Κατά την περίοδο δικτακτορίας, ένας μεγάλος αριθμός κατά κανόνα αριστερών, φυλακίστηκε, εξορίστηκε και βασανίστηκε.

Σε ηλικία 24 ετών, η Νατάσα Μερτίκα, που ήταν στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο κολαστήριο της Μπουμπουλίνας.
Εξαιτίας των βασανιστηρίων έχασε το παιδί της και τη δυνατότητα να γίνει μητέρα. Μετά από 47 μέρες στην απομόνωση, μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, απ’ όπου κατάφερε να δραπετεύσει και να καταθέσει στο Συμβούλιο της Ευρώπης κατά της Χούντας.

Η Νατάσα Μερτίκα, στα 77 της ζει στην Κορινθία, όπου μίλησε στη «Μηχανή του Χρόνου», για την τρομερή περιπέτεια που έζησε την περίοδο που η χώρα είχε μπει στο γύψο και η ίδια στο στόχαστρο αδίστακτων βασανιστών.

Νατάσα Μερτίκα ξεφυλλίζει τοο λεύκωμα της ζωής της που σημαδεύτηκε από τα βασανιστήρια στην ταράτσα της χουντικής ασφάλειας.

«Η στιγμή της σύλληψης»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Πότε έγινε η σύλληψή σας και πώς;
Νατάσα Μερτίκα
: Ήρθανε τρεις η ώρα την νύχτα στις 24 Σεπτεμβρίου του ’67. Φαίνεται πως δεν λειτούργησαν οι σύγχρονοι κατάλογοι στην ασφάλεια, αλλά παλιοί φάκελοι, γιατί εμάς μας πιάσανε εκ των υστέρων. Εγώ τότε ζούσα με τον άντρα μου στην οδό Μυτιλήνης και φιλοξενούσα μία λεχώνα ξαδέρφη μου. Η αγωνία μου, τότε ήταν να μην της κοπεί το γάλα. Δεν έβλεπα το δικό μου το χάλι. Πίστευα πως αφού ήμουνα έγκυος, δεν θα με βασανίσουν.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Φαινόταν ότι ήσασταν έγκυος;

Όχι, ήμουν μόλις τριών μηνών, είχα όμως τα χαρτιά του γυναικολόγου που το αποδείκνυαν. Όταν τα έδειξα αυτά στον Μάλλιο, μου είπε «σιγά μη σε αφήσουμε να κάνεις ένα σαν και σένα». Αυτή ήταν η απάντηση του. Φυσικά και δεν σεβάστηκε την κατάσταση μου.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Τα έκαναν γυαλιά καρφιά, όταν μπήκαν στο σπίτι σας;

Νατάσα Μερτίκα: Μόλις μπήκαν μέσα είπα στον άντρα μου, «μέχρι να με δεις και να σε δω, δεν αλλάζει τίποτε».

Έπειτα βρήκαν κάποιες προκηρύξεις του ΠΑΜΕ μέσα στο βιβλίο του Νίτσε «Αυγή». Εγώ ισχυρίστηκα ότι τις είχα βρει στον δρόμο, στην Ιωάννου Δροσοπούλου, συγκεκριμένα, στην Κυψέλη.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Οι προκηρύξεις αυτές ήταν λοιπόν, το βασικό ενοχοποιητικό στοιχείο.

Νατάσα Μερτίκα: Ναι, αλλά εγώ τα είχα βρει στο δρόμο, όπως τους ισχυρίστηκα. Αυτή ήταν αλήθεια. Μέχρι τώρα μπορώ να το ισχυρίζομαι αυτό, γιατί ποτέ κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Πιστεύετε ότι ήταν καρφωτή;
Νατάσα Μερτίκα
: Όχι, δεν το πιστεύω γιατί δεν βρήκανε κανέναν άλλον, εκτός από μένα και τον άντρα μου. Κανέναν που να είχαμε επαφές.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Εσείς τότε ήσασταν 24 ετών. Είχατε πολιτική δράση, ώστε να θεωρήστε ύποπτη;

Νατάσα Μερτίκα: Εγώ ήμουνα στους Λαμπράκηδες. Γι’ αυτό μάλλον μετά άρχισαν να μας ψάχνουν. Και δεν συνέλαβαν και κανέναν από όσους κρύβαμε, τον Μπάμπη τον Θεοδωρίδη, τον Μπενά, τον Μίσσιο, τον Γιώργο τον Φελέκη. Όλοι αυτοί έμεναν πολύ κοντά στο σπίτι μας. Κι, όμως, δεν πιάσανε κανέναν.

Κι όχι μόνο αυτό, ακόμα κι όταν ο μικρός μου αδερφός έτρεξε να τους ειδοποιήσει ότι μας πιάσανε, ακόμα κι τότε, δεν έφυγε κανένας από τους συναγωνιστές. Κακώς, βέβαια, γιατί θα μπορούσαμε να είχαμε μιλήσει. Ο Φελέκης ο Γιώργος, που ζει ακόμα, ήρθε μετά από κάποια χρόνια και μου είπε:

Πόσο χαίρομαι που δε μίλησες και έκανα οικογένεια, Νατάσα.

Ήταν συγκλονιστικό. Μου το είπε τώρα στα γεράματα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Σας πήγαν κατευθείαν στης Μπουμπουλίνας;

Νατάσα Μερτίκα: Όχι, πρώτα μας πήγαν στο τμήμα της Κυψέλης, στην Υακίνθου και εκεί ο διοικητής μας είπε, «Πείτε τα όλα, γιατί άμα πάτε κάτω θα είναι διαφορετικά τα πράγματα». Εμείς δεν είχαμε να πούμε τίποτε και όταν μας πήγανε κάτω δικαιώθηκε ο διοικητής. Ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα.

«The Sunday Times» 30 Νοεμβρίου 1969

Χρίστος Βασιλόπουλος: Τον βασανιστή Λάμπρου τον είδατε;

Νατάσα Μερτίκα: Βέβαια. Στο τμήμα της Κυψέλης, εγώ έδωσα το όνομα του ανδρός μου, Τσίρκα. Έρχονται, λοιπόν, με έκπληξη και μου λένε δεν υπάρχει τέτοιος φάκελος. Γυρνάει, τότε και ο Λάμπρου και μου λέει «το πατρικό σου, Μερτίκα…» και γυρίζουνε με τον φάκελο.

