του ιστορικού Κωνσταντίνου Λαγού

 Στις 23 Ιουλίου 1943 έλαβε χώρα η επιχείρηση «Θέτις», ο πολυβολισμός γερμανικών στόχων στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Κρήτη από ελληνικά καταδιωκτικά και των δύο Μοιρών Δίωξης της Μέσης Ανατολής (335 και 336).

Η επιχείρηση αυτή ήταν η εκδίκηση για τις σφαγές κατοίκων της μεγαλονήσου από τους κατακτητές και συμμετείχαν συνολικά 17 χειριστές, οκτώ της 335 και εννέα της 336.

Αν και οι εχθρικοί στόχοι χτυπήθηκαν με επιτυχία, οι ελληνικές μοίρες υπέστησαν σοβαρές απώλειες στην Κρήτη. Τέσσερις χειριστές δεν επέστρεψαν ποτέ στη βάση τους. Από την 335 Μοίρα Δίωξης σκοτώθηκαν οι επισμηνίες Δούκας και Λαϊτμερ, ενώ από την 336, οι ανθυποσμηναγοί Αθανασάκης και Σκάντζικας έκαναν με τα αεροπλάνα τους αναγκαστική προσγείωση στην Κρήτη.

Ο Αθανασάκης έπεσε πάνω σε μία γερμανική περίπολο που προσέγγισε το αεροπλάνο του. Παρά τις προτροπές των Γερμανών να παραδοθεί, αυτός αμύνθηκε με το περίστροφό του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαφύγει. Όμως, ο αγώνας ήταν άνισος. Οι Γερμανοί περικύκλωσαν τον Αθανασάκη και πάνω στην ανταλλαγή πυροβολισμών τον σκότωσαν.

Η αποστολή εναντίον γερμανικών στόχων στην Κρήτη είχε χαρακτήρα εκδίκησης για την ομαδική σφαγή της Κανδάνου από τους Γερμανούς. Αριστερά ο Αθανασάκης μαζί με τον Σκάντζικα στο μέσον και έναν τεχνικό μπροστά από το Χαρικέιν

Ο Σκάντζικας συνελήφθη αιχμάλωτος και εστάλη σε στρατόπεδο αιχμαλώτων αεροπόρων στην κατεχόμενη Πολωνία. Εκεί εννέα μήνες αργότερα θα πάρει μέρος στη «Μεγάλη Απόδραση», αλλά θα συλληφθεί από τους Γερμανούς και θα δολοφονηθεί από τη Γκεστάπο μαζί με άλλους αιχμαλώτους αεροπόρους των Συμμάχων, κατόπιν προσωπικής διαταγής του Χίτλερ. Η λήκυθος με τη στάχτη του Σκάντζικα βρίσκεται στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Poznan, στη Πολωνία. Διαβάστε το σχετικό άρθρο.

Όταν ο Ελευθέριος Αθανασάκης απογειώθηκε για την τελευταία του αποστολή, αποκολλήθηκε η δεξαμενή καυσίμων από την αριστερή πτέρυγα του αεροπλάνου του. Αυτό έπεσε αμέσως στην αντίληψή του και σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να γυρίσει από την αποστολή. Συνάδελφοί του που πετούσαν δίπλα του του έκαναν νοήματα -υπήρχε σιγή ασυρμάτου- να επιστρέψει αμέσως στη βάση, αλλά ο Αθανασάκης παρέμεινε στον σχηματισμό. Δεν μπορούσε να αφήσει την αποστολή και τους συναδέλφους του, παρ’ όλο που γνώριζε καλά ότι η ενέργεια αυτή ουσιαστικά ισοδυναμούσε με αυτοκτονία αφού ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να μην παραδοθεί στους Γερμανούς όταν θα τελείωναν τα καύσιμά του πάνω από την Κρήτη. Στις Θερμοπύλες σχεδόν 2.500 χρόνια πιο πριν, ο Σπαρτιάτης Ευρύτος είχε αρνηθεί να υπακούσει στον αρχηγό του, τον Λεωνίδα, και να φύγει με τους άλλους Έλληνες πριν από την τελευταία μάχη. Ο ίδιος γνώριζε καλά ότι θα τον σκότωνε ο πρώτος Πέρσης που θα τον έβρισκε μπροστά του αφού είχε χάσει το φως του…

