17 Δεκεμβρίου 1996, Περού. Στην επίσημη κατοικία του ιάπωνα πρέσβη, Μορισίχα Αόκι, πάνω από 600 κυβερνητικά στελέχη, διπλωμάτες και μεγαλοεπιχειρηματίες συμμετέχουν σε εορταστική εκδήλωση. Ξαφνικά, 14 μέλη της μαρξιστικής, παραστρατιωτικής οργάνωσης Τούπακ Αμάρου (MRTA), εισβάλλουν στην κατοικία και κρατούν ομήρους όλους τους καλεσμένους.

Αίτημα τους, η απελευθέρωση 400 συντρόφων τους από τη φυλακή.  Μέσα σε τέσσερις μήνες που κράτησε η ομηρία, κυβέρνηση και αντάρτες δεν ήρθαν σε συμφωνία. Ο ομηρία έληξε με ένοπλη στρατιωτική επιδρομή.
Μέχρι σήμερα, η επιχείρηση διάσωσης, εγείρει ερωτήματα για τον τρόπο εκτέλεσής της, που είχε ως αποτέλεσμα να δολοφονηθούν όλα τα μέλη των Τούπακ Αμάρου, ένας ό μηρος και δύο κομάντος.

Η ομηρία

Την 17 Δεκεμβρίου 1996, όλη σχεδόν η αφρόκρεμα της περουβιανής κοινωνίας, βρισκόταν στην κατοικία του Ιάπωνα πρέσβη, για τον εορτασμό των 63ων γενεθλίου του Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας, Ακιχίτο. Δεδομένου ότι ο Πρόεδρος του Περού, Αλμπέρτο Φουχιμόρι, καταγόταν από την Ιαπωνία, ο εορτασμός ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός.
Στην οικία του πρέσβη, συγκεντρώθηκαν πρέσβεις, διπλωμάτες και επικεφαλής στρατιωτικών υπηρεσιών, του υπουργικού συμβουλίου, του Ανώτατου Δικαστηρίου, αλλά και επιχειρηματίες με τεράστια επιρροή στην οικονομία του Περού.
Παρά το γεγονός, ότι το σπίτι ήταν εξοπλισμένο με αλεξίσφαιρα παράθυρα και περικυκλωμένο από ένα ψηλό τείχος, ικανό να σταματήσει οποιαδήποτε επίθεση, περίπου στις 20:30 το βράδυ ακούστηκε μία δυνατή έκρηξη.
Μέσα σε μισό λεπτό, 14 άνδρες και γυναίκες, οπλισμένοι και με μάσκες να καλύπτουν τα πρόσωπά τους εισέβαλαν στο σπίτι από μια τρύπα που προκλήθηκε από την έκρηξη.
Εξαιτίας της σημαντικότητας των καλεσμένων, ισχυρή αστυνομική φρουρά βρισκόταν έξω από το σπίτι.
Οι ένοπλοι όμως, κατάφεραν και ασφάλισαν το σπίτι και αντεπιτέθηκαν στα πυρά των αστυνομικών την ίδια στιγμή που διπλωμάτες και κυβερνητικοί αξιωματούχοι, πετούσαν στην τουαλέτα τις ταυτότητες του.
Η αστυνομία απάντησε και με δακρυγόνα, αλλά δεν κατάφεραν να μπουν στο σπίτι.
Η ομηρία είχε αρχίσει.

Η αντίδραση της Κυβέρνησης και τα αιτήματα της παραστρατιωτικής οργάνωσης

Μέσα στις επόμενες τέσσερις ώρες, τα μέλη της Τούπακ Αμάρου, απελευθέρωσαν όλες τις γυναίκες, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Τι επόμενες ημέρες, άφησαν ελεύθερους και όλους τους Αμερικανούς ομήρους, καθώς δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν στις διαπραγματεύσεις οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η οργάνωση απαιτούσε την άμεση αποφυλάκιση 400 μελών της από διάφορες φυλακές του Περού, συμπεριλαμβανομένης και της συζύγου του ηγέτη τους.
Έκαναν λόγο για τις άθλιες και συχνά απάνθρωπες συνθήκες κράτησης των φυλακισμένων.
Άσκησαν σκληρή κριτική για τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης και την ενδεχόμενη ιαπωνική οικονομική βοήθεια που αποσκοπούσε σε «όρους της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκόσμιας αγοράς και τον ωφελιμισμό συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων».
Παράλληλα, τα μέλη της Τούπακ ανακοίνωσαν ότι στο επόμενο διάστημα, θα αφήσουν ελεύθερους τους ομήρους που δεν έχουν άμεση σύνδεση με την κυβέρνηση.

