Η απόκρημνη Καστροπολιτεία της Σκύρου. Πολιορκήθηκε από Ρωμαίους, Σταυροφόρους, Σαρακηνούς και τον Μπαρμπαρόσα. Είναι και πάλι επισκέψιμη μετά από 18 χρόνια

Η απόκρημνη Καστροπολιτεία της Σκύρου. Πολιορκήθηκε από Ρωμαίους, Σταυροφόρους, Σαρακηνούς και τον Μπαρμπαρόσα. Είναι και πάλι επισκέψιμη μετά από 18 χρόνια
Στο ψηλότερο σημείο της Χώρας της Σκύρου σε έναν απόκρημνο βράχο ύψους 179 μέτρων πάνω από την απεραντοσύνη του Αιγαίου, βρίσκεται το Κάστρο της Σκύρου. Η επιβλητική Καστροπολιτεία δέχεται ξανά επισκέπτες, σχεδόν 18 χρόνια μετά το κλείσιμο του αρχαιολογικού χώρου, για λόγους ασφαλείας, στο σεισμό του 2001.

Οι τρεις πλευρές του είναι απόκρημνες και σχεδόν κάθετες. Μία μόνο είναι βατή και κατεβαίνει ομαλά στους χαμηλότερους λόφους που είναι κτισμένη η Χώρα. Ο βράχος υπήρξε το επίκεντρο των γεγονότων του νησιού από τους προϊστορικούς χρόνους και τη μυθολογική εποχή . Εδώ ήταν η αρχαία ακρόπολη και η έδρα του βασιλιά Λυκομήδη. Στη θέση «Σπηλιά Ανδριώτη», σκοτώθηκε από τον Λυκομήδη ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας. Εδώ κρύφτηκε ο Αχιλλέας ντυμένος γυναίκα προσπαθώντας να αποφύγει τον Τρωικό πόλεμο.

Η ακρόπολη ήταν οχυρωμένη σε όλη την κλασική περίοδο και αργότερα στους Ρωμαϊκούς και τους Βυζαντινούς χρόνους. Τον 8ο και τον 9ο μ.Χ. αιώνα η Σκύρος υπέφερε από τις επιδρομές των Σαρακηνών με αποκορύφωμα τη λεηλασία του έτους 900, οπότε μάλλον πρέπει να καταλήφθηκε και το κάστρο.

Στο κάστρο διασώζεται επιγραφή πάνω από την σιδερόπορτα:«Δια του Σεβαστού Γεωργίου του Χαιτέλη». Ο βυζαντινός άρχοντας Χαιτέλης κατασκεύασε τον πύργο μπροστά στο κάστρο και εντοίχισε τον αθηναϊκό λέοντα πάνω από το υπέρυθρο της κεντρικής εισόδου το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.

Τον 13ο αιώνα μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους σταυροφόρους (1204), η Σκύρος πέρασε στη δικαιοδοσία των Ενετών και του Μάρκου Σανούδου, ηγέτη του Δουκάτου της Νάξου. Ο Σανούδος παρεχώρησε τη Σκύρο , μαζί με άλλα νησιά των Κυκλάδων και των Βορείων Σποράδων στους αδερφούς Ιερεμία και Ανδρέα Γκίζι.

Τους επόμενους αιώνες η Σκύρος συνέχισε να είναι υπό Ενετική κυριαρχία. Σε αντίθεση πάντως με άλλα νησιά, οι Ενετοί δεν έκαναν μεγάλη προσπάθεια για την προκοπή και την προστασία των κατοίκων. Το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, το νησί σχεδόν ερήμωσε ξανά από τις πειρατικές επιδρομές. Συνέχισε να είναι ενετική κτήση και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους μέχρι το 1537 όταν κατακτήθηκε και λεηλατήθηκε από τον Τούρκο ναύαρχο-πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Σε όλη αυτήν την ταραγμένη περίοδο, αλλά και αργότερα μέχρι το 19ο αιώνα, το κάστρο ήταν το καταφύγιο των κατοίκων του νησιού που όλοι τους είχαν και ένα δεύτερο νοικοκυριό μέσα στο κάστρο.

