Χειμώνας 1990-1991. Χιλιάδες μαθητές και φοιτητές ξεσηκώθηκαν και βγήκαν στους δρόμους, ενάντια στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας το οποίο χαρακτήριζαν αναχρονιστικό.  Η πρώτη κατάληψη έγινε στις 24 Νοεμβρίου 1990 σε λύκειο στο Ηράκλειο Κρήτης και σύντομα ο αναβρασμός επεκτάθηκε σχεδόν σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Έως το τέλος του Δεκεμβρίου το 70% των γυμνασίων και των λυκείων ήταν υπό κατάληψη.

Η τότε κυβέρνηση ενδεχομένως να εκτιμούσε ότι εξαιτίας του εορταστικού κλίματος των Χριστουγέννων, οι κινητοποιήσεις θα σταματούσαν. Ωστόσο, οι καταλήψεις συνεχίστηκαν και την περίοδο των εορτών.
Η κατάσταση είχε εκτραχυνθεί με αιτία το πολυνομοσχέδιο που είχε καταθέσει στην κυβέρνηση ο Υπουργός Παιδείας Βασίλης Κοντογιαννόπουλος.
Ανάμεσα στις προτάσεις του τότε Υπουργού Παιδείας ήταν να μειωθούν οι αργίες, να καταργηθούν οι αδικαιολόγητες απουσίες και το δεκαπενταμελές, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ελέγχου της συμπεριφοράς των μαθητών, ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός και η έπαρση της σημαίας.
Οι μαθητές θα έπρεπε να έχουν ομοιόμορφη εμφάνιση. Ο κόσμος συνήθιζε να αποκαλεί τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις ως «πολυνομοσχέδιο της ποδιάς», καθώς θα επέστρεφε στις σχολικές ποδιές που είχαν καταργηθεί από το 1982.

Μαθητές και φοιτητές διαδήλωναν κατά του πολυνομοσχεδίου του Κοντογιαννόπουλου

Όσον αφορά τα Πανεπιστήμια, είχε προτείνει την ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ, την κατάργηση των δωρεάν συγγραμμάτων, των «αιώνιων» φοιτητών και του πανεπιστημιακού ασύλου, αλλά και τον περιορισμό της συμμετοχής των φοιτητών στη διοίκηση των ΑΕΙ.
Ο υπουργός Παιδείας διακήρυσσε ότι τα προεδρικά διατάγματα θα εφαρμόζονταν πειραματικά τα επόμενα τρίμηνα και ότι θα αξιολογούνταν με τη νέα σχολική χρονιά.
Οι μαθητές ζητούσαν την απόσυρση του νομοσχεδίου και διεκδικούσαν έκτακτη χρηματοδότηση των σχολείων.

«Θέλουν Παιδεία ΜΑΤωμένη. Θέλουμε Παιδεία Ανθισμένη» ένα από τα συνθήματα της εποχής

Τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου του 1991 κι ενώ οι καταλήψεις συνεχίζονταν, το Υπουργείο Παιδείας έδωσε εντολή στις νομαρχίες και στους διευθυντές των σχολείων να βρουν τρόπους για να επαναλειτουργήσουν τα σχολεία και απειλούσαν τους μαθητές ότι θα χάσουν τη σχολική χρονιά λόγω απουσιών. Απέναντι από τους μαθητές τάσσονταν και γονείς που υποστήριζαν ότι έπρεπε να ανοίξουν τα σχολεία.

Παρά τις πιέσεις που δέχονταν, οι μαθητές ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν.
Το αποκορύφωμα των μαθητικών κινητοποιήσεων ήρθε στις 8 Ιανουαρίου 1991 στην Πάτρα.
Μέλη της ΟΝΝΕΔ της Πάτρας με επικεφαλής τον πρόεδρο της οργάνωσης και δημοτικό σύμβουλο της Νέας Δημοκρατίας Ιωάννη Καλαμπόκα, προσπάθησαν, κατά τις 7 το απόγευμα, να «σπάσουν» με τη βία την κατάληψη στο Πολυκλαδικό Λύκειο. Όμως, δεν κατάφεραν να διώξουν τους μαθητές.

Αριστερά ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ και δημοτικός σύμβουλος της Νέας Δημοκρατίας Ιωάννης Καλαμπόκας, Δεξιά φασαρίες στο κέντρο της Αθήνας

Έτσι, μετέβησαν με ρόπαλα, σιδερολοστούς, καδρόνια και τσιμεντόλιθους ανά χείρας στο 3ο Γυμνάσιο και Λύκειο Πάτρας. Αφού έδιωξαν τους μαθητές, ανακατέλαβαν το κτίριο. Δεκάδες μαθητές, καθηγητές, γονείς καθώς και ο δήμαρχος Πάτρας, Ανδρέας Καράβολας, γύρω στις 11μιση το βράδυ προσπάθησαν να ανοίξουν τις πόρτες του σχολείου. Τα μέλη της ΟΝΝΕΔ έπεσαν κατά πάνω τους. Από τη συμπλοκή ο μαθηματικός του σχολείου και μέλος του Εργατικού Αντι-ιμπεριαλιστικού Μετώπου, Νίκος Τεμπονέρας, ο οποίος είχε πάει να στηρίξει τους μαθητές, δέχτηκε ένα ισχυρό χτύπημα με σιδερολοστό στο κεφάλι. Ο Τεμπονέρας μεταφέρθηκε κλινικά νεκρός στην εντατική και λίγες ώρες αργότερα υπέκυψε.