Στην ταινία, έγκλειστοι στο ίδιο σπίτι επί ένα μήνα, όμηροι και απαγωγείς θα αναγκαστούν να βρουν κοινούς κώδικες επικοινωνίας ακόμα κι αν μιλούν διαφορετική γλώσσα.

Η πρώτη επίσημη δημόσια ανακοίνωση από τον Πρόεδρο του Περού για την κατάσταση ομηρίας έγινε πέντε ημέρες αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου, όπου χαρακτήρισε την οργάνωση «απεχθή» και απέρριψε όλα τα αιτήματά της.
Στη συνέχεια, δήλωσε πως θα προχωρήσει σε συζητήσεις με τους αντάρτες για μια ειρηνική επίλυση της ομηρίας.
Ανεπίσημα, ο Πρόεδρος Φουχιμόρι ήταν γνωστός αντικομμουνιστής και είχε «χτίσει» τη δημοτικότητά του πάνω στην «πάταξη της τρομοκρατίας», που τη δεκαετία του ΄90 ήταν ακόμη ισχυρή στο εσωτερικό της χώρας.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε εκμυστηρευτεί σε συμβούλους του ότι θέλει «όλους τους τρομοκράτες νεκρούς».

Τους επόμενους μήνες, τα 14 μέλη άφησαν ελεύθερους σχεδόν όλους τους ομήρους. Στο σπίτι ήταν πλέον αυτοί και 72 όμηροι, μόνο άνδρες.
Πολλοί από τους ομήρους που αφέθηκαν ελεύθεροι, έκαναν λόγο για «νεαρά παιδιά, 21 χρονών το πολύ, που δεν θέλουν να πεθάνουν, αλλά να ζήσουν. Αυτό που επιθυμούν είναι αμνηστία για τους ίδιους και τα φυλακισμένα μέλη τους, ώστε να μπορούν να ζήσουν ελεύθεροι».
Επίσης, οι όμηροι ήταν αρνητικοί σε μια στρατιωτική επιδρομή, καθώς όλα τα μέλη ήταν βαριά οπλισμένα.

Το «ψυχροπολεμικό παιχνίδι» του Προέδρου

Τον ρόλο του διαπραγματευτή μεταξύ κυβέρνησης και «MRTA» ανέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός.
Ο Φουχιμόρι, διαλαλούσε ότι εργαζόταν πυρετωδώς, ώστε να δώσει τέλος στην κρίση ομηρίας αναίμακτα. Συνεργαζόταν με τον αρχιεπίσκοπο της χώρας, τον Ερυθρό Σταυρό του Περού, με τη σοσιαλιστική και την αριστερή πτέρυγα της Βουλής.
Συναντήθηκε με πρέσβη του Καναδά, που ήταν όμηρος για κάποιες μέρες, αλλά και τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας, Ριούταρο Χασιμότο.
Μίλησε ακόμη και με τον Φιντέλ Κάστρο και οι φήμες φούντωναν ότι ο Φουχιμόρι διαπραγματευόταν με τον Κουβανό ηγέτη την πρόταση να στείλει τα μέλη της Τούπακ Αμάρου στο νησί ως πολιτικούς πρόσφυγες.
Κοινή γνώμη και δημοσιογράφοι πίστεψαν ότι ο περουβιανός Πρόεδρος θα έβρισκε σύντομα μια λύση που θα ικανοποιούσε όλες τις πλευρές.
Υπογείως, ο Φουχιμόρι ενορχήστρωνε ένα πολύ διαφορετικό σχέδιο. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε οι αντάρτες να βγουν νικητές από τις διαπραγματεύσεις, πόσο μάλλον να ζήσουν για να το δουν.