Ο Ελευθέριος Αθανασάκης γεννήθηκε το 1921 στην Τανάγρα Βοιωτίας. Στις 23 Ιουλίου 1943 πήρε μέρος σε μια από τις μεγαλύτερες επιδρομές εναντίον γερμανικών στόχων στην Κρήτη με αεροσκάφος Hurricane της 336ης Μοίρας Διώξεως. Πηγή: Πανελλήνιος Σύλλογος Οικογενειών Πεσόντων Αεροπόρων

Το φθινόπωρο του 2009 στο περιοδικό «Ίκαρος» της Σχολής Ικάρων δημοσιεύθηκε ένα ποίημα που έγραψε κάποιος από τους συναδέλφους του Αθανασάκη για την απόφασή του να εκτελέσει την τελευταία αποστολή του. Αν και ανώνυμο, το ποίημα είναι πιθανότατα του τότε ανθυποσμηναγού Κωνσταντίνου Κόκκα.

22 Ιουλίου 1943

Ο Μοίραρχος μας ανακοίνωσε ότι θα εκτελέσουμε
Πολεμική αποστολή στην Κρήτη.
Η αποστολή ορίστηκε για αύριο.
Ποιοι θα πετάξουν? Ποιοι θα παν?
Η λύση δόθηκε με κλήρο.
Και μες στους τυχερούς ήμουν κι εγώ.
Ο Διοικητής της Μοίρας εξηγεί:
Σχηματισμοί των δώδεκα αεροπλάνων.
Εκείνος μπροστά.
Και πίσω άλλα δώδεκα, ελληνικά.
Χαμηλή πτήση πάνω από τη θάλασσα,
Για να μας χάσουν οι ραδιοσταθμοί του εχθρού.
Μας λέει κατά λέξη ο Διοικητής:
«Το έδαφος είναι χαμηλό και επικίνδυνο
Για πτήση χαμηλή-αυτήν,
Που αναγκαστικά εμείς θα κάνουμε,
Πάρτε μαζί σας ένα παγούρι με νερό
Συμπυκνωμένα τρόφιμα
Κι ένα πιστόλι, το πιστόλι σας.
Ζητήστε από τον κάθε Κρητικό να σας βοηθήσει
Αν πέσετε.
Και να’ στε βέβαιοι πως κανείς δεν πρόκειται
Να σας προδώσει.
Η απογείωση, επτά και δέκα το πρωί.
Καλή σας τύχη.»

Ποτέ δεν θα ξεχάσω πια
Εκείνο το παιδί του εικοσιενός χρονώ
Έτσι καθώς πετούσε δίπλα μου,
Στον ουρανό
Καθώς χαμογελούσε
Κάθε φορά που γύριζα συλλογισμένος να τον δω
Γνωρίζοντας κι αυτός-
Καθώς κι εγώ,
Πως δεν θα ξαναγύριζε απ’ την αποστολή
Δεν θα πετούσε πια στη Δύση
Ή στην Ανατολή
Ποτέ στον Ουρανό
Αυτός ο Ανθυποσμηναγός
Που ήταν εικοσιενός χρονώ

Επτά και δέκα
Οι κινητήρες μπαίνουν μπρος
Κι αρχίζει η απογείωση.
Ο ουρανός καφτός. Ξεθωριασμένος γαλανός.
Λίγο πάνω απ’ το έδαφος
Βλέπω να ξεκολλά η βοηθητική δεξαμενή
Από αεροπλάνο του σχηματισμού
Και να κατρακυλάει κάτω στο αεροδρόμιο.
Αναγνωρίζω το αεροπλάνο.
Είναι του Αθανασάκη, του νεαρού ανθυποσμηναγού.
Του κάνω σήμα ότι του έφυγε η δεξαμενή.
«Το ξέρει», μου γνέφει με την κεφαλή.
Και συνεχίζει ατάραχος και γελαστός την πτήση.
Ακόμη βέβαια ξέρει,
Καλά γνωρίζει
Πως έχει καύσιμα ως την Κρήτη
Για την αποστολή.
Όχι όμως και για την επιστροφή.
Θα μείνει εκεί-το ξέρει
Η΄ για να πιαστεί αιχμάλωτος
Η΄ να σκοτωθεί…..

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here