Από την έντυπη έκδοση της «Καθημερινής», της Γιούλης Επτακοίλη

«Στους δρόμους όφειλαν όλοι να περπατούν με μπαστούνια για να τηρούν σε απόσταση όσους συναντούσαν, κρατώντας συγχρόνως σφουγγάρια βρεγμένα με ξύδι, καθώς και ψιλοκομμένες φλούδες κεδρόξυλου για να απομακρύνονται τα μικρόβια. Κάθε πρωί έπρεπε να τρώνε ξερά σύκα, λίγο απήγανο, λίγο αλάτι και άφθονο σκόρδο ή αν δεν είχαν τα είδη αυτά, ψωμί βουτηγμένο σε κρασί μοσχάτο.

Στους άνδρες συνιστούσαν να ξυρίζονται συχνά και να αλλάζουν καθημερινά ρούχα. Στις γυναίκες να αερίζουν, επίσης καθημερινά, τα ασπρόρουχα, ιδιαίτερα τα σεντόνια και να πλένουν τα ρούχα, χρησιμοποιώντας ξύδι και σκόρδο».

Το 1687, τη δεύτερη δηλαδή την δεύτερη περίοδο της Βενετοκρατίας, επιδημία πανούκλας είχε πλήξει την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την περιοχή του Ναυπλίου. Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης τα μέτρα που είχαν πάρει τότε οι Αρχές για την αντιμετώπιση της και την ανακοπή της πορεία του θανάτου, οι ομοιότητες στους χειρισμούς και η έμφαση του social distancing δεν διαφερουν και πολύ από ό,τι συμβαίνει σήμερα.

Τα αποσπάσματα που δημοσιεύει η «Κ» είναι προϊόν μελέτης της Χρύσας Μαλτέζου, ιστορικού, τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και τέως διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Περιλαμβάνονται σε ένα άγνωστο στην έρευνα μέχρι πριν από λίγα χρόνια αρχειακό υλικό που εισήχθη στις συλλογές των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας: Το ιδιωτικό αρχείο του Gasparo Bragadin, έκτακτου προνοητή της Ρωμανίας, κατά τη διετία 1686 – 1688. «Απαρτίζεται από τρία σταχωμένα με περγαμηνή κατάστιχα που περιέχουν πολυάριθμα έγγραφα, ιδιαίτερα σημαντικά για την πελοποννησιακή ιστορία στη διάρκεια της δεύτερη περιόδου της Βενετοκρατίας», αναφέρει η κ. Μαλτέζου.

Το Ναύπλιο από ψηλά ©Μηχανή του Χρόνου

Το γαλλικό πλοίο

Στα έγγραφα υπάρχουν αρκετές αναφορές για την πανώλη που έπληξε την Πελοπόννησο το 1687-88:
«Για τη φοβερή αυτή μεταδοτική νόσο που προσέβαλε τόσο τις παραθαλάσσιες περιοχές όσο και την ενδοχώρα, οι πενιχρές μαρτυρίες που είπαμε έως τώρα δεν επέτρεπαν να εκτιμήσουμε τις επιπτώσεις της στη δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού, αλλά και στις γενικές συνέπειες που είχε στη ζωή γενικότερα των κατοίκων της εποχής εκείνης. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέταμε ήταν ότι η πανούκλα μεταδόθηκε από γαλλικό πλοίο που είχε ελλιμενιστεί στο Ναύπλιο, ότι γρήγορα εξαπλώθηκε στην πόλη και τα περίχωρα κι από κει σε όλη την Πελοπόννησο, ότι υπήρχε οξεία και και θανατηφόρα κι ακόμη ότι ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα, κατευθύνθηκε με το στόλο του στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε ως την τελική κάθαρση», γράφει η κ. Μαλτέζου, διευκρινίζοντας ότι το υλικό αναφέρεται μόνο στην επαρχία της Ρωμανίας που ανήκε στη δικαιοδοσία του Βενετού αξιωματούχου, η οποία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο περιελάμβανε, τα διαμερίσματα του Ναυπλίου της Κορίνθου, της Τριπολιτσάς, του Άργους και του Αγίου Πέτρου Τσακωνιάς.

Και μερικά στοιχεία για τον πληθυσμό: «Σύμφωνα με την απογραφή του πληθυσμού του 1689 η Πελοπόννησος χωρίς τη Μάνη και την Κορινθία, αριθμούσε 86.468 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Grimani του 1700 ο συνολικός πληθυσμός είχε ανέλθει στους 176.844 κατοίκους. Ειδικότερα η επαρχία της Ρωμανίας αριθμούσε 37.458 κατοίκους».