Όσο καιρό κρατούσε η ομηρία, μικρόφωνα και κάμερες τοποθετήθηκαν σε στρατηγικά σημεία του σπιτιού, από ομήρους που είχαν στρατιωτική εμπειρία.
Τα μέλη της οργάνωσης επέτρεπαν να μπουν στο σπίτι νερό, βιβλία και επιτραπέζια παιχνίδια.
Εκεί ήταν κρυμμένα και τα μικρόφωνα. Παράλληλα, οι όμηροι μπορούσαν να φορέσουν καθαρά ρούχα που έστελνε η Κυβέρνηση του Περού, τα οποία πάντα ήταν ανοιχτόχρωμα, για να ξεχωρίζουν από τα σκούρα ρούχα των ανταρτών…

Ο Σεμπάστιαν Κοχ, υποδύεται μέλος του Ερυθρού Σταυρού στο έργο Bel Canto

Πέρα από τις κάμερες, ο Φουχιμόρι, προσέλαβε ιθαγενείς μεταλλωρύχους να σκάψουν τούνελ κάτω από την οικία του πρέσβη. Για να καλύψει τον θόρυβο των εργασιών, οι περουβιανοί στρατιώτες έπαιζαν στη διαπασών από μεγάφωνα που είχαν τοποθετήσει περιμετρικά του σπιτιού, στρατιωτικά εμβατήρια.
Ο ηγέτης της «MRTA», υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε και αποφάσισε να μεταφέρει όλους τους ομήρους στον δεύτερο όροφο της κατοικίας.

Η επιδρομή

Στις 22 Απριλίου 1977, 126 ημέρες μετά την έναρξη της ομηρίας, 140 περουβιανοί κομάντος, εκπαιδευμένοι σε αμερικανική στρατιωτική βάση στον Παναμά, πήραν το «πράσινο φως» για να επέμβουν.
Ακολούθησαν τρεις διαδοχικές εκρήξεις. Η πρώτη βόμβα είχε τοποθετηθεί στο σαλόνι του πρώτου ορόφου, και εξερράγη τη στιγμή που τρία μέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης έπαιζαν ποδόσφαιρο. Σκοτώθηκαν ακαριαία.
Οι δύο άλλες εκρήξεις προκάλεσαν τρύπες στους τοίχους, κάτι που εκμεταλλεύτηκαν οι κομάντος, μπαίνοντας στο σπίτι, την ίδια ώρα που μια μικρή ομάδα από αυτούς έμπαιναν στην κατοικία από τα τούνελ.
Η επιδρομή ήταν πολύ καλά σχεδιασμένη και με μεθοδικότητα.
71 όμηροι απελευθερώθηκαν μέσα σε λίγη ώρα.
Τα μέλη της οργάνωσης ωστόσο ήταν όλα νεκρά.
Από τις ανταλλαγές πυροβολισμών και τις εκρήξεις σκοτώθηκαν επιπλέον δύο στρατιώτες και ένας όμηρος.

Οι συνέπειες της επιχείρησης διάσωσης

Η επιχείρηση διάσωσης στέφθηκε με επιτυχία. Ο Φουχιμόρι αντιμετωπίστηκε ως εθνικός ήρωας και η δημοτικότητά του άγγιξε σχεδόν το 70%.
Ο Φουχιμόρι φωτογραφήθηκε δίπλα στους νεκρούς αντάρτες, πολλοί από τους οποίους ήταν διαμελισμένοι και αρκετοί αγνώριστοι από τις σφαίρες που είχαν δεχτεί στο κρανίο.

Οι πληροφορίες που έρχονταν σταδιακά από τους ομήρους προβλημάτισαν τον κόσμο. Υπήρχαν αναφορές, ότι μέλη της οργάνωσης πριν σκοτωθούν από τους κομάντος βασανίστηκαν. Δύο από αυτούς, αρχικά συνελήφθησαν από τους στρατιώτες και στη συνέχεια εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Άλλοι φώναξαν ότι παραδίδονται, αλλά έπεσαν κι αυτοί νεκροί.

