηση. Όμως ούτε οι φορτικές πιέσεις του Βανς ούτε οι απειλές της Τουρκίας ούτε τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα του Έλληνα πρωθυπουργού Κόλια στάθηκαν ικανά να κάμψουν την άρνηση του Μακαρίου να δεχτεί διάλυση της Εθνικής Φρουράς.

Καταθέτοντας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον «Φάκελο της Κύπρου» ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κόλιας και ο ισχυρός άνδρας της χούντας Γεώργιος Παπαδόπουλος υποστήριξαν ότι η απόφαση για απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας λήφθηκε για να αποτραπεί ελληνοτουρκικός πόλεμος και υπό την πίεση των Αμερικανών.

Ο Κόλιας μάλιστα υπέδειξε ότι η παρουσία της στην Κύπρο ήταν παράνομη (οι Συμφωνίες Ζυρίχης προνοούσαν την παρουσία μόνο 950 ανδρών της ΕΛΔΥΚ).

Τόσο ο Κόλιας όσο και ο Παπαδόπουλος αμφισβήτησαν την ικανότητα της Μεραρχίας να αποκρούσει ενδεχόμενη τουρκική εισβολή. Σε άλλη περίπτωση ο Πιπινέλης ανάμεσα στις άλλες δικαιολογίες επικαλέστηκε και το δυσβάστακτο οικονομικό βάρος από την παρουσία της Μεραρχίας στην Κύπρο. Ούτε αυτοί ούτε κανείς άλλος από τους υπευθύνους για την ανάκληση της μεραρχίας ισχυρίστηκε ποτέ ότι ο Μακάριος το ζήτησε πριν ή κατά την κρίση της Κοφίνου.

Βιβλιογραφία:

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: To θέρετρο της Κύπρου που στοίχειωσαν οι Τούρκοι. Βαρώσια, ο αγαπημένος προορισμός του Χόλιγουντ. Φωτογραφίες που σοκάρουν, αλλά δεν ταράζουν τη διεθνή κοινή γνώμη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here