«Το μόνο πράγμα που χρειάζεται το κακό για να θριαμβεύσει είναι να μην κάνουν τίποτα οι καλοί». Αυτή είναι μία φράση που ακούγεται συχνά, αλλά η αλήθεια που κρύβει αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο στην περίπτωση της Ρουάντα το 1994.

Παρά την πληθώρα των αποδείξεων που έδειχναν ότι οι Χούτου, που αποτελούσαν την πλειοψηφία, διεξήγαγαν μια οργανωμένη μαζική σφαγή των Τούτσι συμπατριωτών τους, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του OHE αρνήθηκαν να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα για να την αποτρέψουν. Το μακελειό που ακολούθησε κηλίδωσε τη φήμη και την αξιοπιστία του ΟΗΕ.

Ο εθνοτικός διαχωρισμός και η αρχή της έχθρας

Όταν η περιοχή της Ρουάντα περιήλθε στον αποικιακό έλεγχο της Γερμανίας στα τέλη της δεκαετίας του 1800, οι δυο μεγαλύτερες εθνοτικές ομάδες της χώρας οι Χούτου και οι Τούτσι, ανήκαν σε διαφορετικά στρώματα της κοινωνικής ιεραρχίας.
Οι Χούτου, που αποτελούσαν μακράν την πλειοψηφία, ήταν κυρίως αγρότες. Οι Τούτσι ήταν κτηνοτρόφοι και είχαν υψηλότερη κοινωνική θέση, αλλά οι συγκεκριμένοι ορισμοί δεν ήταν απόλυτοι: ένας Χούτου που αποκτούσε τα δικά του ζωντανά γινόταν ουσιαστικά Τούτσι, ως προς την αντιμετώπιση.
Ωστόσο, οι Γερμανοί και αργότερα οι Βέλγοι βάσισαν το σύστημα διακυβέρνησής τους σε αυτή τη διάκριση. Έδωσαν μεγαλύτερη πολιτική εξουσία στους Τούτσι, τους οποίους έβλεπαν περισσότερο ως «Ευρωπαίους» επειδή είχαν πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα και ήταν ψηλότεροι από τους Χούτου.
Οι Βέλγοι επέβαλαν τη χρήση ταυτοτήτων, όπου αναγραφόταν αν κάποιος είναι Χούτου ή Τούτσι κάτι που εξαρτιόταν από τον αριθμό των ζώων που είχε στην κατοχή του. Επιπλέον οι Τούτσι ήταν γενικά πιο πρόθυμοι να ασπαστούν τον Καθολικισμό και ως εκ τούτου είχαν περισσότερες ευκαιρίες να μορφωθούν. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να αποκρυσταλλωθεί κοινωνικά ο συγκεκριμένος εθνοτικός διαχωρισμός.

Τη δεκαετία του 1950 η έχθρα των Χούτου κατά της άρχουσας μειοψηφίας των Τούτσι μεγάλωσε και μετά από επιθέσεις σε βάρος πολιτικών ηγετών των Χούτου το 1959, δεκάδες χιλιάδες Τούτσι δολοφονήθηκαν από τους Χούτου.
Οι παρίες έγιναν κυρίαρχοι και περίπου 150.000 Τούτσι εξορίστηκαν σε γειτονικές χώρες όπως το Μπουρουντί, η Τανζανία και η Ουγκάντα, ενώ στη Ρουάντα άρχισε να εφαρμόζεται και μια πολιτική εσκεμμένων διακρίσεων κατά των Τούτσι.
Το 1960 έγιναν δημοκρατικές εκλογές στις οποίες οι πλειοψηφούντες Χούτου εξέλεξαν πρόεδρο Χούτου και η μοναρχία των Τούτσι έφτασε στο τέλος της. Τα επόμενα 30 χρόνια μέσα από μία σειρά σημαντικών πολιτικών ανακατατάξεων, οι Τούτσι έχασαν σταδιακά την πρόσβαση τους σε διάφορα επαγγέλματα και θέσεις επιρροής, μέχρι που η Ρουάντα έγινε μια μονόπλευρη κοινωνία κυριαρχούμενη από τους Χούτου.