Ακόμη περισσότερα ερωτηματικά, προκάλεσε η απόφαση, οι σωροί να μην μεταφερθούν στο Ινστιτούτο Ιατροδικαστικής, όπως επιβαλλόταν από τον νόμο, αλλά μεταφέρθηκαν από στρατιώτες σε αστυνομικό τμήμα της Λίμα.
Απαγορεύτηκε στα συγγενικά πρόσωπα των ανταρτών να δουν τα παιδιά τους, ενώ για την ταυτοποίησή τους, κλήθηκε μόνο η μητέρα του ηγέτη της  MRTA. Τα επίσημα έγγραφα της αυτοψίας των 14 ανθρώπων δημοσιοποιήθηκαν το 2001. Μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν απόρρητα.

«Έχει μια γενναιότητα σαν άνθρωπος και σαν ηθοποιός. Το ήξερα ότι θα έκανα το Bel Canto με κάποιον που θαυμάζω», ανέφερε ο σκηνοθέτης της ταινίας για την Τζούλιαν Μουρ

Τον Ιανουάριο του 2001, η οργάνωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Περού, «APRODEH», υπέβαλε ποινική καταγγελία για λογαριασμό των μελών της οικογένειας MRTA εναντίον του Προέδρου Φουχιμόρι και ορισμένων μελών των αστυνομικών και στρατιωτικών ειδικών δυνάμεων.
Πέτυχαν την εκταφή και νεκροτομή των πτωμάτων των 14 μελών από κορυφαίους ιατροδικαστές.
Οκτώ είχαν πυροβοληθεί πισώπλατα.

Παρά τα αποτελέσματα της νεκροψίας και τις μαρτυρίες ομήρων, η οργάνωση δεν πέτυχε την τιμωρία των υπεύθυνων.
Η υπόθεση μεταφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, όπου η τύχη ήταν με το μέρος των κομάντος.
Παράλληλα πολλά μέλη της MRTA αντιμετώπισαν βαρύτατες κατηγορίες, και παραμένουν έγκλειστα σε ναυτική βάση του Περού, ενώ το 2006 ο τότε ηγέτης της οργάνωσης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Bel Canto

Το 2001 εκδόθηκε το βιβλίο της Αν Πάτσετ, «Bel Canto». Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε ως το «Καλύτερο Βιβλίο της Χρονιάς». Αναπόφευκτα, μερικά χρόνια αργότερα, αγοράστηκαν τα δικαιώματα και το «Bel Canto» έγινε ταινία.
Η υπόθεση, βασίζεται στοιχειωδώς στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη Λίμα το 1996, αλλά επικεντρώνεται σε δύο δυνατές ιστορίες αγάπης ανθρώπων που δεν μιλούν τη ίδια γλώσσα και δεν έχουν τα ίδια κίνητρα.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η ταλαντούχα Τζούλιαν Μουρ, υποδύεται την Ροξάν Κρος, μια γνωστή αμερικανίδα σοπράνο που ταξίδεψε για να δώσει πριβέ κονσέρτο στα γενέθλια ενός πλούσιου ιάπωνα βιομήχανου.

Αντάρτες και όμηροι θα μοιραστούν το ίδιο σπίτι για ένα μήνα και θα αναγκαστούν να βρουν κοινούς κώδικες επικοινωνίας, με τη μουσική να αποτελεί τη μοναδική κοινή γλώσσα.

Ο Κεν Γουατάναμπε

Στον ρόλο του συμπρωταγωνιστή της Τζούλιαν Μουρ, του ιάπωνα βιομήχανου, ο ιαπωνικής καταγωγής ηθοποιός Κεν Γουατάναμπε, ο οποίος κατά διαβολική σύμπτωση, το 1996 βρισκόταν στο Περού και είχε προσκληθεί στο σπίτι του ιάπωνα πρέσβη για τον εορτασμό των γενεθλίων του Ακιχίτο. Τελικά, αποφάσισε να μην παρευρεθεί κ αι γλίτωσε από την πολύμηνη ομηρία.

Η ταινία «Bel Canto», κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες την Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου από την ODEON

Παρακολουθείστε το τρέιλερ του έργου εδώ:

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Τι είναι «το σύνδρομο της Στοκχόλμης»; Η ληστεία στην τράπεζα και η πενθήμερη ομηρία, στην οποία βασίστηκε ο ψυχολογικός όρος όπου οι όμηροι συμπαθούν τους απαγωγείς τους 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here