Η κηδεία του μετατράπηκε σε συλλαλητήριο. Μαθητές, καθηγητές, γονείς και κοντινά πρόσωπα του θύματος γέμισαν τους δρόμους της Πάτρας, για να θρηνήσουν τον καθηγητή και να δείξουν την αντίδρασή τους απέναντι στην κυβέρνηση. Ζητούσαν την τιμωρία των ενόχων.
Τα συνθήματα που κυριαρχούσαν ήταν τα εξής: «Ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα», «Νίκο ζεις εσύ μας οδηγείς», «Φασίστες, τραμπούκοι, δολοφόνοι», «Το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει» και «Αυτό το Υπουργείο δεν είναι της Παιδείας, είναι των ΜΑΤ και της τρομοκρατίας».
Οι διαδηλώσεις για τη δολοφονία του Τεμπονέρα επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα. Στην Αθήνα οι διαδηλωτές κρατούσαν μαύρες σημαίες και φορούσαν μαύρα περιβραχιόνια.

Ο τραυματισμένος Νίκος Τεμπονέρας κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο και το μνημείο που στήθηκε στο σημείο που δολοφονήθηκε έξω από το 3ο Λύκειο Πάτρας.

Ο Τεμπονέρας ήταν πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού ηλικίας 9 ετών και ενός κοριτσιού 7 ετών.
Η σύζυγός του είπε σε συνέντευξή της στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Όλα τα παιδιά. Ήταν πάντα κοντά τους. Και τα παιδιά τον αγαπούσα πολύ. Το έλεγε ο ίδιος, αλλά το έβλεπα και η ίδια όταν συναντούσε παιδιά στον δρόμο. Ο Νίκος ήταν συνδικαλιστής και αγωνιζόταν με όλες του τις δυνάμεις. Τον είχαν χτυπήσει και άλλες φορές, αλλά όχι σοβαρά».

Την επόμενη μέρα της δολοφονίας ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος παραιτήθηκε και τη θέση του πήρε ο Γεώργιος Σουφλιάς. Παρ’ όλα αυτά οι φασαρίες συνεχίστηκαν.
Στις 10 Ιανουαρίου έγινε μεγάλο συλλαλητήριο στην Αθήνα με περισσότερους από 100.000 διαδηλωτές.
Τα ΜΑΤ προσπαθούσαν να διαλύσουν το πλήθος με δακρυγόνα, όταν ένα έπεσε στη βιτρίνα του καταστήματος ενδυμάτων «Κ. Μαρούσης» στη συμβολή Θεμιστοκλέους με Πανεπιστημίου. Μέσα σε λίγα λεπτά προκλήθηκε πυρκαγιά, η οποία επεκτάθηκε και στους υπόλοιπους ορόφους του κτιρίου.
Τέσσερις εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν. Ο 32χρονος Περικλής Ρεπάτης, ο 57χρονος Μανώλης Κοντόπουλος και ο 59χρονος Ιωάννης Νεμετζίδης πέθαναν από ασφυξία, ενώ ένας νέος απανθρακώθηκε χωρίς να αναγνωριστεί.
Μετά από τους πέντε νεκρούς ο νέος Υπουργός Παιδείας, Γεώργιος Σουφλιάς, απέσυρε την εγκύκλιο. Σιγά σιγά οι κινητοποιήσεις μαθητών και φοιτητών σταμάτησαν.

Κατηγορούμενοι για τον φόνο του καθηγητή Τεμπονέρα ήταν ο πρόεδρος της τοπικής ΟΝΝΕΔ Ιωάννης Καλαμπόκας και δυο στελέχη της οργάνωσης που ήταν στο σχολείο κατά τη συμπλοκή, ο Αλέξανδρος Μαραγκός και ο Σωτήριος Σπίνος.
Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο του 1993.
Ο Καλαμποκάς καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ο Μαραγκός σε τρεις μήνες φυλάκιση και εξαγόρασε την ποινή του, ενώ ο Σπίνος σε τρεις μήνες με αναστολή.
Στο εφετείο, η ποινή του Καλαμπόκα μειώθηκε στα 16 χρόνια και εννιά μήνες. Αφέθηκε ελεύθερος το 1998 λόγω καλής διαγωγής.

Η κηδεία του μετατράπηκε σε συλλαλητήριο

Το 3ο Γυμνάσιο μετονομάστηκε σε «Νίκος Ταμπονέρας» προς τιμήν του καθηγητή. Το όνομά του δόθηκε και σε δρόμο της Ζακύνθου, απ΄ όπου καταγόταν, αλλά και σε μια σήραγγα κοντά στην Πάτρα.

Διαβάστε επίσης στη ΜτΧ: Η αιματηρή διαδήλωση της Αθήνας του 1943 να μην επεκταθεί η βουλγαρική ζώνη κατοχής σε Μακεδονία και Θράκη. Οι Γερμανοί άνοιξαν πυρ κατά χιλιάδων διαδηλωτών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here