Διάβαζε, λοιπόν, ο Λάμπρου τον φάκελο και μου έλεγε, «Α, εσύ τα ξέρεις καλά, τα ξέρεις καλά». Ο φάκελός μου έγραφε μέσα, ότι εγώ είχα πει, ότι έχουνε πάει στο φεγγάρι οι Ρώσοι με το Γκαγκάριν και ότι μάζευα με ένα πράσινο στυλό υπογραφές για να βγουν οι παλιοί κρατούμενοι από τον εμφύλιο. Όντως, μάζευα με ένα πράσινο στυλό, γιατί ήταν πολύ σπάνιο χρώμα εκείνη την εποχή.

Και τι μου είπε;

Τώρα να δω ποιος θα μαζέψει υπογραφές για σένα.

 Χρίστος Βασιλόπουλος: Ποιος σας παρέλαβε στης Μπουμπουλίνας;

Νατάσα Μερτίκα: Ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης. Αφού μας χώρισαν με τον άντρα μου, τον μετέφεραν, μετά από λίγες μέρες, στην Ρεθύμνης. Εγώ έμεινα στη Μπουμπουλίνας όλο αυτό τον καιρό.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Σας χτύπησαν από το πρώτο βράδυ;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι, με χτύπησαν από το πρώτο βράδυ και μάλιστα άγρια. Πριν ξημερώσει είδα αίματα και κατάλαβα ότι είχε γίνει το κακό. Φώναξα και με πήγανε στο Αλεξάνδρας, με ψεύτικο όνομα. Εγώ, φυσικά, έδωσα το δικό μου όταν έφτασα στους γιατρούς.

Οι γιατροί με περιποιήθηκαν όσο μπόρεσαν και μου έβαλαν κομπρέσες στα πόδια, γιατί ήταν πρησμένα από τη φάλαγγα. Πολύ πρησμένα.

Δυστυχώς, το έμβρυο δεν μπορούσε να κρατηθεί και μου έκαναν απόξεση, σχεδόν χωρίς νάρκωση. Εγώ δεν ήθελα να με κοιμίσουν, γιατί φοβόμουνα μήπως μιλήσω στον ύπνο μου. Δεν είχα εμπιστοσύνη σε τίποτα και κανέναν.

Ακόμη θυμάμαι τον ήχο. Ακόμα νιώθω τον πόνο.

Είχα έναν αστυφύλακα στην πόρτα και οι γυναίκες στο θάλαμο λέγανε «είναι του αστυφύλακα η γυναίκα». Δεν είχαν καταλάβει περί τίνος πρόκειται.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Σας έβαλαν, δηλαδή, με ψεύτικο όνομα για αν μη γίνει αντιληπτό ότι βασανιστήκατε;  

Νατάσα Μερτίκα: Εγώ, όμως τα είπα όλα στους γιατρούς κι έδωσα το πραγματικό μου όνομα. Κι αυτοί τα δώσανε στο BBC, γιατί το δίκτυο αναφέρθηκε στη σύλληψη μου. Κι αυτός ακριβώς ήταν ένας τρόπος προστασίας μας. Άμα βγαίναμε στη δημοσιότητα δεν τολμούσαν να συνεχίσουν.

Βέβαια, όλα αυτά τα λέω τώρα, εκ των υστέρων. Τότε ήμασταν μέσα στη θύελλά. Ούτε που ξέραμε τι μας συμβαίνει.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Και σας ξαναγύρισαν στην Μπουμπουλίνας;

Νατάσα Μερτίκα: Και με ξαναφέρνουνε στην Μπουμπουλίνας. Πάλι στην απομόνωση. Γνωστά, όμως, πλέον, τα μονοπάτια. Τη δεύτερη φορά είναι όλα πιο εύκολα, να ξέρετε, γιατί το έχεις δει το έργο.

Εγώ έμεινα στην απομόνωση για 47 ημέρες. Τραγούδαγα, έλεγα ανέκδοτα, μίλαγα κι έτσι δεν τους περίμενα, δεν είχα την αγωνία αν θα έρθουνε. Μερικές φορές κοιμόμουνα κιόλας, για να μην τους περιμένω.

«Ο κόσμος πρέπει να μάθει» Απόκωμα νορβηγικής εφημερίδας.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Κρεβάτι είχε;

Νατάσα Μερτίκα: Όχι βέβαια. Τίποτα δεν  είχε.  Τίποτα, τσιμέντο. Ένα κουτί από τσιμέντο. Πολύ στενό.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ποιο ήταν το δικό σας κελί;

Νατάσα Μερτίκα: Το δικό μου ήταν το 11, το ιστορικό 11.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Η απομόνωση είχε ένα κελί ή ήταν πολλά;

Νατάσα Μερτίκα: Όχι, είχε πάρα πολλά. Γύρω στα 15 νομίζω.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Η πόρτα;

Νατάσα Μερτίκα: Στην πόρτα ήταν ένας αστυνομικός που λεγότανε Τσιγκούνης. Ο Τσιγκούνης είχε μία περιπέτεια την περίοδο της κατοχής και μισούσε τους κομμουνιστές. Με εμάς όμως, που ήμασταν νέοι, είχε μία εντελώς περίεργη σχέση. Εμένα μου άνοιξε το παραθυράκι του κελιού και μου είπε κάτι που δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ.

11 μη στεναχωριέσαι. Την κλείσανε την υπόθεση σου. Θα φύγεις από δω. Θα σε πάνε στο Αβέρωφ.

Κάτι που έγινε. Κι όταν έφτασα στο Αβέρωφ, είπα «εδώ, μπορώ να μείνω εκατό χρόνια». Αυτή ήταν η διαφορά μεταξύ Αβέρωφ και Ασφάλειας.

Όσον ήμουν στην απομόνωση, ήμουν εντελώς ξεχασμένη, γιατί είχα κριθεί προφυλακιστέα. Θυμάμαι την μέρα που γνώρισα τον δικηγόρο μου, τον Ροκόφυλλο. Του έδωσα μία κουβέρτα και μου είπε «εμένα δεν με κατηγορούν για τίποτα. Θα φύγω».

