Η Αρλέτα, το 1967, ηχογράφησε τον δεύτερο δίσκο της «Αρλέτα 2», που περιείχε για πρώτη φορά και τρία δικά της τραγούδια, ανάμεσά τους  «Τα μικρά παιδιά». Οι λογοκριτές της χούντας απαγόρευσαν αρχικά το τραγούδι «Ο τρελός του χωριού», επειδή μια στροφή έλεγε:

Ήτανε ο τρελός του χωριού,
Ο τρελός που όλοι τον κερνούσαν
Καρπαζιές και ούζο
Του χωριού ο τρελός.

Κατά τη λογοκρισία οι Έλληνες δεν έκαναν «τέτοια» στον τρελό του χωριού τους, άρα δεν μπορούσε να το ηχογραφήσει!
Τελικά το ερμήνευσε αλλά η λογοκρισία ήταν μια μόνιμη απειλή στο έργο της.

Το 1971 η Αρλέτα άνοιξε την μπουάτ «Ταβάνια» (σχέδιο κάτοψης). Το άγριο κυνηγητό της χούντας με τις συνεχείς εφόδους και τους συνεχείς ελέγχους την αναγκάζουν να καταφύγει σε μηχανικό για να τεκμηριώσει την άψογη λειτουργία του οικήματος. Μάταια

Το 1971 δημιούργησε τη δική της μπουάτ, τα «Ταβάνια» αλλά κυνηγήθηκε πολύ από την δικτατορία των συνταγματαρχών.
Τις έκαναν συνεχώς υγειονομικούς ελέγχους και γελοίες παρατηρήσεις, για τη θέση της σφουγγαριστρας, τις σκόνες στους τοίχους και ό,τι άλλο μπορούσε να οδηγήσει σε πρόστιμα και λουκέτο. Οι συνεχείς έφοδοι και η εξοντωτική λογοκρισία την οδήγησαν να το κλείσει και να πάρει την απόφαση να μην ξανατραγουδήσει.
Γιατί την κυνηγούσαν; Δεν ήταν οργανωμένη στο ΚΚΕ ούτε είχε κάποια ιδιαίτερη αντιστασιακή δράση. Ήταν  όμως η εμμονή των χουντικών εναντίον των ανθρώπων της τέχνης που είχαν σκεπτόμενο λόγο και συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη ή άλλα σύμβολα της αριστεράς.
Η Αρλέτα ενέπνεε τους νέους, οι στίχοι της δεν ήταν αδιάφοροι ή αφελείς και δεν ήταν μαζί τους. Άρα ήταν αντίπαλός τους.

Τρία χρόνια αργότερα, ένα τηλεφώνημα από τον Ζορζ Μουστακί ανέτρεψε την απόφαση της. Ο συνθέτης, που άκουσε τη φωνή της από έναν δίσκο που του έβαλε η μουσική παραγωγός Ρηνιώ Παπανικόλα, την κάλεσε να συμμετάσχει σε συναυλίες της στο Παρίσι.
Έτσι επέστρεψε στη μουσική και άφησε πίσω της την ιδέα να εγκαταλείψει την τέχνη της.

Το 1974 κυκλοφόρησε από την Lyra o δίσκος της «Τα ωραιότερα τραγούδια της Αρλέτας» αλλά η ουσιαστική της επιστροφή στην δισκογραφία έγινε το 1975 με τον δίσκο του Γιάννη Σπανού «Τρίτη Ανθολογία», όπου τραγούδησε μαζί με τον Κώστα Καράλη.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
Ένα χρόνο πριν την δικτατορία, το 1966, κυκλοφορεί ο πρώτος προσωπικός δίσκος της Αρλέτας, «Τραγουδά η Αρλέτα», από τη Lyra, με 12 τραγούδια. Από το ξεκίνημά της η 21χρονη νεαρή με την ξεχωριστή φωνή και την κιθάρα, γνώρισε την σκληρή λογοκρισία. Από τον δίσκο αφαιρέθηκαν τα τραγούδια «το Λιβάδι» και «Κάποιες Νύχτες», τα οποία αντικαταστάθηκαν με δύο άλλα.  

Είναι Μάρτιος του 1967, όταν η Αρλέτα ξεκίνησε τις πρόβες για την ηχογράφηση του «Romancero

Το εξώφυλλο του δίσκου «Romancero Gitano», που κυκλοφόρησε το 1978 από την Lyra, φιλοτεχνημένο από την ίδια. Η Αρλέτα σχεδίασε τα περισσότερα εξώφυλλα των δίσκων της.