Η ειρηνευτική συμφωνία και η ένταση της εχθρότητας

Μια παρόμοια διένεξη μεταξύ Χούτου και Τούτσι μαινόταν στο γειτονικό Μπουρουντί, όπου οι Χούτου αποτελούσαν μεν την πλειοψηφία, αλλά οι Τούτσι ήλεγχαν τον στρατό. Το 1972, ο στρατός στο Μπουρουντί σκότωσε γύρω στους 200.000 Χούτου. Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στη Ρουάντα. Στο μεταξύ, οι Τούτσι πρόσφυγες από τη Ρουάντα, αρκετοί εκ των οποίων είχαν πολεμήσει στο πλευρό των ανταρτών της Ουγκάντας, ίδρυσαν το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντας.
Το 1990 το Μέτωπο προχώρησε σε μια σειρά επιδρομών στο έδαφος της Ρουάντας, επιζητώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και την επανένταξη σχεδόν μισού εκατομμυρίου Τούτσι που είχαν αποκλειστεί από την πατρίδα τους.
Αυτό θεωρήθηκε ως μια προσπάθεια των Τούτσι να ανακαταλάβουν την εξουσία και οδήγησε σε έναν τριετή πόλεμο κατά τον οποίο και οι δύο πλευρές παραβίασαν αρκετές φορές τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά τελικά υπέγραψαν μια ειρηνευτική συμφωνία – τη Συνθήκη της Αρούσα – τον Αύγουστο του 1993. Η συμφωνία επέβαλλε τη δημιουργία μιας μεταβατικής κυβέρνησης στη Ρουάντα, την επανένωση του στρατού και την επίβλεψη της διαδικασίας από μία ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ.

Ωστόσο πολλοί Χούτου ήταν αντίθετοι με τη συμφωνία και καθώς η ένταση μεταξύ των δύο εθνοτήτων μεγάλωνε, η ελεγχόμενη από τους Χούτου κυβέρνηση πυροδότησε εσκεμμένα την αυξανόμενη εχθρότητα. Χρησιμοποίησε έντυπα μέσα και κρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς για να κάνει προπαγάνδα σε βάρος των Τούτσι και να αναμοχλεύσει το φυλετικό μίσος, χαρακτηρίζοντας τους Τούτσι «κατσαρίδες», που έπρεπε να τις εξολοθρεύσουν, επειδή ήθελαν να σκλαβώσουν τους Χούτου.

Οι «ομάδες θανάτου» και το σχέδιο αφανισμού των Τούτσι

Με ορατό πλέον το ενδεχόμενο να ξεσπάσουν βιαιοπραγίες, το Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ δημιούργησε τον Οκτώβριο του 1993 την Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για τη Ρουάντα υπό την ηγεσία του Καναδού στρατηγού Ρομέο Νταλέρ. Τα συμμετέχοντα έθνη χρειάστηκαν πέντε μήνες για να συγκεντρώσουν 2.500 στρατιώτες.
Τον Δεκέμβριο του 1993, ο στρατηγός Νταλέρ πληροφορήθηκε πως η πανίσχυρη ελίτ των Χούτου σχεδίαζε να κρατηθεί στην εξουσία αφανίζοντας όλους τους Τούτσι.
Οι ένοπλες δυνάμεις της Ρουάντας και 1.700 μέλη της πολιτοφυλακής οργανωμένα σε «ομάδες θανάτου» είχαν εξοπλιστεί με τουφέκια και χειροβομβίδες, ενώ είχαν εισαχθεί και περισσότερες από μισό εκατομμύριο ματσέτες.
Ο Νταλέρ έμαθε που ήταν αποθηκευμένα τα όπλα, αλλά ενημερώθηκε από τους ανωτέρους του στον ΟΗΕ ότι είχε εξουσιοδότηση να αναμιχθεί στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας μόνο αν διαπίστωνε πως βρίσκονταν σε εξέλιξη πράξεις γενοκτονίας. Πρακτικά τον ακινητοποίησαν.
Οι δηλώσεις κατά των Τούτσι στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και η προπαγάνδα που παρότρυνε τους βιασμούς των γυναικών τους, κλιμακώθηκαν τους επόμενους μήνες.

Οι «ομάδες θανάτου» είχαν εξοπλιστεί με τουφέκια και χειροβομβίδες, ενώ είχαν εισαχθεί και περισσότερες από μισό εκατομμύριο μάχαιρες

Στις 6 Απριλίου 1994 συνέβη ένα περιστατικό που άναψε το φυτίλι. Το αεροπλάνο που μετέφερε τους προέδρους της Ρουάντα και του Μπουρουντί – και οι δύο ήταν Χούτου- ετοιμαζόταν να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Κιγκάλι, της πρωτεύουσας της Ρουάντα, όταν χτυπήθηκε από δύο πυραύλους και συνετρίβη, παρασύροντας τους στο θάνατο.
Σύμφωνα με την συνθήκη της Αρούσα, την ηγεσία θα αναλάμβανε πλέον η πρωθυπουργός, Αγκάτε Ουιλινγκιγιμάνα, αλλά η εξουσία της αμφισβητήθηκε από τον στρατό και ιδιαίτερα τον στρατηγό Μπαγκοσόρα, τον βασικό αυτουργό που δημιούργησε και εξόπλισε τις «ομάδες θανάτου» κι ο οποίος ενδέχεται να ενορχήστρωσε την πυραυλική επίθεση στο προεδρικό αεροπλάνο.
Ο στρατηγός Νταλέρ έστειλε 10 Βέλγους κυανόκρανους για να προστατεύσουν την οικία της Ουιλινγκιγιμάνα και να τη συνοδέψουν το επόμενο πρωί στον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό ώστε να μπορέσει να απευθύνει διάγγελμα και να εκτονώσει την αυξανόμενη ένταση, αλλά τη νύχτα της 7ης Απριλίου μέλη του στρατού και της προεδρικής φρουράς αφόπλισαν τους Βέλγους και πυροβόλησαν την Ουιλινγκιγιμάνα και τον σύζυγο της.  Οι Βέλγοι στρατιώτες δολοφονήθηκαν αργότερα την ίδια μέρα.

Τουλάχιστον 500.000 γυναίκες και κορίτσια των Τούτσι βιάστηκαν συστηματικά και βάναυσα

Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι μαζικοί σκοτωμοί, μια οργανωμένη προσπάθεια σε όλη τη χώρα να αφανιστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι Τούτσι. Καθώς ξέσπασαν βιαιοπραγίες πρωτοφανούς κλίμακας, ο ΟΗΕ έδωσε εντολή στον Νταλέρ και την Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για τη Ρουάντα να βοηθήσουν τους ξένους πολίτες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Όταν αποχώρησε η ειρηνευτική δύναμη  που φρουρούσε ένα σχολείο όπου είχαν βρει καταφύγιο 2.000 Τούτσι – μεταξύ των οποίων και πολλά παιδιά – οι Χούτου που καραδοκούσαν όρμησαν μέσα και δολοφόνησαν μέχρι και τον τελευταίο πρόσφυγα.
Λίγο αργότερα ο ΟΗΕ διέταξε την αποχώρηση όλης της ειρηνευτικής δύναμης, εκτός από 270 στρατιώτες, παρά τις αναφορές του Νταλέρ για όσα συνέβαιναν και τα αιτήματα του να αποσταλούν 5.500 επιπλέον κυανόκρανοι ώστε να αποτραπεί η σφαγή. Μάλιστα οι ΗΠΑ ζήτησαν την απομάκρυνση όλης της Αποστολής Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για τη Ρουάντα και αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία τους για να μπλοκάρουν τους ραδιοφωνικούς σταθμούς που μετέδιδαν μηνύματα φυλετικού μίσους.

Οι αποτυχημένες προσπάθειες του ΟΗΕ να αποτρέψει τη γενοκτονία

Τις επόμενες 100 ημέρες εκτιμάται ότι 800.000 άνθρωποι – κυρίως Τούτσι, αλλά και μετριοπαθείς Χούτου που προσπάθησαν να τους βοηθήσουν ή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις δολοφονίες – εκτελέστηκαν ή κατακρεουργήθηκαν από τον στρατό, τις «ομάδες θανάτου», καθώς και από πολίτες Χούτου που αναγκάστηκαν υπό την απειλή των όπλων να δολοφονήσουν τους γείτονες τους. Τουλάχιστον 500.000 γυναίκες και κορίτσια των Τούτσι βιάστηκαν συστηματικά και βάναυσα.

Ο στρατηγός Ρομέο Νταλέρ και η παντελώς ανεπαρκής δύναμη των κυανόκρανων έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δημιουργηθούν ασφαλείς περιοχές όπου θα κατάφερναν να προστατεύσουν τα πιθανά θύματα της ολοφάνερης πλέον γενοκτονίας. Όντως προστάτευσαν δεκάδες χιλιάδες Τούτσι, αλλά οι αναφορές και οι εκκλήσεις του Νταλέρ για πρόσθετη υποστήριξη δεν εισακούστηκαν από τον ΟΗΕ. Τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας έδειχναν απρόθυμα να εμπλακούν σε ένα θεωρητικά εσωτερικό ζήτημα της χώρας και αρνήθηκαν να αποδεχθούν ότι αυτό που συνέβαινε ήταν γενοκτονία καθώς μία τέτοια παραδοχή θα απαιτούσε από αυτούς να παρέχουν χρήματα και ανθρώπινο δυναμικό. Τελικά μετά από πέντε εβδομάδες απερίγραπτης βίας, ο ΟΗΕ ενέκρινε την αποστολή 5.500 επιπλέον κυανόκρανων αλλά μέχρι αυτοί να κινητοποιηθούν, ήταν ήδη πολύ αργά.

Παράλληλα με την επιχείρηση γενοκτονίας των Τούτσι, ένας άλλος πόλεμος διεξαγόταν σε όλη τη χώρα, ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις της Ρουάντα και το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου το  RPF  είχε καταφέρει να κερδίσει τον έλεγχο της χώρας και μόνο τότε μετριάστηκε η γενοκτονία, όμως ακολούθησε η μαζική έξοδος περίπου 2.000.000 Χούτου προς το Ζαίρ και άλλες γειτονικές χώρες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν υπερπλήρη στρατόπεδα προσφύγων που μαστίζονταν από ασθένειες.

Aκολούθησε η μαζική έξοδος περίπου 2.000.000 Χούτου

Ο ΟΗΕ διέταξε τη διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας για τους χειρισμούς των γεγονότων του 1994, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1999. Το πόρισμα έριχνε  την ευθύνη για την αποτυχία της αποτροπής της γενοκτονίας του 1994 στο σύστημα του ΟΗΕ, στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας- ειδικά στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλες χώρες μέλη του οργανισμού, ενώ τόνιζε επίσης ότι η δύναμη του ΟΗΕ δεν είχε οργανωθεί, αναπτυχθεί και καθοδηγηθεί έτσι ώστε να καταφέρει να σταματήσει τη γενοκτονία.
Σύμφωνα με το πόρισμα, η Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για τη Ρουάντα έπεσε θύμα της πολιτικής απροθυμίας που έδειξε το Συμβούλιο Ασφαλείας και άλλες χώρες- μέλη. Η αναφορά έλεγε κατά λέξη: «Η διεθνής ευθύνη είναι τέτοια ώστε απαιτείται μια ξεκάθαρη συγγνώμη του οργανισμού και των εμπλεκόμενων χωρών- μελών προς τον λαό της Ρουάντα».

Πηγή φωτογραφιών: Youtube

Πηγή: Τα μεγαλύτερα λάθη της ιστορίας και οι άνθρωποι που τα διέπραξαν, του Ian Whitelaw, εκδόσεις Κλειδάριθμος

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Ο «Αφρικανός Σίντλερ». Ο ξενοδοχοϋπάλληλος που έδωσε καταφύγιο σε χιλιάδες κυνηγημένους και τους έσωσε από την γενοκτονία της Ρουάντα, όπου σφαγιάστηκαν 850.000 άνθρωποι. Η ζωή του έγινε ταινία 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here