«Καλά», του απάντησα «πάρε μία κουβέρτα προς το παρόν, να έχεις για απόψε και όταν είναι να φύγεις την αφήνεις». Μέσα στην Ασφάλεια του έδωσα και την υπόθεση μου για το στρατοδικείο κι έτσι την ανέλαβε.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Στην ταράτσα σας ανέβασαν;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι. Στη γωνία της ταράτσα υπήρχε ένα κράσπεδο σπασμένο. Εκεί ακριβώς με κράταγε ο Μπαμπαλής και μου λέγε πως αν δεν μιλήσω, θα με πετάξει από κάτω. Εγώ πίστευα, πραγματικά πως θα με πετάξει. Τον είχα πιάσει από τις σάρκες του τόσο σφιχτά που πρέπει να τον είχα ματώσει. Σκεφτόμουν πως το βάρος μου θα τον πάρει μαζί του. Πως έτσι θα διεκδικήσω το θάνατό μου. Αυτά σκεφτόμουνα. Αυτά συνέβησαν σε αυτή την ταράτσα.
Φυσικά, δεν με πέταξε. Με πήγε μέσα και συνέχισε να με βασανίζει στο πλυσταριό. Για να μην ακούν οι γυναίκες, που ήταν στη γυναικολογική κλινική, τους σπαραγμούς μας, έβαζαν πάνω στη ταράτσα μηχανές να δουλεύουνε. Έβαζαν μοτοσικλέτες σε λειτουργία για να μην ακούγονται οι φωνές και τα ουρλιαχτά μας.

Αφιέρωμα ξένης εφημερίδας στα «Βασανιστήρια στην οδό Μπουμπουλίνας».

Χρίστος Βασιλόπουλος: Πώς συνδέονται τα βασανιστήρια της ταράτσας με το τραγούδι του Θεοδωράκη;

Νατάσα Μερτίκα: Απόλυτα. Διότι, τα άκουγε ο Μίκης τα βασανιστήρια που γινόντουσαν στην ταράτσα και εννοείται ότι συγκλονιζόταν κι ο ίδιος.

Όλα μαθαίνονταν στην απομόνωση. Ποιος είναι δίπλα, ποιον πιάσανε, ποιον φέρανε, ποιος έχει προσωπική φρουρά. Τα μαθαίναμε όλα με την μέθοδο του τικ τακ μεταξύ των κελιών που έπαιρνε, βέβαια, χρόνο.

Στην τουαλέτα, που μόνο τουαλέτα δεν ήταν αυτό το πράγμα, είχα βρει ένα άδειο στυλό και το είχα πάρει. Λέω, μπορεί να μου χρειαστεί. Ποτέ δεν ξέρεις.

Ήταν ένας φρουρός από την Καρδίτσα, ο οποίος είχε μανία να λύνει σταυρόλεξα, αλλά ήταν άσχετος. Ερχότανε, λοιπόν, μου άνοιγε τον «Ιούδα» και τον βοηθούσα να λύνει τα σταυρόλεξα. Κάποια στιγμή του λέω «αυτό δεν μπορώ να το λύσω, πρέπει να σκεφτώ. Για δώσε μου το στυλό σου, σε παρακαλώ να το δω, εδώ μέσα στον τοίχο του κελιού και να βρω τα γράμματα. Έτσι, λοιπόν, άλλαξα το μέσα και του έβαλα το άδειο που είχα βρει. Κι έτσι απόκτησα στυλό στην απομόνωση.

Όταν με βγάζανε, λοιπόν, να καθαρίσω τα κελιά, έγραφα σε χαρτοπετσέτα τα ονόματα που μας είχανε φέρει. Κι αυτά βγαίνανε εκεί που έπρεπε να βγουν. Έτσι, ξέραμε, ακριβώς, τι γίνεται μέσα στην απομόνωση.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Είχαν κοριούς;

Νατάσα Μερτίκα: Εγώ είχα γίνει ειδική στους κοριούς. Όταν έφτασα στον βασανιστή μου, τον Μάλλιο για να με ανακρίνει, εκείνος ήταν σα γυάλινος. Τον φοβόμουν πάρα πολύ.

Άρχισε, λοιπόν, να μου χτυπάει το κεφάλι στον τοίχο. Εγώ κοιτούσα ένα τασάκι με τους κύκλους της Ολυμπιακής επάνω στο γραφείο του. Κι το είχα βάλει καλά στο μυαλό μου, να σκέφτομαι μόνο το τασάκι για να μη μιλήσω.

Και κάποια στιγμή του φώναξα «το τασάκι». Αυτός νόμιζε ότι μίλησα κι σταμάτησε. Ενώ εγώ του είχα πει, απλά «το τασάκι». Παράνοια.

Μόλις μου έφεραν νερό, συνήλθα και κοίταξα τη γραβάτα του που είχε πάνω έναν κοριό. Το κοιτάει, μου δίνει μία και μου λέει «Με γέμισες κοριούς» και εγώ του απαντάω «στο σπίτι μου δεν είχα, εδώ τους κληρονόμησα».

Τι το ήθελα; Δεν τήρησα τον κανόνα της σιωπής, που είναι νόμος για τους κρατούμενους. Δεν έπρεπε να μιλήσω. Δεν έπρεπε να του απαντήσω.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Εξαγριώθηκε;

Νατάσα Μερτίκα: Nαι, με έλιωσε.

 Χρίστος Βασιλόπουλος: Πόση ώρα;

Νατάσα Μερτίκα: Δεν μπορούσα να μετρήσω τον χρόνο. Δεν είχα αίσθηση του χρόνου. Δεν μπορούσα να μετρήσω τον χρόνο, όταν ήμουνα στα χέρια τους.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Άλλαζε το πρόσωπο του, το ύφος του; Επειδή είπατε πριν πως ήταν γυάλινος.

Νατάσα Μερτίκα: Ο Μάλλιος δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Τον είχε εκπαιδεύσει η CIA. Εκεί τους μάθαιναν να βασανίζουν. Τον Μάλλιο τον είχε επιλέξει η CIA. Δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο, επιμένω.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Με τι σας χτύπαγε;

Νατάσα Μερτίκα: Εμένα φάλαγγα μου έκανε ο Σπανός και με χτύπαγε με ένα ξύλο στα πέλματα, που δεν αφήνουνε σημάδια. Και πονούσε όλο μου το κορμί.