Gitano» και επτά ποιημάτων του Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Η ηχογράφηση ματαιώνεται, αφού τους προλαβαίνει η 21η Απριλίου 1967, που θέτει σε πλήρη απαγόρευση τη μουσική του Μίκη. Τα τραγούδια παρουσιάστηκαν από τη Μαρία Φαραντούρη στη διάρκεια της δικτατορίας στη Παρίσι και το άλμπουμ ηχογραφείται για πρώτη φορά στο Παρίσι.

Ωστόσο, επειδή η Αρλέτα ερμήνευε τα τραγούδια σε μπουάτ -αφού η αστυνομία δεν ήξερε ότι είναι του Θοδωράκη- ο Γιώργος Παπαστεφάνου είχε την ιδέα να ηχογραφηθούν σε στούντιο με τη φωνή της Αρλέτας, έστω για να υπάρχουν.
Η ηχογράφηση έγινε με κάθε δυνατή μυστικότητα το 1971 στο στούντιο ECHO.
Με κλειδωμένες τις πόρτες του στούντιο, η Αρλέτα τραγούδησε με την κιθάρα της και τα επτά τραγούδια του «Romancero Gitano». Μετά την μεταπολίτευση, το 1978  έγινε πλέον η δεύτερη και «επίσημη» ηχογράφηση του άλμπουμ από την Αρλέτα, που κυκλοφόρησε από την εταιρεία Lyra. Το εξώφυλλο του δίσκου φιλοτεχνήθηκε από την ίδια την Αρλέτα, που ήταν απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και απεικόνιζε έναν τσιγγάνο πάνω σε ένα άλογο.

                                                           Η Ελληνίδα Τζόαν Μπαέζ

 

Η Αργυρώ-Νικολέτα Τσάμπρα, όπως ήταν το όνομά της ή Αρλέτα όπως την φώναζαν από μικρή, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και δεν εγκατέλειψε ποτέ την ζωγραφική. Έκανε δύο εκθέσεις, ενώ είχε φιλοτεχνήσει τα περισσότερα εξώφυλλα των δίσκων της. Πρακτικά ζωγράφιζε όλη της τη ζωή, ακόμη και όταν καθόταν σε ένα τραπεζάκι να πιει το καφέ της.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1966 σε μια εκδρομή της σχολής στην Ύδρα την άκουσε να τραγουδά και να παίζει κιθάρα ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Η ίδια ήθελε να γίνει ζωγράφος αλλά ο Παπαστεφάνου την έπεισε να την συστήσει στον Αλέκο Πατσιφά, ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρείας Lyra.
Η πρώτη συνάντηση ήταν αποτυχημένη. Ακολούθησε δεύτερη «οντισιόν» στο στούντιο της «Κολούμπια» στην Ριζούπολη, με παρέμβαση του Νότη Μαυρουδή που βελτίωσε τις επιδόσεις της στην κιθάρα και παρουσία του Γιάννη Σπανού.
Έτσι ξεκίνησε μια σημαντική 50χρονη πορεία στην ελληνική μουσική. Στην προσωπική της ζωή ήταν

μοναχική και γενναιόδωρη.
Η αποδοχή της ήταν καθολική και η δημόσια παρουσία της επιλεκτική και επι της ουσίας, όταν είχε να παρουσιάσει μια νέα της δουλειά ή μια περιοδεία. Είναι μια από τις ελάχιστες ελληνίδες τραγουδίστριες που επέλεξε να παίζει η ίδια κιθάρα στην σκηνή. Η σκηνική της παρουσία ήταν δωρική, αλλά το κοινό δεν πήγαινε στις συναυλίες για να δει σώου. Ο σκοπός ήταν να ακούσει τη φωνή της.

Η Ελληνίδα Τζόαν Μπαέζ, όπως την αποκαλούσαν, συνδέθηκε με το «Νέο Κύμα» και την χρυσή περίοδο των μπουάτ, ενώ κυκλοφόρησε 45 δίσκους αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι της στην ελληνική μουσική. Έφυγε από την ζωή το 2017 μετά από πολύμηνη μάχη για την υγεία της.

Πηγή χαρακτηριστικής φωτογραφίας: Youtube

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Αρλέτα. Οι αναμνήσεις από τη μάνα που τάιζε πρόθυμα τους πεινασμένους της γειτονιάς. Τραγουδίστρια, ζωγράφος, συγγραφέας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here