Ο όρος «επιχείρηση Αρετή» εμφανίστηκε στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’60. Τα Εξάρχεια ως «άβατο» είναι ένας όρος που μπήκε στην πολιτική ορολογία τη δεκαετία του ’80. 

Οι αστυνομικές επιχειρήσεις κατά της νεολαίας στα σφαιριστήρια και του κόσμου της νύχτας έδιναν κι έπαιρναν. Τους νέους τους μάζευαν από τα στέκια τους, τους έκοβαν τα παντελόνια και τους ξύριζαν γουλί.
Τη νύχτα μάζευαν μικροκακοποιούς, χαρτοπαίχτες, ναρκομανείς, επαίτες και τσιγγάνους, στις αστυνομικές κλούβες κι από εκεί γραμμή στο τμήμα.
Οι αστυνομικές επιχειρήσεις κινηματογραφούνταν και μέσω του τύπου έπαιρναν μεγάλη έκταση προκειμένου το χουντικό καθεστώς να δείξει την διάθεση του για να επικρατήσουν τα «χρηστά ήθη» και η ασφάλεια στην κοινωνία. Οι μαλλιάδες και οι περιθωριακοί όπως του εννοούσε το καθεστώς ήταν ασυγχώρητοι.

Η «Επιχείρηση ψαλίδι» της χούντας. Οι προσαγωγές και το μαζικό κούρεμα των νέων στο Περιστέρι. Τη γλίτωσε ένας μουσικός που είχε άδεια για μακριά μαλλιά!

Η έντονη κριτική στα 70’s

Από τη δεκαετία του ’70 η αριστερά, όσο μπορούσε να εκφραστεί, άρχισε ολοένα και περισσότερο να καταγγέλλει την αστυνομική βία στις επιχειρήσεις «αρετής» ως εργαλείο καταστολής και εκφοβισμού των πολιτών.
Στη μεταπολίτευση η αστυνομία, μαζί με τα λούμπεν στοιχεία της νύχτας άρχισε να στοχοποιεί την αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο που όσο η χούντα πλησίαζε στο τέλος της άρχιζαν να έχουν μεγαλύτερη επιρροή σε μερίδα του κόσμου της εποχής.

Ο όρος όμως «Επιχείρηση Αρετή» μπήκε ακόμη περισσότερο στην καθημερινότητα την εποχή του ΠΑΣΟΚ όταν αρχικά ιδρύθηκε η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ) από τη συγχώνευση της χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων.

Στο στόχαστρο μπήκαν τα Εξάρχεια, ως χώρος που συγκέντρωνε  άτομα από εξωκοινοβουλευτικές αριστερές οργανώσεις, αντιεξουσιαστικά κινήματα, πανκ, ποιητές και λούμπεν στοιχεία και στοιχειά.

αρετη
Ο στρατηγός Μποσινάκης

Μετά το 1984 το «μέτωπο» των Εξαρχείων μπήκε στο στόχαστρο του τότε αρχηγού της νεοσύστατης ΕΛ.ΑΣ, στρατηγού Μανώλη Μποσινάκη.

Οι ένοπλες οργανώσεις, όπως η «17 Νοέμβρη» με τις δολοφονίες του Τσάντες, το 1983 και του Τζαντ, το 1984 έγιναν ο εφιάλτης των αστυνομικών αρχών. Οι πιέσεις από το εξωτερικό, και ειδικά από τις ΗΠΑ, πίεζαν την Κυβέρνηση να λάβει μέτρα, να δείξει έργο.
Η αστυνομία άρχισε τις επιχειρήσεις. Κατέβαιναν στην πλατεία και έκαναν δεκάδες προσαγωγές ακόμη και όποιου τύχαινε να κάθεται σε κάποιο καφέ ή μπαρ.

Η εισβολή των ΜΑΤ στο σινεμά ΒΟΞ και ο ξυλοδαρμός των θεατών το 1984 ήταν ακόμη μια μελανή σελίδα στην ιστορία της εποχής.
Οι ελάχιστοι πανκ της εποχής, οι εξαθλιωμένοι ναρκομανείς,  τα «βαποράκια», οι αναρχικοί, οι ακροαριστεροί μπήκαν όλοι σχεδόν στο ίδιο καζάνι.