Ποιες ήταν όμως οι οδηγίες των Αρχών προς τους κατοίκους της εποχής 

«Απαγορευόταν να κυκλοφορούν άσκοπα στους δρόμους και να μετακινούνται σε άλλα σπίτια. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κι αν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι, επιτρεπόταν σε σπίτια άλλων και με τη συνοδεία ενός φύλακα. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους στρατιώτες, στους οποίους επιτρεπόταν η μετακίνηση αλλά και η κυκλοφορία κατά την ώρα μόνο της αλλαγής βάρδιας».

Οι νεκροθάφτες με τα κουδούνια και τα μπλόκα στους δρόμους

Η πολιτική που ακολουθούσαν για τις κατοικίες που σημειώνονταν θάνατοι ήταν βέβαια αρκετά διαφορετική. «Τα σπίτια στα οποία είχαν επισημανθεί θανατηφόρα κρούσματα, αν ήταν απομονωμένα, παραδίδονταν ολόκληρα στη φωτιά. Διαφορετικά, αν υπήρχε κίνδυνος να μεταδοθεί η φωτιά στα διπλανά, γινόταν απολύμανση, καιγόταν δηλαδή η οικοσυσκευή αλλά και ο ρουχισμός. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρώτα έκλειναν τα παράθυρα για να εισχωρήσει ο καπνός στους τοίχους κι αφού μετά τα άνοιγαν, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα, ράντιζαν με ξύδι το πάτωμα και άλειβαν τους τοίχους με κατράμι ή τριμμένη τερεβινθίνη (καμφορά). Οι νεκροθάφτες όφειλαν κάθε πρωί να τριγυρίζουν στους δρόμους, για να μαζεύουν τους νεκρούς από τα σπίτια, έχοντας δεμένα στα πόδια τους κουδούνια για να ακούγονται από μακριά και να μην τους πλησιάζει ο κόσμος.

Το Ναύπλιο από ψηλά ©Μηχανή του Χρόνου

Στο Ναύπλιο τα πτώματα ενταφιάζονταν γύρω από το χαράκωμα που βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο και οι νεκροθάφτες είχαν εντολή να σκάβουν βαθείς λάκκους και να τους σκεπάζουν μετά με ασβέστη».

«Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με τον σκοπό να ανακόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Έτσι οι δρόμοι που οδηγούσαν από το Άργος, την Κόρινθο και την Τρίπολη προς το Ναύπλιο έκλεισαν, ενώ έξω από τις πύλες της εισόδου του Ναυπλίου, δόθηκε εντολή να τοποθετηθούν διπλά φράγματα, για να εμποδίζεται η επικοινωνία με τα περίχωρα. Στη μέση του φράγματος έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς ένας ή δύο φύλακες, οι οποίο μαζί με τον Proveditore alla Sanita θα χορηγούσαν άδειες εισόδου και εξόδου από την πόλη μόνο μετά από έλεγχο. Με ιδιαίτερη αυστηρότητα αντιμετωπίστηκαν οι ομάδες Αθηναίων που είχαν φτάσει πρόσφυγες στην πελοποννησιακή γη».

Στα αρχεία περιέχονται και πληροφορίες για τα συμπτώματα της νόσου και τα φάρμακα που χρησιμοποιούσαν. «Την τερεβινθίνη, το permadandon και μια φαρμακευτική σύνθεση την οποία οι Έλληνες σύμφωνα με μαρτυρία των εγγράφων, ονόμαζαν «σαμψάχι».

Ως προς τους γιατρούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη δύσκολη εκείνη περίοδο, η πηγή μας διασώζει τα ονόματα εκείνων που εργάζονταν στο νοσοκομείο του Ναυπλίου: ο Αντόνιο Μπερνάρντι, επικεφαλής του νοσοκομείου, ο Πίνι, ο Λεάντρο και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφύριος, του οποίου οι γνώσεις είχαν εκτιμηθεί από τους Βενετούς αξιωματούχους, γιατί συχνά εξαίρεται η προσφορά του στις εκθέσεις τους».

  • Η μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα Πρακτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης που συγκλήθηκε στη Μονεμβασία με τίτλο: «Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea», Αθήνα 1998.

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Η πανούκλα που αφάνισε το 1/3 των κατοίκων της Λευκάδας. Το καράβι που θεωρήθηκε υπεύθυνο για το λοιμό. Γιατί η περιοχή του λοιμοκαθαρτηρίου ονομάστηκε Αγία Κάρα …

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here