Νορβηγική εφημερίδα γράφει για τα βασανιστήρια στην Ελλάδα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Στην αρχή, ο βασανισμένος πιστεύει ότι θα αντέξει έτσι;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι, αλλά δεν θέλω να αναφερθώ σε αυτά. Σας πειράζει;

 Χρίστος Βασιλόπουλος: Όχι, αλλά επειδή αναφερθήκατε σε αυτή την ύπουλη μέθοδο.

Νατάσα Μερτίκα: Είναι τραγικό. Πονάει όλο σου το κορμί και δεν πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια. Είναι νόμος. Ο Ντάκος, ένας σύντροφος μου, που τα έβγαλε, του έσκασε το πόδι κι έμεινε ανάπηρος.

Όταν, αργότερα,  τον κάλεσα να έρθει στο συμβούλιο της Ευρώπης, μου είπε «Νατάσα, όχι». Και τον κατανοώ. Τον κατανοώ.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Υπάρχει ένα σημείο που λες, λιποθυμώ; Ήταν λύτρωση η λιποθυμία;

Νατάσα Μερτίκα: Bέβαια. Το μόνο που θέλεις εκείνη τη στιγμή είναι να πεθάνεις, να λυτρωθείς. Το μόνο που δεν φοβάσαι είναι ο θάνατος.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ένας έδινε εντολές και άλλος χτυπούσε;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι. Θυμάμαι του είχαν πει «δώσ’ της τόσες» και μέτραγα από μέσα μου. Μέτραγα, μέτραγα και μου έδωσε περισσότερες.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ποιοι ήταν οι βασανισμοί του Μπάμπαλη;

Νατάσα Μερτίκα: Ο Μπάμπαλης ήτανε λαϊκός. Σε χτύπαγε και μετά ερχότανε και σου έλεγε «τι κάνεις Νατάσα, πώς περνάς. Είσαι καλά».

Χρίστος Βασιλόπουλος: Δύο πρόσωπα…

Νατάσα Μερτίκα: Όχι, ένα ήταν το δικό του. Αυτός ήταν.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Τι ερωτήσεις σας κάνανε;

Νατάσα Μερτίκα: Πού τα βρήκες; Ποιον κρύβεις; Κρύβεις τον γκόμενο σου, γιατί πάντα υπήρχε ένας γκόμενος που έπρεπε να φυλαχτεί. Είναι το μοτίβο τους. Δεν πιστεύουν ποτέ ότι μπορεί να είναι κάτι άλλο. Δεν μεσολαβούσε καθόλου μέσα στο μυαλό τους η ιδέα, ότι μπορεί να αγωνιζόμαστε για την ιδεολογία μας, για το δίκιο μας, για την ελευθερία. Ποτέ για αυτά που πραγματικά αγωνιζόμασταν.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Συνήθως, οι βρισιές τους ήταν του πεζοδρομίου;

Νατάσα Μερτίκα:  ήταν του πεζοδρομίου και με όλα τα σχετικά. Ο πούστης, η καριόλα, η πουτάνα κι όλα τα συμφραζόμενα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Υπήρξαν άλλοι που βασανίστηκαν πιο πολύ και από εσάς;

Νατάσα Μερτίκα: Σίγουρα. Εγώ το πιστεύω ότι άλλοι βασανίστηκαν πιο πολύ από μένα. Απλά, εμένα ήταν η απώλεια και η ανικανότητα μου να κάνω ξανά παιδί. Αυτό ήτανε άγριο.

«Μας στέρησαν την μητρότητα».

Το τραγικό ήταν ότι, στο συμβούλιο της Ευρώπης, πριν καταθέσουμε, με εξέτασαν οι γιατροί και είπαν ότι είχα κλειστές σάλπιγγες και δεν θα μπορούσα να ξανά κάνω παιδί. Κι ήταν οδυνηρή αυτή η εξέταση. Πονούσε πάρα πολύ…

Δεν ήταν, λοιπόν, μόνο ότι έχασα το παιδί, αλλά η αγριότητα που δεν μπόρεσα να ξανακάνω. Κι ας λατρεύω τα παιδιά.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Συναντήσατε κάποιον από τους βασανιστές σας στη μετέπειτα ζωή σας;

Νατάσα Μερτίκα: Τότε, μόλις που είχε πέσει η Χούντα, είμαι στον Άλιμο και κάνω μπάνιο και βλέπω τον Σπανό μπροστά μου. Τον φυσικό μου βασανιστή. Και ειλικρινά, παρέλυσα. Τον είδα μπροστά μου, έτσι, μέσα στη θάλασσά και δεν ξέρω πως δεν πνίγηκα. Δεν ξέρω πως δεν πνίγηκα, ούτε ξέρω πως βγήκα έξω. Κι αφού βγήκα έξω, έκανα εμετό. Αυτή ήταν η αντίδρασή μου.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ατιμωρησία;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι. Δεν τιμωρήθηκαν οι βασανιστές. Πέσανε στα μαλακά. Συνέχισαν τη ζωή τους και δυστυχώς υποχρεωθήκαμε να συνυπάρχουμε στην ίδια κοινωνία.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Μετά από όλη αυτή την τρομερή περιπέτεια, τι θα λέγατε; Ήσασταν έτοιμη και για χειρότερα;

Νατάσα Μερτίκα: Πριν με συλλάβουν είχα διαβάσει το «Οδός Αβύσσου, Αριθμός 0», ένα φοβερό βιβλίο του Λουντέμη και όταν με έπιασαν κι άρχισαν τα βασανιστήρια, πίστευα ότι τα χειρότερα έπονται και περίμενα, συνέχεια, τα χειρότερα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Πήγατε σε δικαστήριο, καταθέσατε εις βάρος τους;

Νατάσα Μερτίκα: Όταν παρέπεμψαν τον Μάλλιο και τον Μπάμπαλη σε δίκη, κρίθηκαν προφυλακιστέοι και κάθισαν στη Χαλκίδα έξι μήνες, εξαιτίας μου, γιατί θεωρήθηκε το έμβρυο που έχασα, ανθρωποκτονία.

Ο Μακρινός, που ήταν ο ανακριτής, μας κάλεσε, εμένα και τον Μπάμπαλη σε αντιπαράθεση. Κι εκεί, ο Μπαμπαλής, ο μεγάλος Μπάμπαλης, μου είπε «καλά ρε Νατάσα, σε βασάνισα εγώ;».