Η αναστήλωση
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, τα χρόνια που ακολούθησαν, πραγματοποιήθηκαν έργα αποκατάστασης  την με σύμπραξη της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Εύβοιας και πιστώσεις του Εθνικού Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων.
Στο πλαίσιο του έργου στερεώθηκαν πρανή ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια των μνημείων και των κατοίκων της Χώρας Σκύρου έναντι κατολισθήσεων και αποκαταστάθηκαν τμήματα της οχύρωσης του Κάστρου. Επίσης πραγματοποιήθηκαν εργασίες στο εσωτερικό του ώστε να καταστεί και πάλι ο χώρος επισκέψιμος.

Η Καστροπολιτεία διαιρείται σε δύο επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο βρίσκεται η μονή του Αγίου Γεωργίου (963 μ.Χ.) με σωζόμενο μέρος της οχύρωσης. Ο Άγιος Γεώργιος είναι ο πολιούχος της Σκύρου. Μάλιστα, σε ενετικά έγγραφα και χάρτες η Σκύρος αναφέρεται σαν Isola San Giorgio ( νησί του Αγίου Γεωργίου). Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκονται o αποκατεστημένος ναός της Επισκοπής (895 μ.Χ.), μεσαιωνικές υδατοδεξαμενές, μεταβυζαντινά ναΰδρια, ερείπια κτισμάτων (προβοκάδες), καθώς και σημαντικό σωζόμενο τμήμα της οχύρωσης η οποία κυρίως αποδίδεται στη μεσαιωνική περίοδο.

Στον χώρο διαπιστώνεται συνεχής κατοίκηση από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Αποτέλεσε χώρο κατοίκησης και έδρα της πολιτικής, και κατά τους χριστιανικούς χρόνους, και της εκκλησιαστικής αρχής του νησιού. Κατά την προϊστορική περίοδο υπήρξε πιθανότατα ο μόνος χώρος κατοίκησης στη θέση της σημερινής χώρας Σκύρου. Η αύξηση του πληθυσμού κατά τους ιστορικούς και μεσαιωνικούς χρόνους στο νησί οδήγησε στην λειτουργία της, βασικά ως Aκρόπολης, του κύριου οικισμού. Την Κλασική περίοδο, και πιθανότατα λίγο πριν από την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι οχυρώνουν το σύνολο του οικισμού με εξωτερικό τείχος και την Aκρόπολή του με δεύτερη σειρά οχύρωσης.

Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής, φράγκικης, ενετικής και οθωμανικής περιόδου, η Καστροπολιτεία της Σκύρου γνωρίζει ίσως την πιο έντονη φάση της. Ορόσημο για το χώρο υπήρξε η ίδρυση του επισκοπικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 895 μ.Χ.
Η Ακρόπολη οχυρώνεται εκ νέου στα θεμέλια της αρχαίας οχύρωσης, τα τείχη δέχονται επάλληλες επιδιορθώσεις και συμπληρώσεις, κατασκευάζονται υδατοδεξαμενές και οικίες. Κατά τους ύστερους οθωμανικούς χρόνους ο χώρος λειτουργεί περιστασιακά ως καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου, με τις οικογένειες να διατηρούν ένα δεύτερο νοικοκυριό εντός του οχυρωμένου χώρου. Μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης και τη σύσταση του ελληνικού κράτους το μνημείο εγκαταλείπεται. Το 1827 πεθαίνει ο τελευταίος επίσκοπος Σκύρου Γρηγόριος, ο οποίος υπήρξε ο τελευταίος μόνιμος κάτοικος του Κάστρου της Σκύρου.

Ακολουθήστε την mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr