Απόσπασμα από: Από τον Αϊνστάιν στον Πελέ, η ιστορία του Μουντιάλ του Θεολόγου Αλεξανδράτου, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Ολόκληρος ο πλανήτης έγλειφε τις πληγές του μετά τον καταστροφικό πόλεμο. Εκατομμύρια χαμένες ζωές, άλλοι τόσοι οι τραυματίες, χώρες ρημαγμένες, πόλεις ερειπωμένες, άνθρωποι χωρίς γέλιο και ελπίδα.

Το ποδόσφαιρο θα έλεγε κανείς πως ήταν το τελευταίο πράγμα στο μυαλό των περισσότερων.
Όχι και στο κεφάλι του πολυμήχανου Ζιλ Ριμέ.
Ο γάλλος πρόεδρος τη FIFA ήξερε ότι η συνέχιση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ήταν ζωτικής σημασίας. Για όλο τον κόσμο.
Φυσικά δεν ήταν καθόλου εύκολη η ιδέα να μεταφερθεί από το μυαλό στο χαρτί και στη συνέχεια στο χόρτο.
Όταν ο Ριμέ πρότεινε την άμεση επανέναρξη της διοργάνωσης μετά τον πόλεμο, πολλοί τον κοιτούσαν με απορία. Άλλοι με κακία. Και κάποιοι τον θαύμασαν για τη διορατικότητά του.
Ο Γάλλος ήθελε η διοργάνωση να γίνει το 1949, αλλά τα χρονικά περιθώρια ήταν στενά.
Καμία χώρα δεν θα προλάβαινε να είναι έτοιμη τόσο γρήγορα, ενώ υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες και για την έγκαιρη διεξαγωγή των προκριματικών.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο σε χώρα της Λατινικής Αμερικής

Τη διοργάνωση του Μουντιάλ 1950 ανέλαβε η «χώρα του καφέ»

Τη διοργάνωση του 1942 κανονικά θα αναλάμβανε η Βραζιλία και αυτομάτως η «χώρα του καφέ», ήταν το μεγάλο φαβορί για να φιλοξενήσει το μεταπολεμικό Παγκόσμιο Κύπελλο.
Οι Βραζιλιάνοι ζήτησαν ένα χρόνο παράταση, ώστε να ετοιμαστούν κι έτσι αποφασίστηκε η τελική φάση να γίνει τον Ιούλιο του 1950.
Ήταν άλλωστε η πλέον ασφαλής και λογική επιλογή.
Οι χώρες της Νότιας Αμερικής δεν ενεπλάκησαν στον πόλεμο ενεργά. Αντίθετα, απορρόφησαν αρκετούς πρόσφυγες από την Ευρώπη.
Η Κίνα δεν πήρε μέρος, καθώς μόλις είχε γίνει Λαϊκή Δημοκρατία και είχε ως κύριο μέλημά να αναπτύξει διπλωματικές σχέσεις με τα άλλα κράτη και να αναγνωρίσουν το πολίτευμά της.
Για πρώτη φορά στα χρονικά, πήρε μέρος στα προκριματικά η Αγγλία. Και μαζί της όλο το νησί.
Τα βρετανικά κράτη έγιναν ξανά μέλη της FIFA και σχημάτισαν έναν προκριματικό όμιλο, αγωνιζόμενα μεταξύ τους.

Ο κόσμος βέβαια άλλαζε και ο ρυθμός της αλλαγής ήταν ιλιγγιώδης.
Μέσα σε τόση αναταραχή πάντως τα προκριματικά ολοκληρώθηκαν σχεδόν ομαλά.
Μόνο στην Ασία δεν έγιναν καθόλου αγώνες, αφού οι τρεις από  τις τέσσερις ομάδες που είχαν δηλώσει συμμετοχή, αποσύρθηκαν και η Ινδία, που μόλις τον Ιανουάριο έγινε ανεξάρτητο κράτος, πήρε χωρίς αγώνες το εισιτήριο.
Τα ίδια και στη Λατινική Αμερική, όπου για τις έξι θέσεις δεν χρειάστηκε να κοπιάσει κάποιος για να τις κερδίσει.

Η εμπλοκή της πολιτικής στο ποδόσφαιρο

Μοναδική έκπληξη η απόσυρση της Αργεντινής, εξαιτίας του γεγονότος ότι η άσπονδη φίλη πήρε το χρίσμα.
Στην Ευρώπη όμως έγινε χαμός.
Στον βρετανικό όμιλο ειδικά, όπου και μπλέχτηκε η πολιτική.
Δύο ομάδες κατέβηκαν ως «Ιρλανδία», η Βόρεια Ιρλανδία και το Έιρε.
Αμφότερες αποκαλούσαν την αντιπροσωπευτική τους ομάδα «Ιρλανδία» και θεωρούσαν αναφαίρετο δικαίωμά τους να διαλέγουν παίχτες και από την άλλη πλευρά.
Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν τέσσερις ποδοσφαιριστές να παίξουν και με τις δύο εθνικές ομάδες.
Η όλη κατάσταση ξεσήκωσε θύελλα διαβουλεύσεων γκρίνιας και πολιτικολογίας.
Τη λύση έδωσε τρία χρόνια αργότερα η FIFA, όταν επέβαλε τις σημερινές ονομασίες των δύο Εθνικών ομάδων.
Η Γαλλία δεν δεχόταν να κάνει το πολυέξοδο ταξίδι μέχρι τη Βραζιλία και η Ιταλία το ίδιο.
Οι οικονομίες μετά τον πόλεμο είχαν καταστραφεί και η FIFA ανέλαβε να χρηματοδοτήσει τις δύο ομάδες, αλλά η Γιουγκοσλαβία τη γλύτωσε από τα μισά έξοδα: απέκλεισε τους Γάλλους στα προκριματικά.

Οι όμιλοι και το τεράστιο Μαρακανά
Στην τελική φάση ήταν προγραμματισμένο να συμμετάσχουν 16 ομάδες και να χωριστούν σε ομίλους. Στη Βραζιλία έφτασαν 13 ομάδες. Ινδία, Σκοτία και Τουρκία αποσύρθηκαν, για δικούς της λόγους η καθεμία.
Η οργανωτική επιτροπή είχε εκπονήσει πλάνο σύμφωνα με το οποίο θα γίνονταν τέσσερις όμιλοι των τεσσάρων ομάδων στην αρχή και κάθε πρώτος θα περνούσε στον τελικό όμιλο, όπου θα γινόταν ένα νέο μίνι πρωτάθλημα.
Με την απόσυρση των τριών ομάδων, έμειναν δυο όμιλοι των τεσσάρων, ένας των τριών και ένας των δύο.
Οι αποστάσεις ήταν γενικά μεγάλο πρόβλημα, αφού οι ομάδες ταξίδευαν για πολλές ώρες αλλάζοντας πόλεις μεταξύ του ενός και του άλλου αγώνα,
Για όλες τις ευρωπαϊκές ομάδες, το νεόκτιστο και αχανές Μαρακανά ήταν τρομαχτικό.
Έχοντας συνηθίσει να παίζουν σε γήπεδα μέχρι 40.000 θέσεων, οι περισσότεροι έμεναν με το στόμα ανοικτό στο χωρητικότητας 200.000 θέσεων στάδιο του Ρίο.

Για όλες τις ευρωπαϊκές ομάδες, το νεόκτιστο και αχανές Μαρακανά ήταν τρομαχτικό

Οι Ελβετοί έπαιξαν με τη διοργανώτρια στο Σάο Πάολο και απέσπασαν ισοπαλία με 2-2.
Το κρίσιμο ματς για την πρόκριση κόντρα στη Γιουγκοσλαβία έγινε στο Μαρακανά.
Η Αγγλία ήταν το φαβορί του 2ου ομίλου και μαζί με την Ισπανία διεκδικούσε την πρωτιά.
Μετά το άνετο 2-0 επί της Χιλής και πριν από το ντέρμπι με την Ισπανία, οι Άγγλοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ΗΠΑ. Η ερασιτεχνική ομάδα των Αμερικανών φάνταζε παιχνιδάκι στα μάτια των άγγλων σταρ.
Ο κόσμος στις εξέδρες του Ιντεπεντένσια περίμενε γκολ και θέαμα από τους Άγγλους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Η αμερικανική άμυνα κρατούσε μια χαρά, και σε μια αντεπίθεση ο Τζο Γκέτιενς πέτυχε το γκολ που υπέγραψε τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.

Ενδιαφέρον είχε και ο όμιλος της Σουηδίας με την Ιταλία.
Μια περίεργη απόφαση της Σουηδικής Ομοσπονδίας επέτρεπε μόνο σε ερασιτέχνες παίχτες τη συμμετοχή.
Οι Ιταλοί από την άλλη είχαν χάσει όλη την Εθνική τους ομάδα (δηλαδή την Τορίνο) στο αεροπορικό δυστύχημα της Σουπέργκα και παρατάχθηκαν με σύνθεση ανάγκης.
Το τελικό 3-2 έστειλε τη Σουηδία στο γκρουπ διεκδίκησης του τίτλου και την Ιταλία στο σπίτι της.
Στο τελευταίο γκρουπ συμμετείχαν μόνο η Ουρουγουάη και η Βολιβία.
Η παρέα του Σκιάφινο έκανε πλάκα επικρατώντας ε 8-0, χωρίς αυτή τη φορά οι Βολιβιανοί να φορέσουν ευχαριστήρια μπλουζάκια, όπως το 1930.

«Η μέρα που έκλαψε η Βραζιλία»

Στο τελικό γκρουπ η Βραζιλία μπήκε φουριόζα.
Σάρωσε με 7-1 τη Σουηδία και 6-1 την Ισπανία, την ώρα που η Ουρουγουάη έμενε στο 2-2 με τους Ίβηρες και αγκομαχούσε στο 3-2 με τους Σκανδιναβούς.
Η οικοδέσποινα ήταν κοντά στον στόχο.
Το μεταξύ τους παιχνίδι της 16ης Ιουλίου ήταν το τελευταίο του γκρουπ και ο άτυπος τελικός.
Στη Βραζιλία αρκούσε και ισοπαλία.
Όλες οι αρχές της χώρας πήγαν στο Μαρακανά μαζί με άλλους 198.000 συμπατριώτες τους.
Η σιγουριά ήταν απόλυτη.
Στο γήπεδο επικρατούσε ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Που έγινε φρενίτιδα όταν ο Φριάκα με την έναρξη της επανάληψης άνοιξε το σκορ.
Στις εξέδρες όλοι σχεδόν χόρευαν σάμπα.
Η ατμόσφαιρα επηρέασε τους Βραζιλιάνους παίχτες και πείσμωσε τους Ουρουγουανούς, που ισοφάρισαν στο 66′ με τον Σκιαφίνο και έκαναν το πολύβουο στάδιο να σιγήσει με το γκολ του Τζίγκια στο 79′.
Η σιωπή δεν υπήρξε ποτέ πιο εκκωφαντική.
Η Ουρουγουάη κατέκτησε τον δεύτερο παγκόσμιο τίτλο της και οι καλύτεροι παίχτες της έκανα «χρυσά» επαγγελματικά συμβόλαια την Ευρώπη.

Το «μαύρο πρόβατο» τη Βραζιλίας

Η Βραζιλία είχε μια τεράστια πληγή και χρειάστηκαν οχτώ χρόνια για να κλείσει.
Αυτοκτονίες ακολούθησαν την ήττα. Και πολλές καριέρες καταστράφηκαν.

Ο Μπαρμπόζα ήταν ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος

Οι παίχτες είχαν η στάμπα του «λούζερ», μα χειρότερη από όλους ήταν η μοίρα του Μοασίρ Μπαρμπόζα.
Του ανθρώπου που είχε την ατυχία να είναι ο γκολκίπερ της Βραζιλίας εκείνη την ημέρα.
Παρότι είχε ψηφιστεί κορυφαίος τερματοφύλακας του τουρνουά, ο Μπαρμπόζα έκανε λάθος στο δεύτερο γκολ των Ουρουγουανών.
Ουσιαστικά, η μπάλα κύλησε κάτω από το σώμα του και μπήκε στα δίχτυα.
Ο δημοσιογράφος Λούις Μέντες, ο οποίος μετέδιδε στο εθνικό ραδιόφωνο της Βραζιλίας, αναρτήθηκε τρεις φορές αν αυτό που έβλεπε ήταν αληθινό.
Ο Μπαρμπόζα ήταν ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος.
Ήταν μαύρος και ο άνθρωπος που – κατά τους Βραζιλιάνους- έφταιγε για την απώλεια του Κυπέλλου.
Έχασε για πάντα τη θέση του στην Εθνική και το όνομά του έγινε συνώνυμο της γκαντεμιάς, της κατάρας.
Μάλιστα εφευρέθηκε και λέξη, το «Μαρακανάσο», για να περιγράφει τις γκάφες των γκολκίπερ.
Το 1963, στην ανακατασκευή του σταδίου, του έκαναν δώρο το παλιό γκολπόστ, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να ξορκίσουν το κακό.
Το 1993, ο τότε πρόεδρος της Ομοσπονδίας απαγόρευσε στην τηλεόραση να έχει ως σχολιαστή τον Μπαρπόζα, γιατί «θα μας φέρει γρουσουζιά».
Ο Μπαρμπόζα πέθανε το 2000.
Λίγο πριν φύγει από τη ζωή είχε πει: «Η μεγαλύτερη ποινή στη Βραζιλία είναι 30 χρόνια, Εγώ έχω φτάσει τα 50 και ακόμη δεν έχω συγχωρηθεί».

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο στη χιονισμένη Ουρουγουάη του 1930. Η Άγγλοι το σνόμπαραν, έπεσε πολύ ξύλο και οι ομάδες ταξίδευαν ατελείωτες μέρες για να φθάσουν 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here