Δεν θεωρούσε ο Μπάμπαλης βασανιστήριο τις κλοτσιές και τις μπουνιές. Βασανιστήρια θεωρούσε μόνο τη φάλαγγα. Και φάλαγγα ο Μπάμπαλης δεν μου είχε κάνει.

Και εγώ του είπα ότι θα πω μόνο την αλήθεια, ότι με πέταξαν από την ταράτσα στο ισόγειο, κουτρουβαλώντας. Ότι έπεσα από τόσους ορόφους και απέβαλα. «Την αλήθεια θα πω», του είπα. Και την αλήθεια είπα.

«Ελευθεροτυπία», Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 1976

«Στις φυλακές Αβέρωφ»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Οι φυλακές Αβέρωφ, δεν υπάρχουν πια, αλλά γέμισαν στην περίοδο της Χούντας.

Νατάσα Μερτίκα: Ήτανε πολύ κακό που καταστράφηκαν αυτές οι φυλακές. Θα έπρεπε να διατηρηθούν ως μνημείο δημοκρατίας. Θα μου πείτε, όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη από φυλακές. Σε ένα ημερολόγιο που είχαμε βγάλει κάποτε, είχαμε μετρήσει 15 φυλακές πολιτικών κρατουμένων σε όλη την Ελλάδα. Αλλά, ειδικά του Αβέρωφ έπρεπε να μείνουν. Ήταν κινητή ιστορία.

Έχω πάρα πολύ καλές μνήμες από αυτές τις φυλακές. Γιατί ήμουνα με τους ανθρώπους μου. Ήταν μέσα η Μαρία η Καραγιώργη, στην οποία κατέφευγα, κάθε φορά, όταν ένιωθα άσχημα για κάτι. Αυτή η κινητή ιστορία. Γιατί κάποτε μας την πήρανε και την πήγανε στην Κρήτη, στις φυλακές Αλικαρνασσού. Πενθήσαμε όλοι με το φευγιό της.

 Χρίστος Βασιλόπουλος: Περιγράψτε μας λίγο τις φυλακές

Νατάσα Μερτίκα: Αυτές οι φυλακές, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, εκεί που είναι σήμερα ο Άρειος Πάγος ήταν φυλακές πολύ παλιές. Στη μέση υπήρχε ένα εκκλησάκι και ένας φοίνικας, όπου εκεί οι παλιές στον εμφύλιο χόρευαν «το χορό του Ζαλόγγου» πριν τις εκτελέσουν.

Αλλά, στη δική μας εποχή δεν υπήρχαν αυτές οι εκτελέσεις και οι αγριότητες. Για εμάς ήτανε ένα είδος πανεπιστήμιου. Μαθαίναμε ιστορία, ποίηση, λογοτεχνία, ανάγνωση. Ήτανε πραγματικό πανηγύρι.

Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».

Στις φυλακές αυτές, πήγαιναν αγωνιστές της Δημοκρατίας ή και άνθρωποι που πλήρωναν την εκδικητικότητα του καθεστώτος;

Νατάσα Μερτίκα: Σε εμάς έρχονταν με βάση τους φακέλους, που είχαν παλιά και μετά από τις δίκες στα στρατοδικεία. Τότε γέμιζαν.

Μας είχαν χωρίσει σε αριστερές και σοσιαλίστριες. Αυτό, βέβαια, δεν μας εμπόδισε να περνάμε πάρα πολύ καλά μεταξύ μας.

Εκεί, είχα γνωρίσει μια γιαγιά από το Αγρίνιο, η οποία η καημένη είχε μείνει μέσα. Είχε καταδικαστεί με το 509, ενώ εμείς βγήκαμε με το 228, μια αναστολή της ποινής που ψήφισε ο Παπαδόπουλος όταν έφυγε ο βασιλιάς και ήθελε να δώσει μία μορφή φιλελευθερισμού.

Η γιαγιά είχε καταδικαστεί με το 509, γιατί είχε στείλει δύο κατοστάρικα στον ανιψιό της που ήτανε στην εξορία στη Λέρο. Κάθε Δευτέρα την έκανα μπάνιο και της έστρωνα κάτι λουλουδάτα σεντόνια που είχε. Η γιαγιά πέρναγε πάρα πολύ καλά μέσα στις φυλακές Αβέρωφ.

Όταν βγήκε, πήγα και την είδα στον Αγρίνιο και την βρήκα να κοιμάται κάτω από μία σκάλα και της είπα «Γιαγιά, πιο καλά ήσουν στο Αβέρωφ».

Και τι είχε κάνει; Πόσο σκληρό ήταν αυτό που είχε κάνει; Είχε στείλει δύο κατοστάρικα στον ανιψιό της. Αυτό ήταν.

Έχω πάρα πολλές ιστορίες από τις φυλακές. Θυμάμαι ήμουν κάπως δογματική, εκείνη την εποχή, στη νοοτροπία, όχι πουθενά αλλού και δεν ήθελα να διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα, όπως διάβαζαν όλα τα κορίτσια. Κι εγώ τους έκανα κριτική. Ήμουν κάπως σκληρή, είναι η αλήθεια.

Θυμάμαι, ακόμα, την Ντόρα την Κωνσταντίνου, που την είχαν βάλει στα ανήλικα, γιατί ήταν μικρή. Όταν πήγαμε να της πούμε τα κάλαντα, εγώ είπα «σε αυτό το σπίτι που ρθαμε, πέτρα να μην ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει». Το τι μαξιλαριές έφαγα, το τι βρισίδι έφαγα. Είχαν, όμως, δίκιο με αυτό που είπα. Και όποτε συναντιόμαστε, σπάνια, πλέον με την Ντόρα, της το θυμίζω.

Στη δίκη των βασανιστών της Ασφάλειας τα θύματα ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τους θύτες. Αρνηθηκαν ότι τις κακομεταχειρίστηκαν και έριχναν τις ευθύνες ο ένας στον άλλο.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Τι ευχή κι αυτή…

Νατάσα Μερτίκα: Πραγματικά. Δεν μας κούρασε, όμως, εμάς η φυλακή, με την έννοια να μας καταβάλει. Το μόνο που μας πλήγωνε ήταν ό,τι γινόταν στης Μπουμπουλίνας, στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, στο Διόνυσο. Γιατί τα μαθαίναμε. Εκεί μέσα μάθαμε και για τη διάσπαση και μας ήρθε ο ουρανός σφοντύλι.

 «Η Μαύρη Γάτα και η Διαφυγή από την Ελλάδα»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Πώς καταφέρατε να φύγετε από την Ελλάδα;

Νατάσα Μερτίκα: Mε βοήθησαν η Αμαλία η Φλέμινγκ και η Καλλισθένη Κύρκου. Τότε, μάλιστα, χαριτολογώντας τις φωνάζαμε «εισαγωγές-εξαγωγές».

Χρίστος Βασιλόπουλος: Έχετε ένα ίδιο μαύρο γατάκι με την Φλέμινγκ, που φώναζε Μους Μους.

Νατάσα Μερτίκα:Ναι. Όταν, μάλιστα, την είχε συλλάβει ο Θεοφιλογιαννάκος, έγραψε ένα σημείωμα στη γυναίκα που είχε στο σπίτι να προσέχει τη Μους Μους, γιατί επρόκειτο να γεννήσει. Ο Θεοφιλογιαννάκος θεώρησε ότι αυτό ήταν κάτι το συνθηματικό και επειδή δεν μπορούσε να βασανίσει τη Φλέμινγκ, γιατί ήταν η Φλέμινγκ, της έκοψε το νερό. Η Φλέμινγκ, όμως, ήταν διαβητική και έπαθε αιματουρία. Αφού την πήγανε στην κλινική, μετά την απέλασε, γιατί δεν ήθελε να του μείνει στα χέρια.

Όταν απέλασαν την Αμαλία στο Λονδίνο, κάποια στιγμή ήρθε και στη Στοκχόλμη, όπου φυσικά της κάναμε τιμητική εκδήλωση. Εκεί βγάλαμε μία φωτογραφία που δεν θα την αφήσω ποτέ να σκονιστεί ή να φθαρεί. Της υποσχέθηκα ότι εγώ θα επιστρέψω στο Λουτρό, θα έχω πάντα ένα μαύρο γατί και θα το λένε Μους Μους. Κάτι που το έχω κάνει ήδη. Προς τιμήν αυτής της υπέροχης γυναίκας, της καταπληκτικής Ελληνίδας που δεν μας ξεχώρισε, που μας στάθηκε. Θα την μνημονεύω ώσπου να πεθάνω.

Αν θέλετε, αυτό που μας κρατάει σε αυτό τον κόσμο είναι ακριβώς οι άνθρωποι που γνωρίσαμε σε αυτή την πορεία. Και αυτό είναι κάτι που με κρατάει ζωντανή.

Αμαλία Φλέμινγκ και Νατάσα Μερτίκα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Τι έκανε η Φλέμινγκ για εσάς;

Νατάσα Μερτίκα:. Η Φλέμινγκ φρόντισε να μου φέρει ένα πραγματικό διαβατήριο, αγγλικό, μιας κυρίας που υποτίθεται πως το είχε χάσει. Αυτό το διαβατήριο είχε τη δική μου φωτογραφία, αλλά έγραφε πως ήμουν 10 χρόνια μεγαλύτερη και 10 πόντους πιο ψηλή.

Μου εξασφάλισε και συνοδό και με έβγαλε από τη χώρα πιο νόμιμα κι από τους νόμιμους.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Από που φύγατε;

Νατάσα Μερτίκα: Από την Πάτρα μαζί με το συνοδό μου, ο οποίος, τώρα μπορώ να το αποκαλύψω, ήτανε αρχαιολόγος στο Μουσείο της αρχαίας Κορίνθου.

Και έχω το εξής περιστατικό με αυτόν τον άνθρωπο. Δεν ήξερε τι είμαι. Αλλά ούτε εγώ ήξερα τι είναι αυτός. Και περάσαν τα χρόνια και είχε αλλάξει η ζωή μας. Στη μεταπολίτευση. είμαι υποψήφια του ΚΚΕ εσωτερικού και βγάζω λόγο στην Αρχαία Κόρινθο. Τότε βλέπω μπροστά μου τον άνθρωπο που με έβγαλε την περίοδο της Χούντας στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Και καταρρέω. Είμαι υποψήφια, όμως και πρέπει να μιλήσω. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς κύλησε η ομιλία μου. Ξέρω μόνο, ότι αυτός ο άνθρωπος εμφανίστηκε μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Αποκτήσατε φιλία με τον απελευθερωτή σας;

Νατάσα Μερτίκα: Όχι, τίποτα. Δεν τον ξαναείδα ποτέ.

« Στην Ιταλία»

 Χρίστος Βασιλόπουλος: Αισθανθήκατε ελεύθερη όταν φτάσετε στην Ιταλία;

Νατάσα Μερτίκα: Όταν βγήκα ήμουν αμήχανή, γιατί έπρεπε να φτάσω στη Ρώμη, όπου θα με περίμενε ο Παντελέσκος για να με προωθήσει στο Παρίσι και από κει στο Στρασβούργο για να καταθέσω στο συμβούλιο της Ευρώπης, που ζητούσε αυτοπρόσωπη παρουσία.

Όταν έφτασα στη Ρώμη, έστειλα ένα τηλεγράφημα στην διεύθυνση που μου είχε δώσει η Φλέμινγκ κι έγραψα «everything well, but Ι missed the train». Όντως, είχα χάσει το τρένο για τη Ρώμη κι αναγκαστικά, πήρα το επόμενο, όμως είχα αργήσει. Ο Παντελέσκος δεν ήταν στη Ρώμη, είχε πάει στη Γιουγκοσλαβία. Οπότε, εγώ πήγα μόνη μου στα γραφεία του Πίτσι ντυμένη με ρούχα στα χρώματα της ελληνικής σημαίας.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Η ενδυμασία ήταν μέρος του σχεδίου;

Νατάσα Μερτίκα: Ακριβώς, για να φαίνομαι τι είμαι και να μην με σταματήσει κανένας. Γιατί στο διαβατήριο έγραφε πως ήμουν μοντέλο. Αν είναι δυνατόν, μοντέλο εγώ;

Χρίστος Βασιλόπουλος: Και ως μοντέλο, λοιπόν, φτάσατε στη Ρώμη.

Νατάσα Μερτίκα: Στα γραφεία του Πιτσί και δεν με περίμενε κανένας. Κι εγώ απέφευγα να τους πω ποια είμαι. Μην ξεχνάτε ότι έφευγα από την Ελλάδα, από τη μαύρη Χούντα, και είχα μία επιφύλαξη για τα πάντα.

Αυτοί με μετέφεραν στα γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος της Ιταλίας, όπου είχε πολλούς Έλληνες. Αλλά ακόμα κι εκεί δεν ένιωθα ασφαλής. Είναι τρομερό αυτό το συναίσθημα.

Ευτυχώς, βρήκα τον Τάσο, ένα παιδί από το Νιοχώρι, ο οποίος με ήξερε από τον αγώνα που κάναμε στους Λαμπράκηδες. Αυτός με γνώρισε και κάπως έτσι, λύθηκαν όλα.

Πρωτοσέλιδο νορβηγικής εφημερίδας με τίτλο «Βοηθάει μόνο όποιος ταξιδεύει»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ανακουφιστήκατε;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι. Και εκεί, σε μια τρατορία που με πήγε ο Τάσος γιατί πείναγα, έχω φάει τις πιο ωραίες μελιτζάνες της ζωής μου.

«Στο Συμβούλιο της Ευρώπης»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Είστε ένα πρόσωπο εμβληματικό στην ιστορία του Συμβουλίου της Ευρώπης, διότι ήσασταν βασική μάρτυρας κατηγορίας, μαζί με άλλους, ώστε να αποδειχθούν τα βασανιστήρια της Χούντας και να επιβληθούν κυρώσεις στο χουντικό καθεστώς.

Νατάσα Μερτίκα:. Έτσι ακριβώς, αλλά δεν ήμουν η μόνη. Είμαι, όμως, η τελευταία μάρτυρας του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο με είχε καλέσει επίσημα με τηλεγράφημα, κατά τη διάρκεια της Χούντας, για να καταθέσω για τα βασανιστήρια.

Όταν σταμάτησε η παρακολούθηση, γιατί με παρακολουθούσαν, κατόρθωσα να δραπετεύσω και να φτάσω στο Συμβούλιο, το οποίο συνήλθε, ειδικά για μένα  καλοκαίρι. Έτσι, κατέθεσα.

Αφιέρωμα νορβηγικής εφημερίδας

Χρίστος Βασιλόπουλος: Τώρα θυμηθείτε τη στιγμή που καταθέτετε. Ποιο είναι το σκηνικό; Αυστηρό;

Νατάσα Μερτίκα: Στο συμβούλιο της Ευρώπης ήταν ένα δικαστήριο πολύ σημαντικό με αξιόλογους δικαστές που εκπροσωπούσαν όλες τις χώρες και εκεί συνάντησα τον Έβερσεν, τον δικηγόρο από τη Νορβηγία που εκπροσωπούσε τη χώρα του. Ο Έβερσεν έκανε μεγάλο αγώνα για να καταθέσουμε, γιατί τα χαρτιά μας δεν έλεγαν ποιοι είμαστε. Μόνο εμείς ξέραμε ότι είμαστε εμείς. Μας βοήθησε πάρα πολύ. Με κίνδυνο της ζωής του, μπορώ να πω.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Υπήρχε και το παρακράτος. Σωστά;

Νατάσα Μερτίκα: Βέβαια. Ο Έβερσεν έβαζε τα χέρια του στη φωτιά. Σε εμένα στάθηκε σαν πατέρας, σαν αδελφός, σαν φίλος. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Κάποια στιγμή, όταν έκαναν μια τιμητική εκπομπή για την ζωή του, εγώ ήμουν η μοναδική καλεσμένη από την Ελλάδα. Πήγα, λοιπόν στη Νορβηγία να μιλήσω γι’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Απλά, έκλαιγα. Τον κρατάω στην ψυχή μου ακριβά.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Οι ερωτήσεις που δεχτήκατε στο Συμβούλιο ήταν τυπικές;

Νατάσα Μερτίκα: Ήταν ουσιαστικές ερωτήσεις. Φύλλο και φτερό με κάνανε. Αν δεν είχες περάσει από αυτούς τους χώρους, δεν μπορούσες να τους περιγράψεις.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Περιγράψατε όλη την Μπουμπουλίνας από το ισόγειο μέχρι την ταράτσα;

Νατάσα Μερτίκα: Εννοείται. Αυτοί μας έδειχναν φωτογραφίες από την ταράτσα, από τον πάγκο που μας βασάνιζαν, από τα σχοινιά.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Υπήρχαν δύο μορφές ανθρώπων που κατέθεσαν. Αυτοί που έδωσαν γραπτή κατάθεση και αυτοί με τη φυσική παρουσία. Εσείς ήσασταν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Νατάσα Μερτίκα: Ναι γιατί ήταν και πάρα πολύ δύσκολο να βγούμε. Χούντα μαύρη ήτανε και υπήρχαν και άνθρωποι που λέγανε ότι δεν χρειάζεται να βγούμε.

«Από μέσα θα τον δώσουμε τον αγώνα», έλεγαν. Εμείς, όμως, θεωρούσαμε ότι έπρεπε να καταθέσουμε σε αυτό το δικαστήριο, γιατί η αρχική προσφυγή στο Συμβούλιο της Ευρώπης εναντίον της Χούντας ήτανε για την Ελευθεροτυπία. Η προσφυγή μας έγινε μετά την κατάθεση της Κίτυς Αρσένη ό,τι γίνονται βασανιστήρια στην Ελλάδα.

«Στη Σκανδιναβία»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Για τους Σκανδιναβούς, τι έχετε να πείτε;

Νατάσα Μερτίκα: Τα καλύτερα.

Αφιέρωμα νορβηγικής εφημερίδας στη Νατάσα Μερτίκα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Στην πραγματικότητα τη Χούντα την κατήγγειλε ένα δημοκρατικό σύστημα ανθρώπων που προερχόταν από τη Βόρεια Ευρώπη.

Νατάσα Μερτίκα: Δεν ήταν τυχαίοι άνθρωποι αυτοί που έλαβαν μέρος. Όλα ξεκίνησαν, όμως, από έναν Έλληνα, από τον Μπάμπη τον Καλαϊντζή που πήγε στους Σκανδιναβούς και τους είπε «πρέπει να καταγγείλετε την Ελλάδα για τα βασανιστήρια».