Δεν πρέπει να ξεφύγει της προσοχής ότι η περιοχή των Εξαρχείων είχε αρχίσει να γίνεται περιζήτητη από τους δικηγόρους που αναζητούσαν στέγη, λόγω της μεταφοράς των Δικαστηρίων στην πρώην Σχολή Ευελπίδων. Οι τιμές των διαμερισμάτων που μετατρέπονταν σε γραφεία άρχισαν να παίρνουν τον ανήφορο.

«Άβατο»

Τα ΜΜΕ της εποχής «έδειχναν» τα Εξάρχεια ως το άβατο που έπρεπε να «καθαρίσει» από «αντικοινωνικά» στοιχεία και να «παραδοθεί» στην κοινωνία. Τότε μπήκε ο όρος αυτός στη δημόσια συζήτηση για την περιοχή των Εξαρχείων.

Η επίσκεψη του Γάλλου ακροδεξιού Ζαν Μαρί Λεπέν

Τέλη Σεπτεμβρίου του 1984 καταγράφεται μια δυναμική επιδρομή των αστυνομικών δυνάμεων στην πλατεία. Στόχος οι πανκ, τα φρικιά, οι ροκάδες.
Η αστυνομία είχε απαγορέψει τις διαδηλώσεις αντιφασιστικών οργανώσεων με αφορμή την επίσκεψη του Γάλλου ακροδεξιού Ζαν Μαρί Λεπέν όμως τα επεισόδια δεν αποφεύχθηκαν.
Μετά από αυτά τα επεισόδια και αφού ακόμη και ο φιλοκυβερνητικός τύπος είχε καταγγείλει την υπέρμετρη αστυνομική βία καταγράφεται μια περίοδος ανακωχής μεταξύ της Αστυνομίας και των Εξαρχείων.

Κράτησε όμως λίγο και τον Απρίλιο του 1985 ΜΑΤ και ΜΕΑ εισβάλλουν στην πλατεία και ξυλοκοπούν ανελέητα θαμώνες και περαστικούς. Αφορμή η επίθεση που δέχτηκαν οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας που έφευγαν από συγκέντρωση του κόμματος στο Σύνταγμα.

αρετη

Η κατάσταση δείχνει να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και στο σημείο αυτό της ιστορίας μπαίνει το ΥΠΕΧΩΔΕ που αναθέτει σε πολεοδόμους τον επανασχεδιασμό της περιοχής. Πρότυπο αποτελεί η ανάπλαση της Πλάκας (που πεζοδρομήθηκε, έκλεισαν τα νυχτερινά κέντρα κλπ).
Προϋπόθεση όμως για την «ανάπλαση» του άβατου ήταν η απομάκρυνση των «περιθωριακών» στοιχείων και των εμπόρων ναρκωτικών. Η κρατική καστολή είχε αυτόν τον ρόλο. Με κύριο σύνθημα την προστασία των νέων από τα ναρκωτικά  οι επιχειρήσεις συνεχίζονταν.

Ο επικεφαλής των πολεοδόμων που είχαν αναλάβει το έργο κατέληξε μετά από τις έντονες παρεμβάσεις των ομάδων που ζούσαν στην περιοχή και των κατοίκων που έβλεπαν με δυσπιστία την αστυνομική καταστολή ότι μια ήπια ανάπλαση θα αποσοβούσε την κρίση και την κριτική.

Η δολοφονία του Μιχάλη Καλτετζά  το 1985 από την αστυνομία βάζει τέλος σε κάθε προσπάθεια για ανάπλαση.
Το «άβατο της ανομίας» αρχίζει να μπαίνει ως ορολογία στην πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση γύρω από την περιοχή των Εξαρχείων. Η «Επιχείρηση Αρετή» έβαλε το δικό της λιθαράκι στην συγκρουσιακή συνέχεια με την Αστυνομία και το κράτος που συνεχίζεται ολόκληρη τη δεκαετία 2000-2020.

Με πληροφορίες από το βιβλίο: Η Ελλάδα στη δεκαετία του ΄80 – Εκδόσεις Επίκεντρο

Διαβάστε ακόμη: «Έχεις μαλλί, είσαι αδελφή». Τα ήθη της χούντας και γιατί ο Α. Καφετζόπουλος παρά λίγο να λιντσαριστεί…

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here