Επιστρατεύτηκε, αμέσως, ο Έβερσεν, ο οποίος ήταν ο εκπρόσωπος στο συμβούλιο της Ευρώπης από τη χώρα του.

Ο Έβερσεν με την Μερτίκα και ο σκύλος του, Λαίδη.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ήταν ισχυρή νομική προσωπικότητα;

Νατάσα Μερτίκα: Ο ίδιος είχε λάβει μέρος στην αντίσταση της χώρας του, στην κατοχή.

Όταν, λοιπόν, οι γιατροί του Συμβουλίου της Ευρώπης βγάλανε ότι εγώ δεν μπορώ να κάνω παιδιά, εγώ πήγα στον Έβερσεν και του είπα «Μας έκαναν να μην μπορούμε να κάνουμε παιδιά. Τώρα θα τους δείξουμε την κατάθεση μου στο συμβούλιο». Και τότε, με κοίταξε και μου είπε, «Καλά είσαι μία τραγωδία. Δεν έχεις καταλάβει τι σου συμβαίνει». Όντως δεν είχα καταλάβει. Πολύ αργότερα, συνειδητοποίησα τι μου είχε συμβεί, ότι δεν θα έκανα παιδιά.

Ήτανε τόσο μεγάλη η αγωνία μου, πώς θα αποδείξουμε ότι μας αχρήστευσαν.

Η οικογένεια του Έβερσεν σχεδόν με υιοθέτησε. Ήμουνα σαν παιδί τους. Έζησα καιρό στη Σουηδία, γιατί υπήρχαν πολλοί Έλληνες και ήθελα να είμαι μαζί τους και να αγωνιζόμαστε εναντίον της Χούντας, γιατί η Χούντα ήταν, ακόμα, στην Ελλάδα.

Τα Χριστούγεννα με καλούσαν στο σπίτι τους στην Νορβηγία, μου έκαναν δώρα και στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο τους με σουηδικές κορώνες για να ενισχύσουν την ζωή μου στη Σουηδία. Εγώ τους κένταγα, τους μαγείρευα ελληνικά φαγητά και εκείνοι με φώναζαν «μικρό μου, Εσκιμώο». Καμία φορά, ερχόταν και η Κίτυ. Ως πιο κοσμοπολίτισσα γύριζε όλο το Όσλο. Εγώ, όμως, έμενα κοντά τους. Ζούσα τη ζωή τους.

Κάποια στιγμή, μάλιστα, όταν η Χούντα απήγαγε τον Μαρκετάκη, έναν μάρτυρα του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα παιδιά του, ο Γιανς Γιανς και ο Βίκτωρ, κοιμόντουσαν έξω από το δωμάτιο μου και με φυλάγανε για να μην με απαγάγουνε οι Χουντικοί.

Αυτή ήταν η σχέση μου με τους Έβερσεν.

«Υπήρξαμε»

Χρίστος Βασιλόπουλος: Όταν ετέθη, πρώτη φορά, το θέμα των βασανιστηρίων στον Παπαδόπουλο, έκανε μία εντυπωσιακή δήλωση «ότι αν μου φέρνουν, έστω και ένα βασανισμένο, εγώ θα αυτοκτονήσω» τη θυμάστε αυτή την δήλωση;

Νατάσα Μερτίκα: Ναι, αλλά έχουμε ακούσει και χειρότερα.

Χρίστος Βασιλόπουλος: Ο Παττακός, όταν τον ρωτήσαμε για το καθεστώς στη Γιάρο, μας είπε ότι «αστακούς είχε και η θάλασσα και ας βουτούσαν οι κρατούμενοι να τους πιάσουν».

Νατάσα Μερτίκα: Σε μία επίσκεψη του, όμως, στις γυναίκες στη Γιάρο, τις ρώτησε «Τι ανάγκες έχετε» και οι γυναίκες του είπαν ειρωνικά «Βαφές μαλλιών». Κι ο ηλίθιος έστειλε βαφές μαλλιών. Λες και αυτή ήταν η ανάγκη τους.

Για να δείτε όμως, ποιοι ήταν αυτοί  που κράτησαν 7 χρόνια την Ελλάδα στο γύψο. Ποιοι ήταν; Τι άτομα ήταν αυτά;

Χρίστος Βασιλόπουλος: Υπάρχει μία ασήμαντη μερίδα που προσπαθεί να επηρεάσει την κοινωνία λέγοντας ότι αυτά δεν συνέβησαν, ότι δεν υπήρχαν νεκροί, δεν υπήρχαν τραυματίες, δεν υπήρχαν βασανισμένοι. Ότι δεν υπήρξατε.

Νατάσα Μερτίκα: Ήμασταν άυλοι; Τι ήμασταν; Ηθοποιοί;

Υπήρξαμε και όσο κι αν θέλουν να κρύψουν την ιστορία, είμαστε εδώ και θα τους την θυμίζουμε. Και όχι μόνο εμείς, αλλά κι αυτοί που χάθηκαν θα είναι παρόντες, μέσα από τα γραπτά τους.

Θα φύγει ποτέ ο Γλέζος από την συνείδησή μας; Θα φύγει ποτέ ο Φύσσας; Θα φύγει ο Παναγούλης; Θα φύγει η Αμαλία Φλέμινγκ; Θα φύγει η Κίττυ, ο Περικλής; Δεν θα φύγει κανένας, θα είμαστε εδώ και θα είμαστε οι εφιάλτες τους.
Με την κατάθεση της Μερτίκα και άλλων γενναίων ανθρώπων όπως ο Κοροβέσης και η Κίτυ Αρσένη, αποκαλύφθηκαν τα βασανιστήρια της Χούντς και καταδικαστηκε από το συμβούλιο της Ευρώπης ενώ πλεόν δεν μπορούσε να υποκρίνεται ότι υπερασπίζεται τη δημοκρατία.
Κάτι που έκανε συστηματικά και ανενδοίαστα.

Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από το αρχείο της κ. Μερτίκα και απαγορεύεται η αναπαραγωγή χωρίς την άδειά της.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ηλεκτροσόκ, φάλαγγα, απειλές ότι θα τιμωρήσουν την οικογένειά του. Ο Περικλής Κοροβέσης περιγράφει πως τον βασάνισαν στη χούντα. Συγκινητική η στάση του για τον συναγωνιστή του που τον μαρτύρησε στην Ασφάλεια (βίντεο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here